Του Ταμέρ Τσιλινγκίρ
28 Σεπτεμβρίου 1921, Αμάσεια. Μπροστά στο Δικαστήριο Ανεξαρτησίας βρίσκονταν δεκάδες Ρωμιοί του Πόντου. Σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, το ζήτημα δεν περιοριζόταν στις πολιτικές σκέψεις ορισμένων προσώπων. Το δικαστήριο ισχυριζόταν ότι μετά την Ανακωχή επιχειρήθηκε η αύξηση του ρωμαίικου πληθυσμού, μεταφέρθηκαν άνθρωποι από άλλες περιοχές, συγκεντρώθηκαν χρήματα, όπλα και πυρομαχικά, συγκροτήθηκαν ένοπλες ομάδες και στρατιωτικές μονάδες, ενώ σε χωριά και κωμοπόλεις δημιουργήθηκαν μυστικά δικαστήρια. Όλα αυτά, κατά το δικαστήριο, αποσκοπούσαν στην ίδρυση μιας δημοκρατίας με το όνομα «Πόντος» σε μια εκτεταμένη ζώνη από τη Ζονγκουλντάκ ως το Μπατούμ.
Πηγή: Türkiye Büyük Millet Meclisi Başkanlığı, Amasya İstiklal Mahkemesi, Cilt 1, Ankara: TBMM Basımevi, 2023, σ. 667-671· ιδίως σ. 667 (PDF σ. 673), απόφαση 28 Eylül 1337/1921.
Αυτά είναι οι ισχυρισμοί του δικαστηρίου. Όροι όπως «συμμορία», «μυστική οργάνωση», «όπλα και πυρομαχικά» και παρόμοιες εκφράσεις μεταφέρονται εδώ ως γλώσσα του δικαστηρίου, όχι ως αυτονόητη ιστορική πραγματικότητα. Την ίδια περίοδο στον Πόντο υπήρχαν εκτοπίσεις, επιθέσεις, εκκενώσεις χωριών και σοβαρό πρόβλημα ασφάλειας ζωής. Το να περιγραφεί η ένοπλη αντίσταση που γεννήθηκε σε ένα τέτοιο περιβάλλον μόνο με τη γλώσσα της κρατικής «ληστείας» αποκρύπτει τις συνθήκες που τη γέννησαν.
Ο αγώνας απέναντι στην καταπίεση είναι νόμιμος και δίκαιος. Η αυτοάμυνα ενός λαού δεν μπορεί να εξοριστεί από την ιστορία με όρους όπως «ληστής», «τρομοκράτης», «διασπαστής» ή «αποσχιστής». Δεν αφηγούμαι τον Νίκο Καπετανίδη πίσω από μια δήθεν ουδετερότητα. Βρίσκομαι κοντά στη σκέψη του για την ποντιακή και ελληνική ταυτότητα, για το δικαίωμα των λαών να καθορίζουν το μέλλον τους, για την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και τη συμβίωση πάνω στη βάση της ισότητας.
Για να υπερασπιστούμε τον Καπετανίδη δεν χρειάζεται να απαλύνουμε τις ιδέες του, να τον μετατρέψουμε σε ακίνδυνη μορφή ή να καταδικάσουμε τους Πόντιους παρτιζάνους που πήραν τα όπλα απέναντι στη βία. Ο Καπετανίδης ήταν πατριώτης δημοσιογράφος. Η πατρίδα του δεν ήταν μόνο η γη όπου ζούσε· ήταν ο λαός του, η γλώσσα του, η μνήμη του, ο πολιτισμός του και το μέλλον του. Η υπεράσπιση του Πόντου, η ανοιχτή πρόσληψη της ελληνικής του ταυτότητας, η καταγραφή όσων βίωνε ο λαός του και η επιθυμία για ελεύθερο μέλλον ήταν πολιτική και ηθική στάση.
