Δεν χρειάζεται να έχει κανείς ποντιακή καταγωγή για να συγκλονιστεί αντικρίζοντας τα χώματα όπου επί αιώνες έζησε, δημιούργησε και μεγαλούργησε ο Ελληνισμός του Πόντου. Αρκεί να γνωρίζει την Ιστορία και να αντιλαμβάνεται το βάρος των τόπων, των μνημείων και της μνήμης που επιμένει να παραμένει ζωντανή.
Του Χρήστου Κωνσταντινίδη
Ο πρώην δήμαρχος Αλμωπίας, Δημήτρης Μπίνος, πραγματοποίησε ένα μεγάλο οδοιπορικό στον ιστορικό Πόντο, περνώντας από τη Σαφράμπολη, τη Σαμψούντα, την Κερασούντα, την Τραπεζούντα, την Αμάσεια, την Αργυρούπολη και δεκάδες ακόμη τόπους με έντονο ελληνικό αποτύπωμα. Προσκύνησε στην Παναγία Σουμελά, αντίκρισε χριστιανικά μνημεία που άντεξαν στον χρόνο και συνάντησε ανθρώπους οι οποίοι εξακολουθούν να μιλούν την ποντιακή διάλεκτο και να διατηρούν στοιχεία της παράδοσης των προγόνων τους.
Μιλώντας στο Pontos Voice, περιγράφει τη χαρμολύπη της επιστροφής, την εθνική υπερηφάνεια που ένιωσε μπροστά στα δημιουργήματα των Ελλήνων του Πόντου και τη βαθιά συγκίνηση που του προκάλεσε η επαφή με τις αλησμόνητες πατρίδες. Παράλληλα, καταθέτει τις προτάσεις του για την προστασία των ελληνικών και χριστιανικών μνημείων και έστειλε μήνυμα ευθύνης στους Ποντίους της Αλμωπίας και ιδιαίτερα στη νέα γενιά, ότι ο Πόντος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μια χαμένη πατρίδα, αλλά ως μια ζωντανή πηγή ιστορίας, πολιτισμού και διαχρονικών αξιών.
Τι ήταν εκείνο που σας ώθησε να πραγματοποιήσετε αυτό το ταξίδι στον ιστορικό Πόντο;
«Η ανάγκη να επιβεβαιώσω όσα αισθάνομαι ως Έλληνας και να δω από κοντά όσα δημιούργησαν οι Έλληνες του Πόντου. Μια ιστορική και αναμφισβήτητη πραγματικότητα, η οποία έχει τις απαρχές της στον 8ο αιώνα π.Χ., με τον Β΄ Ελληνικό Αποικισμό».
Ποια ήταν τα συναισθήματά σας όταν πατήσατε για πρώτη φορά στα χώματα όπου έζησε και μεγαλούργησε ο ποντιακός Ελληνισμός;
«Σε αυτό το ταξίδι ζωής αισθάνθηκα συγκίνηση και, ταυτόχρονα, εθνική υπερηφάνεια για όσα δημιούργησαν οι Έλληνες του Πόντου ανά τους αιώνες. Δημιουργήματα που τοποθετούν τους Έλληνες στην πρώτη γραμμή της πολιτιστικής και πνευματικής δημιουργίας, με πανανθρώπινη και οικουμενική αξία».

Ποιες περιοχές επισκεφθήκατε και ποια στιγμή του ταξιδιού χαράχτηκε βαθύτερα στη μνήμη σας;
«Επισκεφθήκαμε πολλές περιοχές του ποντιακού Ελληνισμού. Η ιδιαιτερότητα αυτής της διαδρομής ήταν η δυνατότητα που δόθηκε σε πολλούς συμπολίτες μας να επισκεφθούν τις ιδιαίτερες πατρίδες των προγόνων τους, να προσκυνήσουν και να φιλήσουν τα ιερά χώματα των χαμένων πατρίδων, που παραμένουν πάντοτε βαθιά χαραγμένες στην ψυχή και στην καρδιά τους.
