Από την προσωρινή διοίκηση της Τραπεζούντας το 1916 και τις προτάσεις του Χρύσανθου για ελληνοτουρκική συνεργασία, έως την Ένωση με την Ελλάδα, την αυτονομία, την ανεξαρτησία, την καυκασιανή συνομοσπονδία και το σχέδιο ενός «δεύτερου μετώπου»
Του Tamer Çilingir
| Τα αρχειακά τεκμήρια του 1919-1920 δεν επιβεβαιώνουν μια ενιαία και αμετάβλητη πολιτική γραμμή για τον Πόντο. Δείχνουν, αντίθετα, μια περίοδο έντονης αναζήτησης: ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία Ελλήνων και Τούρκων, Ένωση με την Ελλάδα, διπλωματική απόσπαση από την Τουρκία, αυτονομία, ανεξάρτητη Δημοκρατία, συνομοσπονδία με Αρμενία και Γεωργία, αλλά και ένοπλη οργάνωση. Το υπόμνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1920 αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία όταν ενταχθεί σε αυτή την αλληλουχία εγγράφων. |
Το έγγραφο της 11ης Σεπτεμβρίου 1920
Το δισέλιδο υπόμνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1920 φυλάσσεται στο Πολιτικό Αρχείο του Πόντου της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης. Οι πληρεξούσιοι των Ελλήνων του Πόντου, Βασίλειος Ιωαννίδης, Λεωνίδας Ιασονίδης και Θεμιστοκλής Καζαντζόγλου, ζητούσαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ιδιωτική ακρόαση για την τύχη της Τραπεζούντας.
Σύμφωνα με την πληροφορία που είχε φτάσει από την Κωνσταντινούπολη, η Ιερά Σύνοδος και το Μικτό Συμβούλιο είχαν αποφασίσει, ύστερα από εισήγηση του Έλληνα Ύπατου Αρμοστή Ευθύμιου Κανελλόπουλου, να απευθυνθούν στον Αμερικανό πρόεδρο Woodrow Wilson ζητώντας να μη συμπεριληφθεί η Τραπεζούντα στο αρμενικό κράτος. Το υπόμνημα κατέγραφε τη φράση: «Μόνος ο Μητροπολίτης Αμασείας αντέστη». Δηλαδή ο Γερμανός Καραβαγγέλης εμφανίζεται ως ο μόνος που διαφώνησε με την απόφαση.
Το ίδιο τεκμήριο αναφέρει ότι εξεταζόταν η αποστολή του Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθου στις Ηνωμένες Πολιτείες για το Ποντιακό Ζήτημα και περιγράφει την κατάσταση των Ελλήνων του Πόντου με τη δραματική διατύπωση ότι η εξόντωση συνεχιζόταν «συστηματικώς και γοργώς». Όμως, αν διαβάσουμε μόνο αυτό το έγγραφο, βλέπουμε μόνο την τελευταία πράξη μιας πολύ ευρύτερης πολιτικής αναζήτησης.
1916: η Τραπεζούντα ως προηγούμενο αυτοδιοίκησης
Η αναζήτηση αυτή δεν ξεκίνησε το 1919. Στο υπόμνημα που στάλθηκε από το Παρίσι στον Woodrow Wilson στις 10 Ιουλίου 1920, οι συντάκτες επικαλούνταν ρητά την εμπειρία της Τραπεζούντας του 1916. Σύμφωνα με το ίδιο το υπόμνημα, λίγο πριν από την είσοδο του ρωσικού στρατού, η πολιτική διοίκηση της πόλης παραδόθηκε σε προσωρινό σχήμα με επικεφαλής τον Μητροπολίτη και Έλληνες τοπικούς παράγοντες.
Για την ιστορική έρευνα χρειάζεται προσοχή! Το έγγραφο του 1920 δεν αρκεί από μόνο του για να ορίσουμε με ακρίβεια τη θεσμική φύση αυτής της διοίκησης. Αποδεικνύει όμως κάτι άλλο με βεβαιότητα: τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1916 χρησιμοποιούνταν από ποντιακούς πολιτικούς κύκλους ως ιστορικό προηγούμενο αυτοδιοίκησης και ως επιχείρημα ότι ο Πόντος μπορούσε να διοικηθεί χωριστά.
