Η 14η Σεπτεμβρίου είναι ημέρα εθνικής μνήμης. Ημέρα κατά την οποία η Ελλάδα στρέφει το βλέμμα στη Μικρά Ασία και θυμάται έναν ελληνικό κόσμο που έζησε και δημιούργησε επί αιώνες στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου, πριν οδηγηθεί στον ξεριζωμό μέσα από διώξεις, εκτοπίσεις, σφαγές και την καταστροφή του 1922.
Με τον Νόμο 2645/1998 η Ελληνική Πολιτεία όρισε τη 14η Σεπτεμβρίου κάθε έτους ως «Ημέρα Εθνικής Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος».
Η επιλογή της ημερομηνίας παραπέμπει συμβολικά στο δραματικό τέλος της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922. Στην πόλη που αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά, πνευματικά και πολιτιστικά κέντρα του μικρασιατικού Ελληνισμού και μετατράπηκε μέσα σε λίγες ημέρες σε τόπο καταστροφής και φυγής.
Όμως η 14η Σεπτεμβρίου δεν αφορά μόνο τη Σμύρνη.
Αφορά τις χαμένες πατρίδες της Ιωνίας, της Καππαδοκίας, της Βιθυνίας, της Προποντίδας, της Αιολίδας και ολόκληρου του μικρασιατικού χώρου. Αφορά τις οικογένειες που έχασαν ανθρώπους, σπίτια και περιουσίες. Εκείνους που οδηγήθηκαν στα τάγματα εργασίας και στις πορείες εξόντωσης. Και εκείνους που κατάφεραν να περάσουν απέναντι, φτάνοντας στην Ελλάδα πρόσφυγες, μόνο με όσα μπορούσαν να κρατήσουν στα χέρια τους.
Ένας ελληνικός κόσμος αιώνων
Η ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία δεν άρχισε με τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Χάνεται στα βάθη της αρχαιότητας.
Από τις ελληνικές αποικίες των παραλίων και τις μεγάλες πόλεις της Ιωνίας μέχρι τη βυζαντινή περίοδο και τις ακμαίες ορθόδοξες κοινότητες των νεότερων χρόνων, η Μικρά Ασία αποτέλεσε για αιώνες έναν από τους σημαντικότερους χώρους του Ελληνισμού.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, πόλεις όπως η Σμύρνη και το Αϊβαλί και δεκάδες άλλες κοινότητες διέθεταν σχολεία, εκκλησίες, συλλόγους, επιχειρήσεις και έντονη κοινωνική και πολιτιστική ζωή.
Η Σμύρνη αποτελούσε το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ένα μεγάλο εμπορικό λιμάνι της Ανατολικής Μεσογείου, μια πολυεθνική πόλη όπου ο ελληνικός πληθυσμός είχε ισχυρότατη παρουσία. Η Ευαγγελική Σχολή, οι ελληνικές εφημερίδες, τα εμπορικά καταστήματα και οι εκκλησίες αποτελούσαν μέρος μιας ακμαίας κοινωνίας που δύσκολα μπορούσε να φανταστεί το τέλος που πλησίαζε.
Οι διώξεις πριν από το 1922
Η καταστροφή δεν εμφανίστηκε ξαφνικά τον Σεπτέμβριο του 1922.
Ήδη από τα χρόνια πριν και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, χριστιανικοί πληθυσμοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρέθηκαν αντιμέτωποι με πολιτικές εκτοπισμού και διώξεων.
Έλληνες απομακρύνονταν από τις εστίες τους, χωριά εκκενώνονταν και άνδρες επιστρατεύονταν στα διαβόητα τάγματα εργασίας. Υπό εξοντωτικές συνθήκες, πολλοί δεν επέστρεψαν ποτέ.
Οι εκτοπίσεις προς το εσωτερικό της Ανατολίας, οι στερήσεις, η πείνα και οι κακουχίες αποτέλεσαν μέρος μιας τραγωδίας που είχε αρχίσει χρόνια πριν από την τελική κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου.
Από την απόβαση στη Σμύρνη στην κατάρρευση
Στις 15 Μαΐου 1919, ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη, έπειτα από απόφαση των Συμμάχων.
Η Μικρασιατική Εκστρατεία που ακολούθησε εξελίχθηκε σε μια από τις καθοριστικότερες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Ο ελληνικός στρατός προχώρησε βαθιά στο εσωτερικό της Ανατολίας, φτάνοντας μέχρι τον Σαγγάριο. Όμως η εκστρατεία βρέθηκε αντιμέτωπη με τεράστιες στρατιωτικές και επιμελητειακές δυσκολίες, ενώ οι διεθνείς συσχετισμοί μεταβάλλονταν.
Το καλοκαίρι του 1922 ήρθε η κατάρρευση.
Η τουρκική επίθεση έσπασε το μέτωπο. Ο ελληνικός στρατός άρχισε να υποχωρεί προς τα παράλια και μαζί του τεράστιοι πληθυσμοί προσπαθούσαν να σωθούν, γνωρίζοντας τι μπορούσε να ακολουθήσει μετά την αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων.
Η τραγωδία είχε πλέον φτάσει στις πύλες της Σμύρνης.
Η Σμύρνη στις φλόγες
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1922, οι κεμαλικές δυνάμεις εισήλθαν στη Σμύρνη.
Ακολούθησαν ημέρες χάους και βίας.