Η Σαφράμπολη, η Σαμψούντα, η Κερασούντα, η Τραπεζούντα, η Σεβάστεια, η Αμάσεια, το Ορντού —τα ιστορικά Κοτύωρα—, η Θεμίσκυρα, η Οινόη, η Παναγία Σουμελά, το Ακ Νταγ Ματέν, η Τοκάτη και η Αργυρούπολη ήταν ορισμένα από τα πολλά μέρη που επισκεφθήκαμε στη μεγάλη διαδρομή μας στον Πόντο».
Υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος τόπος, χωριό ή οικογενειακό ίχνος που επιθυμούσατε ιδιαίτερα να αναζητήσετε;
«Αυτά τα ταξίδια έχουν πάντοτε ως πρωταρχικό σκοπό την εκπλήρωση ενός τάματος που έχουν όλοι οι Έλληνες του Πόντου, να επισκεφθούν τους τόπους των προγόνων τους και της δικής τους καταγωγής.
Εγώ δεν έχω ποντιακή καταγωγή και η σύζυγός μου είναι Μικρασιάτισσα. Ένιωσα, όμως, ως Έλληνας τα ίδια συναισθήματα με όσους κατάγονται από τον Πόντο».
Πώς βιώσατε την επίσκεψη στην Παναγία Σουμελά και τι σημαίνει, κατά τη γνώμη σας, το ιστορικό μοναστήρι για τους Ποντίους σήμερα;
«Δεν έχω αισθανθεί ποτέ άλλοτε τόσο κοντά στον Θεό όσο ένιωσα στο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά. Η φύση και όσα δημιούργησαν εκεί οι μοναχοί σε οδηγούν στην αγκαλιά της Παναγίας και του Θεού.
Η Παναγία Σουμελά, Μητέρα του Θεού και των Ποντίων, πρέπει να αποτελεί ιερό προσκύνημα για όλους τους Ποντίους ειδικότερα, αλλά και για όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς γενικότερα. Θεωρώ ιερό καθήκον να επισκεφθούν, έστω μία φορά στη ζωή τους, το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, όπως αντίστοιχα συμβαίνει με τους μουσουλμάνους και τη Μέκκα».

Συναντήσατε κατοίκους που διατηρούν ακόμη στοιχεία της ποντιακής γλώσσας, της μουσικής ή της παράδοσης; Τι σας μετέφεραν για τη ζωή και την ταυτότητά τους;
«Στην Τραπεζούντα και στην ευρύτερη περιοχή της ζουν άνθρωποι που μιλούν την ποντιακή διάλεκτο, ακολουθούν τα ήθη και τα έθιμα των προγόνων τους και διατηρούν στη λαϊκή παράδοση και στην καθημερινότητά τους όλα εκείνα τα στοιχεία που μαρτυρούν την καταγωγή τους.
Μέσα από τα τραγούδια τους αναδύονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ποντιακού Ελληνισμού και η ψυχή ενός περήφανου, αλλά και βαθιά πονεμένου λαού.
Το τραγούδι “Μαύροθάλασσα”, το οποίο τραγούδησε ο μικρός γιος του Άντεμ στο παρακάθ’ που κάναμε στους πρόποδες του όρους Μελά, με πλούσια ποντιακή κουζίνα, πιστεύω, ότι είναι και η αιτία που μιλάμε σήμερα. Περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι είδαν την ανάρτηση που έκανα στο διαδίκτυο, με τίτλο: “Ένα παιδί που κατοικεί στον Πόντο, στα βάθη της Τουρκίας, τραγούδησε τη Μαύροθάλασσα και έγραψε τη δική του ιστορία”».
Ως άνθρωπος που υπηρέτησε την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τι πιστεύετε ότι μπορούν να κάνουν οι δήμοι για τη διατήρηση της ποντιακής μνήμης και τη σύνδεση των νεότερων γενεών με την ιστορική τους πατρίδα;
«Οι δήμοι πρέπει να συνεργάζονται με όλους τους ποντιακούς συλλόγους και να επικουρούν την κεντρική διοίκηση στην ανάπτυξη συνεργασίας με την αντίστοιχη διοίκηση της Τουρκίας, με στόχο τη συντήρηση των μνημείων που βρίσκονται στην επικράτεια των δύο χωρών.
