Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
Η «Λαϊκή Τραγωδία – Νίκος Καπετανίδης» ανήκει στην κατηγορία των τραγουδιών που γεννήθηκαν για να υπηρετήσουν τη μνήμη. Αποτελεί μουσικό μνημείο για τον μαχητικό δημοσιογράφο της «ΕΠΟΧΗΣ», ο οποίος ανέβηκε στην αγχόνη της Αμάσειας στις 21 Σεπτεμβρίου 1921 και μετέτρεψε την τελευταία στιγμή της ζωής του σε αιώνια εθνική ομολογία.
Τους στίχους έγραψε ο δημοσιογράφος Γιώργος Γεωργιάδης και τη μουσική ο Χρήστος Παπαδόπουλος. Το έργο ερμηνεύουν ο Γιάννης Κότσιρας, η Ελένη Τσαλιγοπούλου και ο Αλέξης Παρχαρίδης, τρεις διαφορετικές φωνές που ενώνονται για να αφηγηθούν μία κοινή πληγή και μία μεγάλη θυσία.
Ακούστε το:
Μία λαϊκή τραγωδία χωρίς ήττα
Ο τίτλος του έργου περιγράφει με ακρίβεια τη δραματουργία του. Πρόκειται για τραγωδία, επειδή ένας νέος άνθρωπος οδηγείται στον θάνατο από ένα καθεστώς που φοβάται την αλήθεια και επιχειρεί να αποκεφαλίσει την πνευματική ηγεσία του Ποντιακού Ελληνισμού.
Είναι, όμως, και λαϊκή, επειδή ο ήρωας δεν παρουσιάζεται αποκομμένος από τον λαό του. Ο Καπετανίδης γίνεται η φωνή του Πόντου, το γέννημα της Ριζούντας, ο δημοσιογράφος της Τραπεζούντας, ο μάρτυρας της Αμάσειας. Η προσωπική του θυσία ενώνεται με τη συλλογική τραγωδία ενός ολόκληρου λαού.
Στους στίχους του Γιώργου Γεωργιάδη δεν υπάρχει ένας ανήμπορος μελλοθάνατος. Υπάρχει ένας αποφασισμένος Έλληνας που κοιτάζει κατάματα τον δήμιο και τον αναγκάζει να φοβηθεί. Ο άνθρωπος που ανεβαίνει στο ικρίωμα έχει ήδη νικήσει, γιατί ο θάνατος δεν μπορεί να του αφαιρέσει ούτε την πίστη ούτε την αξιοπρέπεια ούτε την εθνική του ταυτότητα.
Αυτή είναι η μεγάλη ανατροπή του τραγουδιού! Ο καταδικασμένος δεν παρουσιάζεται ως ηττημένος. Η αγχόνη μετατρέπεται σε βήμα ελευθερίας και ο δήμιος σε ασήμαντη σκιά μπροστά στο ανάστημα του θύματος.
Όταν άνοιξαν οι ουρανοί
Η κορύφωση έρχεται με τη φράση «Ζήτω είπες η Ελλάς».
Δεν είναι απλώς η αναφορά στα τελευταία λόγια του Καπετανίδη. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο επίγειος θάνατος αποκτά μεταφυσική διάσταση. Οι ουρανοί ανοίγουν, τα άστρα συμμετέχουν στο δράμα και «βρέχει φωτιά στην Αμάσεια».
Η φύση δεν παραμένει αδιάφορη. Οι άγγελοι θρηνούν, η γη συνταράσσεται και τα κάστρα του Ελληνισμού πενθούν. Η εκτέλεση ενός δημοσιογράφου παύει να αποτελεί ένα μεμονωμένο γεγονός και μετατρέπεται σε πληγή που διαπερνά τον Πόντο, την Ελλάδα και τα επουράνια.
Ο Γιώργος Γεωργιάδης επιστρατεύει εδώ εικόνες βγαλμένες από τη λαϊκή και εκκλησιαστική παράδοση. Η Αμάσεια γίνεται ένας τόπος μαρτυρίου. Ο Καπετανίδης δεν εγκαταλείπει απλώς τον κόσμο των ζωντανών, αλλά περνά στη χορεία των ηρώων και των μαρτύρων.
Οι άγγελοι που κλαίνε δεν υποδηλώνουν αδυναμία. Μαρτυρούν το μέγεθος της αδικίας. Η φωτιά που πέφτει στην Αμάσεια δεν είναι μόνο καταστροφή. Είναι ταυτόχρονα κρίση, αποκάλυψη και ιστορική καταδίκη των δημίων.