29 Μαΐου 1919: Ένοπλη οργάνωση, φόβος αντιποίνων και διπλωματική λύση
Ένα από τα σημαντικότερα τεκμήρια του Ψηφιακού Αρχείου Ελευθερίου Βενιζέλου είναι το τηλεγράφημα της 29ης Μαΐου 1919 του Ευθύμιου Κανελλόπουλου προς τον Νικόλαο Πολίτη για τη συνομιλία του συνταγματάρχη Δημητρίου Καθενιώτη με την Επιτροπή των Ποντίων (Αρχείο Βενιζέλου, Φάκελος 18, Έγγραφο 189, ψηφιακός κωδικός 173.018.189).
Το τεκμήριο δείχνει ότι η ένοπλη οργάνωση εξεταζόταν σοβαρά, αλλά καθόλου απλοϊκά. Η Επιτροπή επισήμαινε τις γεωγραφικές και δημογραφικές δυσκολίες, καθώς και τον κίνδυνο αντιποίνων σε βάρος του άοπλου ελληνικού πληθυσμού. Συζητούνταν η ανάγκη παρουσίας βρετανικών και γαλλικών δυνάμεων στην Αμισό και στην Τραπεζούντα, ενώ η μεταφορά μεγάλης δύναμης από το Βατούμ ή τον Καύκασο θεωρούνταν προβληματική.
Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι η πολιτική κατάληξη. Σύμφωνα με την επίσημη περίληψη του Αρχείου Βενιζέλου, η Επιτροπή ήταν διατεθειμένη να δεχθεί και διπλωματική πρωτοβουλία που θα μπορούσε να αποσπάσει τον Πόντο από την Τουρκία. Η ένοπλη εξέγερση, επομένως, δεν εμφανίζεται ως η μοναδική επιλογή.
18 Αυγούστου 1919: Η Ένωση με την Ελλάδα
Μερικούς μήνες αργότερα εμφανίζεται μια σαφώς διαφορετική πολιτική φόρμουλα. Στο τηλεγράφημα της 18ης Αυγούστου 1919, που ο Κανελλόπουλος διαβίβασε στον Βενιζέλο, επαναλαμβάνεται ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης των Ελλήνων του Πόντου. Η επίσημη αρχειακή περίληψη αποδίδει τον στόχο με τη φράση «Ένωσις του Πόντου μετά της Ελλάδος». Το έγγραφο φυλάσσεται στο Αρχείο Βενιζέλου, Φάκελος 22, Έγγραφο 91, ψηφιακός κωδικός 173.022.091.
Αυτό είναι ισχυρό τεκμήριο ότι η Ένωση με την Ελλάδα υπήρχε ως συγκεκριμένη πολιτική επιλογή και διατυπωνόταν εξ ονόματος ενός οργανωμένου αντιπροσωπευτικού σώματος. Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι όλοι οι Έλληνες του Πόντου είχαν την ίδια θέση ούτε ότι αυτή ήταν η μόνη γραμμή του ποντιακού κινήματος. Ακριβώς τα επόμενα έγγραφα δείχνουν πόσο ρευστή ήταν η κατάσταση.
Νοέμβριος 1919: Στο τραπέζι και η ελληνοτουρκική συνεργασία
Το πιο αποκαλυπτικό ίσως τεκμήριο για αυτή την πολυμορφία είναι το τηλεγράφημα του Ελευθερίου Βενιζέλου προς τον Ευθύμιο Κανελλόπουλο της 2/15 Νοεμβρίου 1919. Ο επίσημος τίτλος του Ψηφιακού Αρχείου είναι από μόνος του εντυπωσιακός: «Τηλεγράφημα του Ε. Βενιζέλου προς τον Ε. Κανελλόπουλο σχετικά με τις προτάσεις του Μητροπολίτη Τραπεζούντας για τη συνεργασία Ελλήνων και Τούρκων».
Η αρχειακή περίληψη αναφέρει ότι ο Βενιζέλος συμφωνούσε με ορισμένα άρθρα των προτάσεων του Χρύσανθου για συνεργασία Ελλήνων και Τούρκων και διατύπωνε αντιρρήσεις για άλλα. Το τεκμήριο είναι σχέδιο δύο σελίδων, Φάκελος 24, Έγγραφο 16. Δεν γνωρίζουμε ακόμη, χωρίς πλήρη δημοσίευση και ανάλυση των δύο σελίδων, όλες τις θεσμικές λεπτομέρειες του σχεδίου. Γνωρίζουμε όμως πλέον με ασφάλεια ότι μια μορφή ελληνοτουρκικής πολιτικής συνεργασίας και συνύπαρξης βρισκόταν επίσης στο τραπέζι.
