Ένα νέο βιβλίο του Δρ. Θεμιστοκλή Κριτικάκου έρχεται να φωτίσει όχι μόνο τα εγκλήματα της ύστερης οθωμανικής περιόδου, αλλά και το πώς αυτά συνεχίζουν να «δουλεύουν» μέσα στις οικογένειες και στις κοινότητες της διασποράς – ειδικά στην Αυστραλία, όπου η δημόσια ιστορία για την Τουρκία διαμορφώθηκε επί δεκαετίες γύρω από το αφήγημα της Καλλίπολης και της «συμφιλίωσης».
Το έργο τιτλοφορείται «Armenian, Greek, and Assyrian Genocide Recognition in Twenty-First-Century Australia: Memory, Identity, and Cooperation» και εξετάζει τη μακρά σκιά των Γενοκτονιών Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων (1914-1923) και τη διαδρομή της αναγνώρισής τους στη σύγχρονη Αυστραλία. Κεντρικό εργαλείο της έρευνας είναι οι προφορικές μαρτυρίες, μέσα από τις οποίες καταγράφεται πώς οι απόγονοι των επιζώντων κουβαλούν –συχνά χωρίς λέξεις– τις συνέπειες της βίας, του ξεριζωμού και της σιωπής.
Οι οικογένειες, η σιωπή και το τραύμα που περνά γενιές
Σύμφωνα με την παρουσίαση του βιβλίου, ο Δρ. Κριτικάκος εστιάζει στις αφηγήσεις των απογόνων επιζώντων, αναδεικνύοντας τα διαγενεακά αποτελέσματα: οικογενειακές σιωπές, κατακερματισμένη μνήμη, φόβος, αλλά και μια ταυτότητα που συγκροτείται ανάμεσα σε δύο κόσμους – την «πατρίδα» που χάθηκε και τη νέα κοινωνία όπου ρίζωσαν οι κοινότητες.
Το βιβλίο δείχνει πώς άτομα, οικογένειες και συλλογικότητες επεξεργάζονται και διαπραγματεύονται τραυματικές εμπειρίες μέσα στον χρόνο, μεταφέροντας τις από τη σφαίρα του προσωπικού στο επίπεδο της κοινότητας και της δημόσιας διεκδίκησης.
Από τις «ξεχωριστές» μνήμες σε κοινό αφήγημα
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι κοινότητες που για χρόνια θυμούνταν το τραύμα ξεχωριστά, τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να διαμορφώνουν κοινές αφηγήσεις μνήμης και νέες μορφές συνεκτικής μνημόνευσης. Αυτή η σύγκλιση δεν είναι συμβολική λεπτομέρεια: ενισχύει την κοινή επιδίωξη αναγνώρισης, χτίζοντας γέφυρες συνεργασίας μεταξύ Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων στην αυστραλιανή κοινωνία.
Η «δύσκολη» αυστραλιανή εξίσωση: Καλλίπολη και Τουρκία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το πλαίσιο που θέτει ο συγγραφέας: η ύστερη οθωμανική περίοδος (1914-1923) –το ιστορικό πεδίο των Γενοκτονιών– έρχεται σε αντίστιξη με την αυστραλιανή εθνική αφήγηση για την Τουρκία, η οποία έχει σμιλευτεί γύρω από την Καλλίπολη. Η Καλλίπολη αποτέλεσε θεμέλιο της αυστραλιανής εθνικής μνήμης και, παράλληλα, βάση ενός λόγου «συμφιλίωσης» Αυστραλίας–Τουρκίας. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και η πολιτισμική/πολιτική ένταση: πώς «χωρά» η διεκδίκηση αναγνώρισης όταν η κυρίαρχη αφήγηση προτάσσει την τελετουργία της συμφιλίωσης;
Αναγνώριση: πολιτική μάχη και ιστορική ευθύνη
Το βιβλίο επιχειρεί επίσης να ξεδιπλώσει τις προσπάθειες για αναγνώριση στην Αυστραλία, αλλά και να ενισχύσει την κατανόηση της οθωμανικής γενοκτονικής εκστρατείας και των μακροπρόθεσμων συνεπειών της. Με άλλα λόγια, δεν μένει μόνο στο τι συνέβη, αλλά στο πώς συνεχίζει να συμβαίνει μέσα από τις μνήμες, την ταυτότητα και τις συλλογικές στρατηγικές των κοινοτήτων.
Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο που δεν αντιμετωπίζει τις Γενοκτονίες ως «παλιό κεφάλαιο» της ιστορίας, αλλά ως ζωντανό πεδίο μνήμης και πολιτικής διεκδίκησης, ειδικά σε μια χώρα-κλειδί της διασποράς όπως η Αυστραλία, όπου η ιστορία, η ταυτότητα και η διπλωματία συναντιούνται καθημερινά.