Γι’ αυτό πρέπει να τεθεί σωστά το ερώτημα: ποια συγκεκριμένη πράξη του Νίκου Καπετανίδη τον οδήγησε στην καταδίκη σε θάνατο;
Ποιος ήταν ο Νίκος Καπετανίδης;
Το να οριστεί ο Νίκος Καπετανίδης μόνο ως «Πόντιος δημοσιογράφος» στενεύει τον πνευματικό του κόσμο. Είχε ισχυρή ποντιακή και ελληνική εθνική συνείδηση. Έβλεπε το μέλλον του Πόντου ως πολιτικό ζήτημα και σκεφτόταν τη Ρωμιοσύνη – δηλαδή τον ιστορικό και πολιτισμικό κόσμο των Ρωμιών/Ελλήνων που συνδέεται με την κληρονομιά της Ανατολικής Ρωμαϊκής/Βυζαντινής παράδοσης – μέσα στη συνέχεια του νεότερου ελληνικού κόσμου.
Πριν από τη δημοσιογραφία εργάστηκε για ένα διάστημα σε τράπεζα και συμμετείχε ενεργά στην οργάνωση των Ρωμιών εμποροϋπαλλήλων. Υπερασπιζόταν τη συμμετοχή των εργαζομένων στα κέρδη και επέκρινε τη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια λίγων. Στο ζήτημα της εκπαίδευσης αμφισβητούσε τη συντηρητική πολιτική της Εκκλησίας και του Πατριαρχείου και υπερασπιζόταν τη δημοτική, τη γλώσσα του λαού. Γι’ αυτό είναι ακριβέστερο να τον περιγράψουμε ως κοσμικό, διαφωτιστικό και κριτικό απέναντι στην εκκλησιαστική εξουσία παρά να τον περιορίσουμε με σύγχρονες ετικέτες.
Σύνδεσμος βιογραφικού υπόβαθρου: «Nikos Kapetanidis kimdir?» — προηγούμενη βιογραφική εργασία του Tamer Çilingir. Στο παρόν κείμενο χρησιμοποιούνται μόνο όσα βιογραφικά στοιχεία μπορούν να διασταυρωθούν με τα διαθέσιμα τεκμήρια· μη επαληθεύσιμες λεπτομέρειες δεν χρησιμοποιούνται ως αποδείξεις.
Ο πολιτισμός δεν ήταν για εκείνον έξω από την πολιτική ζωή. Στην εφημερίδα του μετέφερε ίχνη ενός πλατιού πνευματικού κόσμου, από τον Όσκαρ Ουάιλντ και τον Τολστόι ως τον Μαξίμ Γκόρκι και τον Γιώργο Σκληρό· παρακολουθούσε επίσης το θέατρο, την ποίηση και την πολιτιστική ζωή των ποντιακών πόλεων. Την ελληνική του ταυτότητα δεν την έκρυβε:
«Είμαστε μόνο Έλληνες, καθαρά Έλληνες, με μια λέξη Έλληνες.»
Στις σελίδες της Εποχής
2 Νοεμβρίου 1918 – «Πρώτοι οι Έλληνες»
Στο άρθρο «ΠΡΩΤΟΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ», που δημοσιεύθηκε στο τρίτο φύλλο της Εποχής, ο Καπετανίδης έγραφε ότι μετά τον πόλεμο άρχιζε μια νέα εποχή και ότι οι σκέψεις που είχαν καταπνιγεί από το παλαιό καθεστώς μπορούσαν πλέον να εκφραστούν. Περιέγραφε τη νέα περίοδο με τις έννοιες της αρμονίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης. Δεν επρόκειτο για εγκατάλειψη της εθνικής ταυτότητας, αλλά για προσπάθεια να σκεφτεί την κοινή ζωή με άλλους λαούς μέσα από μια ισχυρή ελληνική συνείδηση.
Πηγή: Epochi, Έτος I, αρ. 3, Τραπεζούντα, 2 Νοεμβρίου 1918, «ΠΡΩΤΟΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ», υπογραφή Νίκος Καπετανίδης.
23 Νοεμβρίου 1918 – «Πάλι πρόσφυγες;»
Στο άρθρο «ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΠΑΛΙΝ;» ασχολήθηκε με την επιστροφή των Ποντίων Ρωμιών προσφύγων. Θεωρούσε φυσική την επιθυμία επιστροφής, προειδοποιούσε όμως ότι μια απρογραμμάτιστη και βιαστική επιστροφή μπορούσε να οδηγήσει σε νέες συμφορές. Έγραφε ότι είχαν ήδη δοθεί αρκετά θύματα και ότι οι άνθρωποι δεν έπρεπε να ξαναβρεθούν στην προσφυγιά.