Η μαγιά, ο οίστρος και το στασίδι του Πόντου
Ιδιαίτερα δυνατή είναι η τριπλή εικόνα με την οποία περιγράφεται ο Νίκος Καπετανίδης: ως μαγιά του Πόντου, ως οίστρος και ως στασίδι.
Η μαγιά είναι εκείνο το μικρό αλλά ζωντανό στοιχείο που ενεργοποιεί ολόκληρη τη μάζα. Ο Καπετανίδης ήταν ένας άνθρωπος, αλλά η πένα, η δράση και η θυσία του μπορούσαν να αφυπνίσουν έναν ολόκληρο λαό. Δεν έγραφε για να καταγράφει παθητικά τα γεγονότα. Έγραφε για να κινητοποιεί, να προειδοποιεί και να αντιστέκεται.
Ο οίστρος αποδίδει την πνευματική ορμή του. Την ανησυχία, την έμπνευση και την εσωτερική φωτιά που τον ανάγκαζαν να γράφει ακόμη και όταν γνώριζε ότι κάθε νέο φύλλο της «ΕΠΟΧΗΣ» μπορούσε να μετατραπεί σε κατηγορητήριο εναντίον του.
Το στασίδι παραπέμπει στην πίστη, στη λειτουργία και στη σταθερή θέση μέσα στην κοινότητα. Ο Καπετανίδης δεν υπήρξε ένας περαστικός σχολιαστής της Ιστορίας. Στάθηκε στη θέση του μέχρι τέλους. Δεν εγκατέλειψε το μετερίζι του, δεν αναζήτησε τρόπο διαφυγής και δεν αντάλλαξε τη ζωή του με τη σιωπή.
Τα μάτια, ο λόγος και ο σεισμός
Οι στίχοι παρουσιάζουν τα μάτια του να βγάζουν φωτιά και τον λόγο του να γίνεται πύρινος, σχεδόν σεισμικός.
Πρόκειται για την ακριβέστερη ποιητική αποτύπωση της δημοσιογραφίας του Καπετανίδη. Το δικό του όπλο δεν ήταν το σπαθί. Ήταν το κοντύλι. Δεν διοικούσε στρατεύματα, αλλά αποκάλυπτε εγκλήματα, κατονόμαζε ενόχους και περιέγραφε όσα συνέβαιναν στις ελληνικές κοινότητες του Πόντου.
Ο σεισμός είναι ο λόγος που γκρεμίζει τη σιωπή. Η δημοσιογραφία του Καπετανίδη δεν περιοριζόταν σε ασφαλείς διαπιστώσεις ούτε έκρυβε την πραγματικότητα πίσω από ουδέτερες λέξεις. Ήταν λόγος καταγγελτικός, εθνικός και βαθιά ανθρώπινος.
Αυτόν τον λόγο φοβήθηκαν οι κεμαλικοί. Γι’ αυτό δεν αρκέστηκαν να κλείσουν την εφημερίδα του. Έπρεπε να εξοντώσουν και τον ίδιο.
Ο Αλέξης Παρχαρίδης τραγουδά με τη φωνή του Πόντου
Η παρουσία του Αλέξη Παρχαρίδη δίνει στο έργο τη βαθύτερη ποντιακή του ρίζα. Η φωνή του δεν λειτουργεί μόνο ως μουσικό όργανο. Κουβαλά τη μνήμη, τον θρήνο, την αντοχή και την περηφάνια του Πόντου.
Ο Παρχαρίδης δεν ερμηνεύει απλώς τους στίχους, τους βιώνει. Στη φωνή του ακούγεται η μάνα που θρηνεί, ο πρόσφυγας που θυμάται και ο απόγονος που αρνείται να ξεχάσει. Η ερμηνεία του κινείται ανάμεσα στο μοιρολόι και στον ηρωικό παιάνα. Έχει πόνο, αλλά δεν έχει παραίτηση. Έχει συγκίνηση, αλλά δεν εκβιάζει το συναίσθημα.
Δίπλα του, ο Γιάννης Κότσιρας προσφέρει τη δραματική και αφηγηματική βαρύτητα της μεγάλης λαϊκής φωνής, ενώ η Ελένη Τσαλιγοπούλου μεταφέρει εκείνο το βαθύ, σχεδόν μητρικό ρίγος που ενώνει τον προσωπικό θρήνο με τη συλλογική μνήμη.
Οι τρεις φωνές δεν ανταγωνίζονται η μία την άλλη. Συμπληρώνονται. Είναι σαν τρεις διαφορετικές γενιές του Ελληνισμού που συναντώνται μπροστά στην ίδια αγχόνη και δίνουν όρκο ότι ο Καπετανίδης δεν θα ξεχαστεί.