Αυτό το στοιχείο είναι κρίσιμο. Δεν επιτρέπει να πούμε ότι ο Χρύσανθος πρότεινε απλώς «παραμονή υπό τουρκική κυριαρχία». Επιτρέπει όμως να πούμε ότι η πολιτική σκέψη της εποχής δεν εξαντλούνταν στην Ένωση ή στην ανεξαρτησία. Υπήρχαν σχέδια για μια νέα τοπική τάξη πραγμάτων, στην οποία Έλληνες και Τούρκοι θα μπορούσαν να συνεργαστούν πολιτικά.
ΟΤην ίδια στιγμή: ργάνωση ποντιακών στρατιωτικών μονάδων
Η ύπαρξη μιας πρότασης συνεργασίας με τους Τούρκους δεν σήμαινε ότι η στρατιωτική επιλογή είχε εγκαταλειφθεί. Στις 8 Νοεμβρίου 1919 ο Αλέξανδρος Διομήδης ενημέρωνε τον Βενιζέλο για προβλήματα στη στρατολόγηση Ποντίων. Η επίσημη αρχειακή περίληψη σημειώνει ότι η στρατολόγηση έπρεπε να γίνεται εθελοντικά και όχι με καταναγκαστικό τρόπο. Το τεκμήριο είναι το Φάκελος 24, Έγγραφο 75, ψηφιακός κωδικός 173.024.075.
Ο Οδυσσέας Λαμψίδης, δημοσιεύοντας και σχολιάζοντας την έκθεση Καθενιώτη, αναφέρει ότι συγκροτήθηκαν στην Αθήνα ένα τάγμα και μία πυροβολαρχία και στη Θεσσαλονίκη ένα ακόμη τάγμα, με περίπου 2.000 καταγεγραμμένους εθελοντές. Το έγγραφο του Διομήδη μάς υποχρεώνει, ωστόσο, να μην παρουσιάζουμε τη διαδικασία στρατολόγησης ως απολύτως ομοιογενή ή χωρίς εσωτερικές αντιπαραθέσεις.
Δεκέμβριος 1919: Το βρετανικό φρένο στο σχέδιο του Βατούμ
Τον Δεκέμβριο του 1919 η συζήτηση για στρατιωτική οργάνωση προσέκρουσε σε έναν εξωτερικό παράγοντα: τη βρετανική πολιτική. Σε μυστικό τηλεγράφημα που ο Νικόλαος Πολίτης έστειλε για να διαβιβαστεί στον Καθενιώτη, μεταφερόταν βρετανική απάντηση σύμφωνα με την οποία δεν θα επιτρεπόταν στο Βατούμ ούτε η συγκρότηση ελληνικών μονάδων ούτε μιας ποντιακής «εθνικής στρατιάς». Ο Καθενιώτης καλούνταν επίσης να μην προχωρήσει σε νέα προετοιμασία πριν συνεννοηθεί με τον Χρύσανθο.
Η σημασία του τεκμηρίου είναι σαφής: οι επιλογές του ποντιακού κινήματος δεν κρίνονταν μόνο από τις επιθυμίες των ίδιων των Ποντίων ή της Αθήνας. Η Βρετανία, η Γαλλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η διεθνής ισορροπία στον Καύκασο καθόριζαν ποια σχέδια μπορούσαν να προχωρήσουν και ποια όχι.
7 Ιουλίου 1920: Το σχέδιο «δεύτερου μετώπου» Αμισού-Σεβάστειας
Τον Ιούνιο του 1920, όμως, η στρατιωτική επιλογή επανήλθε σε πολύ πιο φιλόδοξη μορφή. Στις 24 Ιουνίου 1920 με το τότε ελληνικό ημερολόγιο – 7 Ιουλίου με το Γρηγοριανό – ο Χρήστος Καλαντίδης και ο Κωνσταντίνος Κανσίζ, εκ μέρους της Επιτροπής των Ποντίων στην Ελλάδα, υπέβαλαν στον Βενιζέλο τετρασέλιδο υπόμνημα για πιθανή κίνηση στον Πόντο εναντίον του Κεμάλ. Το τεκμήριο είναι το 173.315.28 του Αρχείου Βενιζέλου.
