Μια διαφορετική πρόταση για οικογένειες, παιδιά αλλά και όσους αγαπούν την ιστορία και την παράδοση κρύβεται στη Νικόπολη Θεσσαλονίκης. Το Πάρκο Ποντιακής Γενοκτονίας, στη δυτική πλευρά της πόλης, δεν είναι απλώς ένας χώρος πρασίνου. Είναι ένα σημείο μνήμης, πολιτισμού και καθημερινής ζωής, που πλέον έχει ως κεντρικό του σύμβολο μια εντυπωσιακή ποντιακή λύρα.

Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου έγιναν πρόσφατα, προσθέτοντας στον χώρο έναν ισχυρό συμβολισμό. Η ποντιακή λύρα, όργανο ταυτισμένο με τον ξεριζωμό, τη μνήμη, τον πόνο αλλά και την αντοχή του Ποντιακού Ελληνισμού, στέκει πλέον δίπλα στην προτομή του Φίλωνα Κτενίδη και κοντά στην αναθηματική πλάκα για τις 353.000 ψυχές των θυμάτων της Γενοκτονίας των Ποντίων.

Το μνημείο ανεγέρθηκε με πρωτοβουλία και προσφορά του Νικολάου Νταβάκη, με τη στήριξη του εντεταλμένου δημοτικού συμβούλου Νικολάου Ορφανίδη, δίνοντας στο πάρκο έναν ακόμη λόγο να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τη Νικόπολη και συνολικά για τον προσφυγικό Ελληνισμό.
Το πάρκο προσφέρει και πρακτικά αυτό που αναζητούν πολλές οικογένειες: ανοιχτό χώρο, παιδική χαρά, παγκάκια και δυνατότητα για ποδήλατο ή πατίνι.
Ο Φίλων Κτενίδης και η ποντιακή μνήμη
Ξεχωριστή θέση στο πάρκο έχει η προτομή του Φίλωνα Κτενίδη, μιας από τις μεγάλες μορφές του Ποντιακού Ελληνισμού. Ο Φίλων Κτενίδης (1889-1963) υπήρξε, ένας άνθρωπος πολυσχιδής, με πλούσιο έργο, πρωτεργάτης του Ποντιακού Ελληνισμού που αφιέρωσε τη ζωή του στη διατήρηση της ποντιακής ταυτότητας και ιστορικής μνήμης.
Γιατρός, θεατρικός συγγραφέας δημοσιογράφος, εκδότης της Ποντιακής Εστίας, ιδρυτής (1951) και πρώτος πρόεδρος του σωματείου «Παναγία Σουμελά» και εμπνευστής της ιδέας για ανιστόρηση της μονής της Παναγίας Σουμελά στην Καστανιά Βερμίου.
Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα, μεγάλωσε στην Κρώμνη, αποφοίτησε με άριστα από το Φροντιστήριον Τραπεζούντος και σπούδασε ιατρική. Υπηρέτησε ως γιατρός στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και στον Μικρασιατικό Αγώνα.
Έζησε και έδρασε στη Θεσσαλονίκη, αφήνοντας βαθύ αποτύπωμα στον προσφυγικό Ελληνισμό.
Διακρίθηκε ως λογοτέχνης με κορυφαίο, το μνημειώδες ποίημα «Η Καμπάνα του Πόντου», που περιγράφει με γλαφυρότητα την ζωή και τον αναγκαστικό ξεριζωμό των Ελλήνων του Πόντου, ενώ έγραψε θεατρικά έργα που απαθανάτισαν τα ήθη και έθιμα του Πόντου, θεμελίωσαν και στέριωσαν το ποντιακό θέατρο στην Ελλάδα.
Εξέδωσε το λαογραφικό περιοδικό Ποντιακή Εστία, με στόχο τη συγκέντρωση και διαφύλαξη των ιστορικών και λαογραφικών θησαυρών του Πόντου, περιοδικό το οποίο βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.
Πολύτιμος συνεργάτης του εθνομάρτυρα Νίκο Καπετανίδη, για τον οποίο έγραφε αργότερα: «Δεν ήξερα αν γράφαμε παίζοντας ή αν παίζαμε γράφοντας».
Απεβίωσε στις 13 Ιουλίου 1963, σε ηλικία 74 ετών, αφήνοντας συντετριμμένους τους συνοδοιπόρους του.

Από απλή πλατεία σε τόπο μνήμης
Το πάρκο εγκαινιάστηκε το 2020, προσφέροντας στη Νικόπολη τον πρώτο οργανωμένο χώρο πρασίνου έπειτα από δεκαετίες. Η δημιουργία του χρηματοδοτήθηκε με 1,2 εκατ. ευρώ από ευρωπαϊκούς πόρους της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.
Το 2024 το Δημοτικό Συμβούλιο Παύλου Μελά αποφάσισε ομόφωνα τη μετονομασία της πλατείας σε «Πλατεία της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου», αναγνωρίζοντας τον προσφυγικό χαρακτήρα της περιοχής και τη βαθιά σύνδεσή της με τον Ποντιακό Ελληνισμό.
Η Νικόπολη παραμένει μια συνοικία που αναζητά ακόμη την πλήρη ταυτότητά της. Χτίστηκε γρήγορα, μεγάλωσε απότομα και δέχθηκε πληθυσμούς με έντονο προσφυγικό και ομογενειακό αποτύπωμα. Οι υποδομές ήρθαν με καθυστέρηση, όπως συχνά συνέβη σε περιοχές που αναπτύχθηκαν ταχύτερα από τον κρατικό και δημοτικό σχεδιασμό.
Σήμερα, όμως, το Πάρκο Ποντιακής Γενοκτονίας δίνει στην περιοχή έναν χώρο που συνδυάζει αναψυχή, οικογενειακή βόλτα και ιστορικό συμβολισμό. Και αυτό είναι κάτι που πολλές γειτονιές της Θεσσαλονίκης θα ήθελαν να έχουν.