Πηγή: Epochi, Έτος I, αρ. 9, Τραπεζούντα, 23 Νοεμβρίου 1918, «ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΠΑΛΙΝ;», υπογραφή Νίκος Καπετανίδης.
21 Δεκεμβρίου 1918 – Απέναντι και στους δικούς του θεσμούς
Στο «Η ΓΝΩΜΗ ΜΑΣ» δεν επέκρινε την τουρκική διοίκηση, αλλά τους πνευματικούς και εθνικούς θεσμούς της ίδιας του της κοινότητας. Μιλούσε για τις συγκρούσεις κοινοτήτων και εκκλησιαστικών κέντρων και έδειχνε ότι οι μητροπολίτες δεν βρίσκονταν υπεράνω κριτικής. Ταυτόχρονα δεν καλούσε σε τυφλή εκκαθάριση, αλλά προειδοποιούσε απέναντι σε βεβιασμένους αποκλεισμούς.
Πηγή: Epochi, Έτος I, αρ. 17, Τραπεζούντα, 21 Δεκεμβρίου 1918, «Η ΓΝΩΜΗ ΜΑΣ», υπογραφή Νίκος Καπετανίδης.
11 Ιανουαρίου 1919 – «Με κέντρο την Τραπεζούντα»
Στο άρθρο «ΜΕ ΚΕΝΤΡΟΝ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ» προσέγγιζε την Τραπεζούντα ως ιστορικό και πολιτικό κέντρο. Σκεφτόταν τον χώρο από τη Ριζούντα και τα Σούρμενα ως την Κερασούντα, την Ορντού και την Αργυρούπολη μέσα σε μια ενιαία ιστορική γεωγραφία. Για τον Καπετανίδη ο Πόντος ήταν πατρίδα.
Πηγή: Epochi, Έτος II, αρ. 22, Τραπεζούντα, 11 Ιανουαρίου 1919, «ΜΕ ΚΕΝΤΡΟΝ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ», υπογραφή Νίκος Καπετανίδης.
26 Φεβρουαρίου 1919 – «Η Ρωμανία αν πέθανε…»
Στο άρθρο «Η ΡΩΜΑΝΙΑ ΑΝ ΠΕΘΑΝΕ…» ξεκινούσε από τον γνωστό ποντιακό στίχο «Η Ρωμανία αν πέθανε, ανθεί και φέρει κι άλλο». Για τον Καπετανίδη η Ρωμανία του λαϊκού ποιητή ήταν η Ρωμιοσύνη του παρόντος, συνδεδεμένη με τη μνήμη της Πόλης, των Κομνηνών και του νεότερου ελληνικού κόσμου.
Πηγή: Epochi, Έτος II, αρ. 38, Τραπεζούντα, 26 Φεβρουαρίου 1919, «Η ΡΩΜΑΝΙΑ ΑΝ ΠΕΘΑΝΕ…», υπογραφή Νίκος Καπετανίδης.
11 Απριλίου 1919 – Όχι σε ένα πρόσωπο, αλλά στο δίκαιο
Στο γαλλόφωνο «COMPTEZ SUR MOI» συζητούσε τη στάση του Κλεμανσό απέναντι στα ελληνικά ζητήματα. Χαιρόταν για την υποστήριξη, αλλά δεν ήθελε το μέλλον ενός λαού να εξαρτάται από τη συμπάθεια ενός ισχυρού πολιτικού. Οι λαοί, έγραφε, πρέπει να στηρίζονται σε εγκαθιδρυμένες αρχές δικαίου και να καθορίζουν οι ίδιοι τη ζωή τους.
Πηγή: Epochi, Έτος II, αρ. 56, Τραπεζούντα, 11 Απριλίου 1919, «COMPTEZ SUR MOI», υπογραφή Ν.Κ.
7 Μαΐου 1919 – «Για την Ιστορία»
Στο «ΔΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑΝ» ζητούσε να συγκεντρωθούν ονόματα, τόποι, μαρτυρίες και έγγραφα για όσα βίωνε ο ποντιακός ελληνισμός. Η δημοσιογραφία του ήταν ταυτόχρονα πράξη μνήμης· ήθελε να αφήσει υλικό για τον ιστορικό του μέλλοντος.