Χιλιάδες άνθρωποι κατέφυγαν στην προκυμαία αναζητώντας τρόπο διαφυγής. Ελληνικές και αρμενικές οικογένειες συνωστίζονταν μπροστά στη θάλασσα, περιμένοντας ένα πλοίο που θα μπορούσε να τις μεταφέρει μακριά από την καταστροφή.
Στις 13 Σεπτεμβρίου ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά, η οποία κατέστρεψε αρμενικές και ελληνικές συνοικίες. Η εικόνα της φλεγόμενης Σμύρνης πέρασε στην ιστορία ως ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Πίσω από τις φλόγες όμως υπήρχαν άνθρωποι.
Οικογένειες χωρισμένες. Παιδιά που έχασαν τους γονείς τους. Ηλικιωμένοι που δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν. Άνδρες που συνελήφθησαν. Άνθρωποι που εγκατέλειπαν μέσα σε λίγες ώρες τα σπίτια στα οποία είχαν ζήσει γενιές ολόκληρες.
Εμβληματική μορφή του μαρτυρίου της Σμύρνης υπήρξε ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Σμύρνης, ο οποίος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ποίμνιό του και θανατώθηκε μετά την είσοδο των τουρκικών δυνάμεων στην πόλη.
Η κοσμοπολίτικη Σμύρνη του Ελληνισμού έσβηνε μέσα στις φλόγες.
Δεν χάθηκε μόνο ένας πόλεμος
Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν μπορεί να περιγραφεί αποκλειστικά ως το αποτέλεσμα μιας αποτυχημένης στρατιωτικής εκστρατείας.
Το 1922 έκλεισε ένας ιστορικός κύκλος αιώνων.
Κοινότητες που υπήρχαν επί γενιές εξαφανίστηκαν. Εκκλησίες και σχολεία εγκαταλείφθηκαν ή καταστράφηκαν. Ολόκληρες οικογένειες διασκορπίστηκαν.
Με τη Συνθήκη της Λωζάννης και τη Σύμβαση περί Ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών Πληθυσμών του 1923, ο ξεριζωμός απέκτησε πλέον και τη μορφή υποχρεωτικής πληθυσμιακής ανταλλαγής, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις.
Η Ελλάδα κλήθηκε να υποδεχθεί έναν τεράστιο αριθμό προσφύγων σε μια χώρα εξαντλημένη από μια δεκαετία πολέμων.
Οι πρόσφυγες που άλλαξαν την Ελλάδα
Η άφιξη των Μικρασιατών υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες κοινωνικές ανατροπές που γνώρισε το νεότερο ελληνικό κράτος.
Στην αρχή υπήρξαν φτώχεια, προσφυγικοί καταυλισμοί, αρρώστιες, ανεργία και κοινωνικές εντάσεις. Οι πρόσφυγες έπρεπε να ξαναχτίσουν τη ζωή τους από το μηδέν.
Και την ξανάχτισαν.
Νέα Σμύρνη, Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια, Καισαριανή, Βύρωνας, Νίκαια, Καλαμαριά, Νέα Μουδανιά, Νέα Αλικαρνασσός.
Τα ονόματα των νέων συνοικισμών έγιναν μικρά μνημεία των χαμένων πατρίδων.
Οι πρόσφυγες έφεραν στην Ελλάδα επιχειρηματική εμπειρία, τεχνικές γνώσεις, νέες καλλιέργειες και επαγγέλματα. Έδωσαν νέα ώθηση στο εμπόριο και στη βιομηχανία. Επηρέασαν καθοριστικά τη μουσική, τη γαστρονομία, την κοινωνική ζωή και τον αστικό πολιτισμό.
Κουβάλησαν όμως και κάτι ακόμη: τη μνήμη.
Τις εικόνες των αγίων που σώθηκαν από τις εκκλησίες. Τα οικογενειακά κειμήλια. Τα τραγούδια. Τις συνταγές. Τα τοπωνύμια. Τις ιστορίες των παππούδων και των γιαγιάδων.
Όσα μπορούσαν να πάρουν από μια πατρίδα που άφηναν πίσω τους.
Η Ελλάδα καθιερώνει την 14η Σεπτεμβρίου
Εβδομήντα έξι χρόνια μετά την Καταστροφή, η Ελληνική Βουλή προχώρησε στη θεσμική καθιέρωση της επετείου.
Με τον Ν. 2645/1998 ορίστηκε:
«Η 14η Σεπτεμβρίου κάθε έτους ως ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος».
Η σχετική απόφαση της Βουλής ελήφθη ομόφωνα, ενώ με το Προεδρικό Διάταγμα 304/2001 καθορίστηκαν οι λεπτομέρειες των εκδηλώσεων μνήμης.
Η επέτειος είναι διακριτή από τη 19η Μαΐου, την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.
Οι δύο ημερομηνίες, ωστόσο, αποτελούν τμήματα της ιστορικής μνήμης του Ελληνισμού της Ανατολής και της μεγάλης τραγωδίας που σημάδεψε τις ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Τουρκίας στις αρχές του 20ού αιώνα.
Για εκείνους που χάθηκαν. Για εκείνους που ξεριζώθηκαν. Για εκείνους που έφτασαν πρόσφυγες και έχτισαν ξανά τη ζωή τους. Και για τις πατρίδες που έμειναν πίσω, αλλά δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν στη μνήμη των απογόνων τους.