Η λογική του σχεδίου ήταν στρατηγική: μια δύναμη που θα κινούνταν από την Αμισό προς τη Σεβάστεια θα μπορούσε, σύμφωνα με τους συντάκτες, να δυσκολέψει τις ανατολικοδυτικές συνδέσεις των κεμαλικών δυνάμεων και να ανακουφίσει την πίεση πάνω στον ελληνικό στρατό που προχωρούσε από τα δυτικά. Σε παράλληλο υπόμνημα προς το Ελληνικό Γενικό Στρατηγείο εμφανίζεται η εκτίμηση για δυνατότητα περίπου 20.000 Ποντίων μαχητών.
Ο αριθμός αυτός δεν πρέπει να μετατραπεί εκ των υστέρων σε πραγματική στρατιωτική δύναμη. Πρόκειται για εκτίμηση δυναμικού, η οποία συνδυάζει διαφορετικές κατηγορίες ενόπλων και πρώην μαχητών. Το έγγραφο δεν αποδεικνύει ότι 20.000 άνδρες ήταν συγκροτημένοι, εξοπλισμένοι και έτοιμοι για επιχειρήσεις, ούτε ότι το σχέδιο εγκρίθηκε τελικά από τον Βενιζέλο ή το Γενικό Στρατηγείο.
Τρεις ημέρες αργότερα: Ανεξάρτητη Δημοκρατία ή αυτονομία
Και εδώ εμφανίζεται ίσως η πιο εντυπωσιακή σύγκριση ολόκληρης της αλληλουχίας. Μόλις τρεις ημέρες μετά τη γρηγοριανή ημερομηνία του στρατιωτικού σχεδίου, στις 10 Ιουλίου 1920, υπόμνημα από το Παρίσι προς τον Woodrow Wilson έθετε ως πρώτη επιλογή τη δημιουργία ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου από τη Ριζούντα έως δυτικά της Σινώπης. Αν αυτό δεν γινόταν δεκτό, προτεινόταν ένα καθεστώς αυτονομίας ανάλογο με το προπολεμικό μοντέλο του Λιβάνου.
Το ίδιο κείμενο φανταζόταν την ανεξάρτητη ποντιακή οντότητα όχι ως εχθρό της Αρμενίας, αλλά ως γειτονικό κράτος με φιλικές σχέσεις μαζί της. Και ακριβώς γι’ αυτό το στοιχείο η κρίση του Σεπτεμβρίου 1920 αποκτά νέο νόημα.
Σεπτέμβριος 1920: Αρμενία, συνομοσπονδία και ξεχωριστή ποντιακή υπόσταση
Το υπόμνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1920 δεν πρέπει να διαβαστεί απλώς ως μια «αντι-αρμενική» αντίδραση. Οι ίδιοι ποντιακοί εκπρόσωποι είχαν εξετάσει, σύμφωνα με το έγγραφο, ακόμη και μια συνομοσπονδιακή λύση με την Αρμενία και τη Γεωργία υπό βρετανική προστασία. Η συνομοσπονδία και η ενσωμάτωση της Τραπεζούντας στο αρμενικό κράτος δεν ήταν το ίδιο πράγμα.
Στην πρώτη περίπτωση ο Πόντος θα μπορούσε να διατηρεί χωριστή πολιτική υπόσταση μέσα σε ένα ευρύτερο ομοσπονδιακό ή συνομοσπονδιακό σχήμα. Στη δεύτερη, η Τραπεζούντα θα εντασσόταν άμεσα σε άλλο κράτος. Έτσι η αγωνία των αντιπροσώπων μπορεί να διαβαστεί περισσότερο ως αγωνία για την απώλεια μιας ξεχωριστής ποντιακής πολιτικής υπόστασης παρά ως απλή αντίθεση προς την Αρμενία.