Πηγή: Epochi, Έτος II, αρ. 66, Τραπεζούντα, 7 Μαΐου 1919, «ΔΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑΝ», υπογραφή Ν.Κ.
21 Μαΐου 1919 – «Κοινή ζωή»
Στο άρθρο «ΚΟΙΝΗ ΖΩΗ», με αφορμή δηλώσεις του Βαλή της Τραπεζούντας, έγραφε για τη μελλοντική συμβίωση Τούρκων και Ρωμιών. Στη σκέψη του η υπεράσπιση των πολιτικών δικαιωμάτων του λαού του και η ισότιμη συμβίωση δεν ήταν αντιφατικές. Η ειρήνη δεν σήμαινε αποδοχή της αδικίας και η συμβίωση δεν σήμαινε παραίτηση από τα δικαιώματα.
Πηγή: Epochi, Έτος II, αρ. 72, Τραπεζούντα, 21 Μαΐου 1919, «ΚΟΙΝΗ ΖΩΗ», υπογραφή Ν.Κ.
25 Ιουνίου 1919 – Κάθε κίνηση δεν είναι μυστικό σχέδιο
Στο «Η ΠΑΛΙΝΟΣΤΗΣΙΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ» απαντούσε στη γλώσσα του τουρκικού Τύπου για τους πρόσφυγες που επέστρεφαν από τη Ρωσία. Η κάθε κοινωνική κίνηση των Ρωμιών παρουσιαζόταν εκ των προτέρων ως ένδειξη «μυστικών ενεργειών» και μελλοντικών σχεδίων. Δύο χρόνια αργότερα ο ίδιος θα εντασσόταν σε μια πολύ ευρύτερη αφήγηση «μυστικής οργάνωσης».
Πηγή: Epochi, Έτος II, αρ. 87, Τραπεζούντα, 25 Ιουνίου 1919, «Η ΠΑΛΙΝΟΣΤΗΣΙΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ», υπογραφή Ν.Κ.
25 Αυγούστου 1920 – Δεν υπάκουε σε όποιον μιλούσε στο όνομα του Πόντου
Στο «Μωροί παραχαράκται» άσκησε σκληρή κριτική στο «Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου» στο Βατούμ. Η αφοσίωσή του στην ποντιακή υπόθεση δεν σήμαινε υποταγή σε κάθε οργάνωση που μιλούσε στο όνομα του Πόντου. Αυτό έχει σημασία για την ανάγνωση της μεταγενέστερης δικαστικής αφήγησης περί ενιαίας οργανωμένης «ποντιακής» δράσης.
Πηγή: Epochi, Τραπεζούντα, 25 Αυγούστου 1920, «Μωροί παραχαράκται». Ο αριθμός φύλλου δεν δίνεται επειδή στη διαθέσιμη μεταγραφή των ύστερων φύλλων εμφανίζονται επαναλήψεις και ασυνέπειες.
19 Δεκεμβρίου 1920 – «Μέτωπο εργασίας»
Στο «Μέτωπον εργασίας…» έγραφε ότι ο πόλεμος είχε μετατρέψει τη ζωή σε χαρακώματα και νεκροταφεία, ότι η γη έμενε ακαλλιέργητη και η πείνα πλησίαζε. Αυτό δεν σημαίνει απόρριψη της νομιμότητας της αντίστασης· δείχνει την επίγνωση ότι η κοινωνία δεν μπορεί να ζει αιώνια μέσα στον πόλεμο και ότι η ανοικοδόμηση χρειάζεται εργασία, γη και ζωή.
Πηγή: Epochi, Τραπεζούντα, 19 Δεκεμβρίου 1920, «Μέτωπον εργασίας…». Ο αριθμός φύλλου δεν δίνεται για τον ίδιο λόγο.
3.Άνοιξη 1921: Έρευνα, έγγραφα, σύλληψη
Την άνοιξη του 1921 δεν έχουμε πλέον μόνο τα άρθρα του Καπετανίδη. Έχουμε και τα επίσημα έγγραφα της έρευνας που διεξήχθη εναντίον του. Τα νέα έγγραφα αλλάζουν το κέντρο βάρους του φακέλου: δεν χρειάζεται να στηριζόμαστε μόνο σε μεταγενέστερες βιογραφικές αφηγήσεις για το τι βρέθηκε στο σπίτι του. Η κρατική αλληλογραφία το καταγράφει.