Έχει ήδη υπογραφεί σχετικό μνημόνιο για ορισμένα μνημεία. Αυτή η προσπάθεια πρέπει να έχει συνέχεια, με σεβασμό στην Ιστορία και στα μνημεία των δύο λαών».
Ποια εικόνα σχηματίσατε για την κατάσταση των ελληνικών και χριστιανικών μνημείων στον Πόντο; Θεωρείτε ότι προστατεύονται και αναδεικνύονται όπως τους αρμόζει;
«Επισκεφθήκαμε πολλά ελληνικά και χριστιανικά μνημεία. Αρκετά βρίσκονταν σε καλή κατάσταση, ενώ άλλα ήταν κατεστραμμένα. Τα περισσότερα, όμως, δεν χρησιμοποιούνται πλέον σύμφωνα με τον αρχικό τους προορισμό, αλλά έχουν μετατραπεί σε σχολεία, μουσεία, τζαμιά ή επαγγελματικές εγκαταστάσεις.
Ευχάριστη έκπληξη αποτέλεσε το συνεργείο που πραγματοποιούσε εργασίες αποκατάστασης στις τοιχογραφίες της Παναγίας Σουμελά, καθώς και η καλή κατάσταση των τοιχογραφιών στον εξωνάρθηκα της Αγίας Σοφίας Τραπεζούντας».

Πιστεύετε ότι τέτοια ταξίδια μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στους δύο λαούς, χωρίς να παραμερίζονται η ιστορική αλήθεια και το αίτημα για διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου;
«Στο πλαίσιο της δημοκρατικής ελευθερίας έκφρασης, βούλησης και μετακίνησης των πολιτών των δύο κρατών, πρέπει να δίνεται η δυνατότητα απρόσκοπτης πρόσβασης στις πατρογονικές τους εστίες.
Υπάρχουν πολλοί Τούρκοι που επισκέπτονται την Ελλάδα και πολλοί Έλληνες που ταξιδεύουν στην Τουρκία. Αυτή η επικοινωνία δεν αποτελεί εμπόδιο στους αγώνες μας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου».
Τι φέρατε μαζί σας επιστρέφοντας από τον Πόντο και ποιο μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους Ποντίους της Αλμωπίας, ιδιαίτερα στη νέα γενιά;
«Επέστρεψα με περισσότερες γνώσεις για την Ιστορία του ποντιακού Ελληνισμού και με ένα έντονο συναίσθημα χαρμολύπης. Χαρά για όλα τα όμορφα που δημιούργησαν οι Πόντιοι πρόγονοί μας και λύπη για όσα χάσαμε, αλλά και για τον αφανισμό χιλιάδων Ελλήνων του Πόντου.
Οι Πόντιοι της Αλμωπίας και, ιδιαίτερα, η νέα γενιά ποντιακής καταγωγής έχουν μια σημαντική ιστορική, πολιτιστική και ηθική ευθύνη. Αυτή επικεντρώνεται στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, στην ανάδειξη και τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, καθώς και στη συνέχιση της παράδοσης μέσα από την εκμάθηση και τη διάδοση των ποντιακών εθίμων, των χορών, της μουσικής και της ποντιακής διαλέκτου.
Ο Πόντος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως μια “χαμένη πατρίδα”, αλλά ως μια ζωντανή πηγή αξιών, όπως η εργατικότητα, η ανθεκτικότητα και η αλληλεγγύη, προσαρμοσμένων στις ανάγκες της σύγχρονης εποχής».

Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης είναι δημοσιογράφος ποντιακής καταγωγής. Οι πρόγονοί του προέρχονται από το Κοιλάδι Τραπεζούντας, το Χαμσίκιοϊ Ματσούκας και τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ).