Γιατί διαφώνησε ο Γερμανός Καραβαγγέλης;
Το ερώτημα που αφήνει ανοιχτό το έγγραφο της 11ης Σεπτεμβρίου είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον: γιατί ο Μητροπολίτης Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης εμφανίζεται ως ο μόνος που αντιτάχθηκε στην απόφαση να ζητηθεί η εξαίρεση της Τραπεζούντας από το αρμενικό κράτος;
Υποστήριζε πράγματι μια ένταξη της Τραπεζούντας στην Αρμενία; Προτιμούσε άλλη ομοσπονδιακή λύση; Ή η διαφωνία του αφορούσε τον τρόπο και τη χρονική στιγμή της διπλωματικής κίνησης; Το συγκεκριμένο υπόμνημα δεν δίνει την απάντηση. Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στις δικές του επιστολές και στις σχετικές διπλωματικές αλληλογραφίες του καλοκαιριού και του φθινοπώρου του 1920.
Οκτώ διαφορετικές κατευθύνσεις μέσα σε λίγους μήνες
1916: η εμπειρία μιας προσωρινής διοίκησης της Τραπεζούντας, που αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως προηγούμενο αυτοδιοίκησης
Μάιος 1919: στρατιωτική οργάνωση, αλλά και διπλωματική λύση αντί της εξέγερσης
Αύγουστος 1919: Ένωση του Πόντου με την Ελλάδα
Νοέμβριος 1919: προτάσεις του Χρύσανθου για συνεργασία Ελλήνων και Τούρκων
1919-1920: οργάνωση ποντιακών στρατιωτικών μονάδων και εθελοντών
Ιούλιος 1920: σχέδιο στρατιωτικής πίεσης από Αμισό προς Σεβάστεια, σε συντονισμό με την ελληνική προέλαση
Ιούλιος 1920: ανεξάρτητη Δημοκρατία του Πόντου ή, εναλλακτικά, αυτονομία
Σεπτέμβριος 1920: συνομοσπονδιακά σχέδια με Αρμενία και Γεωργία και ταυτόχρονη αντίθεση στην απλή ενσωμάτωση της Τραπεζούντας στο αρμενικό κράτος
Αυτές οι κατευθύνσεις δεν ανήκαν πάντοτε στους ίδιους ανθρώπους, δεν είχαν όλες την ίδια ισχύ και αρκετές έμειναν μόνο ως σχέδια ή διπλωματικές προτάσεις. Αυτό ακριβώς, όμως, είναι το ιστορικό συμπέρασμα: δεν υπήρχε μια ενιαία γραμμή που να ξεκινά το 1919 και να οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα προκαθορισμένο αποτέλεσμα.
Να μη διαβάζουμε το 1919 γνωρίζοντας ήδη το 1922
Είναι εύκολο να διαβάσουμε το 1919 και το 1920 από το τέλος προς την αρχή. Αν επιλέξουμε μόνο τα έγγραφα της Ένωσης, μπορούμε να παρουσιάσουμε όλη την ποντιακή πολιτική ως σχέδιο προσάρτησης στην Ελλάδα. Αν επιλέξουμε μόνο τα στρατιωτικά υπομνήματα, μπορούμε να την παρουσιάσουμε αποκλειστικά ως πρόγραμμα εξέγερσης. Αν, αντίθετα, κρατήσουμε μόνο τα σχέδια συνεργασίας και αυτονομίας, θα εξαφανίσουμε τις πραγματικές στρατιωτικές προετοιμασίες.
Το αρχείο δεν μας επιτρέπει καμία από αυτές τις απλουστεύσεις. Την ίδια εποχή που συζητούνταν ένοπλη οργάνωση, οι ποντιακοί κύκλοι φοβούνταν αντίποινα κατά των αμάχων. Την ίδια χρονιά που διατυπωνόταν η Ένωση με την Ελλάδα, ο Χρύσανθος επεξεργαζόταν προτάσεις ελληνοτουρκικής συνεργασίας. Την ίδια εβδομάδα που καταρτιζόταν σχέδιο στρατιωτικής πίεσης προς τη Σεβάστεια, διατυπωνόταν υπόμνημα για ανεξάρτητη Δημοκρατία και αυτονομία.