4 Απριλίου 1921 – «Ένας σάκος εγγράφων»
Στο έγγραφο της 4ης Απριλίου 1337/1921 της Νομαρχίας Τραπεζούντας αναφέρεται ότι στον Νίκο Εφέντη, αρχισυντάκτη της ρωμαίικης εφημερίδας Εποχή, βρέθηκε «ένας σάκος» εγγράφων που θεωρήθηκαν ότι αφορούν τον ποντισμό/την ποντιακή υπόθεση. Επειδή τα έγγραφα ήταν στα ρωμαίικα, ζητήθηκε να μεταφραστούν και για τον σκοπό αυτό ορίστηκε ο δάσκαλος Χαλίλ Εφέντης, που γνώριζε ρωμαίικα.
Πηγή: Mesut Çapa – Veysel Usta, Millî Mücadelede Trabzon Vilayetiyle Yazışmalar, Trabzon: T.C. Trabzon Valiliği Yayınları, χ.χ., σ. 78· έγγραφο 4 Nisan 1337/1921, Trabzon Vilayeti προς Vilayet Maarif Müdürlüğü. Το έγγραφο αφορά την ανάθεση της μετάφρασης του «σάκου» ρωμαίικων εγγράφων.

Τεκμήριο 1. 4 Απριλίου 1921: έγγραφο για τη μετάφραση του «σάκου» ρωμαίικων εγγράφων που συνδέθηκαν με τον Νίκο Εφέντη, αρχισυντάκτη της Εποχής. Πηγή: Çapa – Usta, Millî Mücadelede Trabzon Vilayetiyle Yazışmalar, σ. 78.
Η γλώσσα του εγγράφου είναι κρίσιμη. Πριν ολοκληρωθεί η μετάφραση και η λεπτομερής εξέταση των εγγράφων, χρησιμοποιείται ήδη η διατύπωση ότι ανήκουν στην ποντιακή υπόθεση. Αυτό δείχνει τη φορά της ανάκρισης: τα έγγραφα πρώτα τοποθετούνται σε πολιτικό πλαίσιο και στη συνέχεια επιχειρείται η ανάγνωσή τους.
14 Απριλίου 1921 – «συνάγεται ότι είχε σχέση…»
Δέκα ημέρες αργότερα το έγγραφο της 14ης Απριλίου είναι πολύ πιο αναλυτικό. Αναφέρει ότι στην έρευνα για τον Σύλλογο Ρωμιών Μεταναστών και Απόρων δεν βρέθηκαν αρχικά επαρκή «νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία» για πολιτική σχέση. Ταυτόχρονα, σε έρευνες σε σπίτια Ρωμιών βρέθηκαν πολλά ρωμαίικα έγγραφα και επιστολές, όμως δεν υπήρχαν αρκετοί γνώστες της γλώσσας στην Τραπεζούντα για τη μετάφραση και την εξέτασή τους.
«…Trabzon’da münteşir Epohi Gazetesinin müdür-i mesul ve ser-muharriri bulunan Nikos Kapudanidis’in ikametgahında bi’t-taharri elde edilen evrakdan, merkum Pontus komiteleriyle alakadar olduğu istidlal ve keyfiyet Komisyon-ı Mahsusun 22 Mart 337 tarihli raporuyla Makam-ı Samilerine arz edilmiş…»
Ελληνική απόδοση: «…από τα έγγραφα που βρέθηκαν κατά την έρευνα στην κατοικία του Νίκου Καπουδανίδη, υπεύθυνου διευθυντή και αρχισυντάκτη της εφημερίδας Epochi, συνάγεται ότι ο αναφερόμενος είχε σχέση με τις επιτροπές του Πόντου· το ζήτημα είχε ήδη υποβληθεί στην Υψηλή Αρχή με την έκθεση της Ειδικής Επιτροπής της 22ας Μαρτίου 1337…»
Σημείωση για το όνομα: Στα οθωμανικά/τουρκικά έγγραφα το όνομα εμφανίζεται ως «Nikos Kapudanidis». Στο παρόν κείμενο χρησιμοποιείται η καθιερωμένη μορφή «Νίκος Καπετανίδης».