Το έργο παρουσιάστηκε στη Μονή Λαζαριστών της Θεσσαλονίκης στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, στο πλαίσιο της «Δέησης Πόντου», της μουσικοποιητικής τοιχογραφίας για τα πάθη του Ποντιακού Ελληνισμού. Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε παραμονή της συμπλήρωσης εκατό χρόνων από την εκτέλεση του Καπετανίδη και μία ημέρα πριν από τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του στο Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά.
Ο Χρήστος Παπαδόπουλος δεν γράφει απλώς επιτυχίες – δημιουργεί ύμνους
Η μουσική του Χρήστου Παπαδόπουλου δίνει στους στίχους το βάρος τελετουργίας. Δεν τους σκεπάζει, αλλά τους σηκώνει. Ακολουθεί την πορεία από την αγχόνη προς την αθανασία, από τον θρήνο προς την υπέρβαση και από την προσωπική θυσία προς τη συλλογική μνήμη.
Ο Παπαδόπουλος έχει αποδείξει ότι μπορεί να υπογράφει μεγάλες λαϊκές επιτυχίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, ξεπερνά τα όρια ενός τραγουδιού που προορίζεται απλώς να αγαπηθεί από το κοινό. Δημιουργεί ύμνο.
Έναν ύμνο που μπορεί να ακουστεί σε θέατρο, σε εκδήλωση μνήμης, μπροστά στον ανδριάντα του Καπετανίδη ή μέσα σε μία σχολική αίθουσα. Μία σύνθεση που δεν εξαντλείται στην πρώτη ακρόαση, επειδή κουβαλά ιστορία, εικόνες και σύμβολα.
Ο ίδιος ο δημιουργός έχει εξηγήσει ότι έγραψε τη «Λαϊκή Τραγωδία» στη μνήμη ενός Έλληνα ήρωα του Πόντου, ο οποίος δεν πρόδωσε την πατρίδα του για να σώσει τη ζωή του.
Η εμπειρία στα studio
Είχα την ευλογία και τη μοναδική εμπειρία να ζήσω από κοντά τις τελικές ηχογραφήσεις του τραγουδιού, σε στούντιο της Αθήνας. Να αισθανθώ τη στιγμή κατά την οποία οι λέξεις, οι νότες και οι φωνές ενώνονταν, για να μετατρέψουν τη θυσία του Νίκου Καπετανίδη σε ένα έργο ζωντανής ιστορικής μνήμης.
Το τελικό αποτέλεσμα, όπως αποτυπώθηκε τόσο στο τραγούδι όσο και στο συγκλονιστικό βίντεοκλιπ, ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Δεν δημιουργήθηκε απλώς ένα μουσικό έργο για έναν ήρωα του Πόντου. Δημιουργήθηκε ένας σύγχρονος ύμνος, ικανός να συγκινεί, να αφυπνίζει και να μεταφέρει στις επόμενες γενιές το πύρινο μήνυμα του εθνομάρτυρα δημοσιογράφου.
Ένα τραγούδι που έγινε μνημείο
Η «Λαϊκή Τραγωδία – Νίκος Καπετανίδης» πετυχαίνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Δεν μετατρέπει την Ιστορία σε ένα ψυχρό μάθημα ημερομηνιών και ονομάτων. Της δίνει φωνή, ρυθμό και ανάσα.
Ο ακροατής δεν μαθαίνει απλώς ότι ο Καπετανίδης απαγχονίστηκε. Μεταφέρεται νοερά στην Αμάσεια. Βλέπει τον δημοσιογράφο να πετάει την κουκούλα, να κοιτάζει τον δήμιο στα μάτια και να φωνάζει υπέρ της Ελλάδας. Ακούει τον Πόντο να θρηνεί, αλλά και να σηκώνεται ξανά όρθιος.
Οι Τούρκοι πίστεψαν ότι με την αγχόνη θα σταματούσαν τη φωνή του. Έναν αιώνα αργότερα, όμως, η φωνή αυτή ακούγεται μέσα από τον Κότσιρα, την Τσαλιγοπούλου και τον Παρχαρίδη. Τα γραπτά του σώζονται στην «ΕΠΟΧΗ», η μορφή του στέκεται σε ανδριάντες και προτομές και η τελευταία του κραυγή έγινε τραγούδι.
Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης είναι δημοσιογράφος ποντιακής καταγωγής. Οι πρόγονοί του προέρχονται από το Κοιλάδι Τραπεζούντας, το Χαμσίκιοϊ Ματσούκας και τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ).