Το ερώτημα που παρέμενε σταθερό
Οι απαντήσεις άλλαζαν. Το βασικό ερώτημα, όμως, παρέμενε το ίδιο: μέσα στην κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στον πόλεμο, στις εκτοπίσεις, στη βία και στον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων, με ποιο πολιτικό καθεστώς θα μπορούσαν να επιβιώσουν οι Έλληνες του Πόντου και να εξασφαλίσουν το μέλλον τους;
Η προσωρινή διοίκηση της Τραπεζούντας του 1916 μετατράπηκε σε προηγούμενο. Η Ένωση με την Ελλάδα τέθηκε ως στόχος. Η συνεργασία με τους Τούρκους εξετάστηκε. Η ανεξαρτησία και η αυτονομία προτάθηκαν. Η συνομοσπονδία με τα κράτη του Καυκάσου συζητήθηκε. Η στρατιωτική λύση οργανώθηκε και επανήλθε σε διαφορετικές μορφές. Και κάθε φορά οι διεθνείς δυνάμεις έθεταν νέα όρια.
Γι’ αυτό το υπόμνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1920 είναι σημαντικό όχι μόνο επειδή μας λέει ποιος διαφώνησε για την Τραπεζούντα. Είναι σημαντικό επειδή μας επιτρέπει να δούμε μια στιγμή μέσα σε μια πολύ μεγαλύτερη ιστορία πολιτικής αβεβαιότητας και αναζήτησης.
| Το πιο ασφαλές συμπέρασμα των τεκμηρίων είναι ίσως και το πιο ουσιαστικό: ο Πόντος του 1919-1920 δεν είχε ένα μόνο πολιτικό μέλλον μπροστά του. Είχε πολλά – και κανένα δεν ήταν ακόμη προδιαγεγραμμένο. |
Βασικά τεκμήρια και πηγές
1. PontosNews, 11/09/2026, «Μόνος ο μητροπολίτης Αμασείας αντέστη»: Το υπόμνημα για την Τραπεζούντα που έφτασε στον Βενιζέλο [σύνδεσμος]
2. Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Φάκ. 18, Έγγρ. 189, 29 Μαΐου 1919, Κανελλόπουλος προς Πολίτη για τη συνομιλία Καθενιώτη με την Επιτροπή των Ποντίων, 173.018.189 [σύνδεσμος]
3. Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Φάκ. 22, Έγγρ. 91, 18 Αυγούστου 1919, τηλεγράφημα για το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης των Ελλήνων του Πόντου, 173.022.091 [σύνδεσμος]
4. Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Φάκ. 24, Έγγρ. 75, 8 Νοεμβρίου 1919, Διομήδης προς Βενιζέλο για τη στρατολόγηση Ποντίων, 173.024.075 [σύνδεσμος]
5. Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Φάκ. 24, Έγγρ. 16, 2/15 Νοεμβρίου 1919, Βενιζέλος προς Κανελλόπουλο για τις προτάσεις Χρύσανθου σχετικά με συνεργασία Ελλήνων και Τούρκων [σύνδεσμος]
6. Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Φάκ. 25, Έγγρ. 54, 22 Νοεμβρίου 1919, Σταυριδάκης προς Πολίτη για αναφορά του Χρύσανθου και την πρωτοβουλία Jules Cambon για τα σχολεία του Πόντου, 173.025.054 [σύνδεσμος]
7. Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Φάκ. 27, Έγγρ. 64, Δεκέμβριος 1919, μυστικό τηλεγράφημα Πολίτη προς Καθενιώτη για τη βρετανική στάση απέναντι στην οργάνωση δυνάμεων στο Βατούμ, 173.027.64
8. Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Φάκ. 315, Έγγρ. 28, 24 Ιουνίου 1920 (7 Ιουλίου Γρηγοριανό), Καλαντίδης και Κανσίζ προς Βενιζέλο για ενδεχόμενη κίνηση στον Πόντο εναντίον του Κεμάλ, 173.315.28 [σύνδεσμος]
9. Υπόμνημα από το Παρίσι προς τον Woodrow Wilson, 10 Ιουλίου 1920, για ανεξάρτητη Δημοκρατία του Πόντου και εναλλακτικά αυτονομία. Στο αντίγραφο εργασίας εμφανίζεται η ένδειξη 173.315.33· η οριστική αρχειακή ταξινόμηση χρειάζεται επιβεβαίωση.
10. Οδυσσέας Λαμψίδης, «Προσπάθειες στρατιωτικής οργανώσεως των Ελληνοποντίων (25 Απριλίου 1919-5 Απριλίου 1920). Νέα έκδοση της εκθέσεως Δ. Καθενιώτη», Δωδώνη 31 (2002), σ. 5-222. [σύνδεσμος]
Σημείωση για τη μέθοδο: Όπου το τεκμήριο είναι τηλεγράφημα-αντίγραφο, αρχειακή περίληψη ή μεταγενέστερο υπόμνημα, το άρθρο αποφεύγει να μετατρέπει τις εκτιμήσεις των συντακτών σε ανεξάρτητα επαληθευμένα γεγονότα. Οι αριθμοί στρατιωτικής δύναμης και οι γενικεύσεις περί αντιπροσώπευσης χρησιμοποιούνται ως ισχυρισμοί των ίδιων των πηγών και όχι ως αυτόματες στατιστικές βεβαιότητες.

Ο Ταμέρ Τσιλιγκίρ είναι Τούρκος στην εθνικότητα ακτιβιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αγωνιστής για τη δικαίωση του ιερού αγώνα του Ποντιακού Ελληνισμού. Γεννήθηκε το 1965 στο χωριό Λιβερά της επαρχίας Ματσούκας που βρίσκεται στην Τραπεζούντα (περιοχή που παρέμειναν ελληνόφωνοι πληθυσμοί μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών)». Η οικογένειά του μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου τελείωσε το σχολείο.
Το 1978 εισήλθε στη Σχολή Αξιωματικών, του στρατιωτικού Λυκείου Kuleli, ένα ίδρυμα παραγωγής Τούρκων εθνικιστών. Ωστόσο δεν άντεξε από το αυταρχικό και ακραία εθνικιστικό περιβάλλον και εξαιτίας του επαναστατικού του χαρακτήρα εκδιώχθηκε από τη σχολή στον τρίτο χρόνο φοίτησης. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την κεραμική τέχνη, δεν προχώρησε όμως τις σπουδές του σε κάποιο κρατικό πανεπιστήμιο της Τουρκίας από επιλογή.
Ασχολούμενος με την κεραμική τέχνη της Ανατολής μελέτησε τον λαϊκό πολιτισμό, μία έρευνα που στην ουσία του άνοιξε τα μάτια για την κατάσταση στην Τουρκία, αφού στη συνέχεια ξεκίνησε ο αγώνας του για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία και τη δημοκρατία. Εξαιτίας αυτής της δράσης φυλακίστηκε τρεις φορές, από το 1986 μέχρι το 1994, στην τελευταία εκ των οποίων καταδικάστηκε ισόβια κάθειρξη. Τα βασανιστήρια που υπέστη κατά τον εγκλεισμό του δεν τα χωρά ανθρώπινος νους.
Βίωσε απάνθρωπες καταστάσεις, χειρότερες από την ταινία αμερικανικής παραγωγής «Εξπρές του μεσονυκτίου». Έκανε απεργία πείνας για 91 ημέρες προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για τις άθλιες συνθήκες και το 2004 αποφυλακίστηκε προσωρινά εξαιτίας προβλημάτων απώλειας μνήμης. Με τη βοήθεια της οικογένειάς του φυγαδεύτηκε στην Ελβετία, όπου ζει μέχρι σήμερα και μάχεται για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Έχει εκδώσει το βιβλίο “Pontus Gerceği” δηλαδή «Η Αλήθεια για τον Πόντο», ενώ η παρουσία του στο διαδίκτυο και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης είναι πολύ σημαντική.
Σε αυτό το βιβλίο ο Τσιλιγκίρ, το επίθετο του οποίου σημαίνει «κλειδαράς» στα τουρκικά, ξεκλειδώνει όλα τα μυστικά των Οθωμανών και των Τούρκων και θεμελιώνει την ύπαρξη της Γενοκτονίας! Ο συγγραφέας ερευνώντας πηγές από το οθωμανικό κράτος αλλά και αυτό της τουρκικής δημοκρατίας ανακάλυψε αποκαλυπτικά στοιχεία. «Οι πηγές μιλούν ξεκάθαρα για αυτήν τη σφαγή και παραδέχονται την Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Υπάρχουν μυστικές (κρυφές) συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στο κοινοβούλιο την τριετία 1920-1923 και οι οποίες δημοσιεύθηκαν σε βιβλίο το 1985. Εκεί υπάρχει ομολογία για την Γενοκτονία των Ποντίων.

1 Σχόλιο
Pingback: Δεν υπήρχε ένα και μοναδικό σχέδιο για τον Πόντο - HellasVoice.gr