Η λέξη που αντιστοιχεί στο οθωμανικό «istidlal» είναι σημαντική: δεν σημαίνει ότι αποδείχθηκε με συγκεκριμένη πράξη, αλλά ότι από τα έγγραφα εξήχθη ένα συμπέρασμα. Το ίδιο έγγραφο συνδέει αυτή την εκτίμηση με την έκθεση της Ειδικής Επιτροπής της 22ας Μαρτίου 1337/1921.
Πηγή: Çapa – Usta, Millî Mücadelede Trabzon Vilayetiyle Yazışmalar, σ. 84· έγγραφο 14 Nisan 1337/1921 προς τη Νομαρχία Τραπεζούντας. Το έγγραφο αναφέρει την έρευνα στην κατοικία του Νίκου Καπουδανίδη/Καπετανίδη, την εκτίμηση περί σχέσης με τις ποντιακές επιτροπές, την έκθεση της 22ας Μαρτίου και το ζήτημα αποστολής των εγγράφων στην Αμάσεια.

Τεκμήριο 2. 14 Απριλίου 1921: η έρευνα στην κατοικία του Νίκου Καπουδανίδη/Καπετανίδη, η διατύπωση «istidlal» και η αναφορά σε 36 τεμάχια εγγράφων και έναν επιπλέον σάκο. Πηγή: Çapa – Usta, σ. 84.
36 έγγραφα και ένας σάκος
Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι ο Καπετανίδης ήταν κρατούμενος και ότι μαζί του εξεταζόταν η αποστολή στην Αμάσεια 36 τεμαχίων εγγράφων και επιπλέον ενός ακόμη σάκου εγγράφων. Αυτό σημαίνει ότι ο Καπετανίδης δεν πήγαινε απλώς στην Αμάσεια· πήγαινε με φάκελο.
Πηγή: Çapa – Usta, ό.π., σ. 84. Το κείμενο συνδέει τα 36 τεμάχια εγγράφων και τον έναν σάκο με τον κρατούμενο Νίκο Καπουδανίδη/Καπετανίδη και θέτει το ζήτημα αποστολής τους στην Αμάσεια.
Δεν μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι στο σπίτι του Καπετανίδη δεν βρέθηκε τίποτα. Βρέθηκαν έγγραφα. Το κράτος το κατέγραψε. Ακριβώς γι’ αυτό το ερώτημα γίνεται πιο ισχυρό: τι έγραφαν αυτά τα έγγραφα; Ήταν πολιτική αλληλογραφία; έγγραφο ένταξης σε οργάνωση; πρακτικό συνεδρίασης; καταγραφή μεταφοράς χρημάτων; διαταγή για όπλα; ή μήπως πολιτικές επιστολές, εφημερίδες και κείμενα για το ποντιακό ζήτημα; Χωρίς το πλήρες περιεχόμενο των 36 εγγράφων και του σάκου δεν μπορούμε να μετατρέψουμε την ύπαρξη εγγράφων σε απόδειξη θανατικής ποινής.
Επιστροφή στην Αμάσεια: η υπόθεση «Πόντος» του δικαστηρίου
Η απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1921 τοποθετεί τον Καπετανίδη σε μια ευρύτερη αλυσίδα πολιτικών και οργανωτικών κατηγοριών. Το δικαστήριο μιλά για αύξηση του ρωμαίικου πληθυσμού, μεταφορές ανθρώπων, συγκέντρωση χρημάτων, όπλων και πυρομαχικών, ένοπλες ομάδες, στρατιωτικές οργανώσεις και μυστικά δικαστήρια. Όλα αυτά παρουσιάζονται ως μέρος σχεδίου για την ίδρυση κράτους με το όνομα «Πόντος».
Πηγή: TBMM Başkanlığı, Amasya İstiklal Mahkemesi, Cilt 1, σ. 669 (PDF σ. 675), απόφαση 28 Eylül 1337/1921.
Στη συνέχεια έρχονται τα ονόματα των κρατουμένων. Μετά τον πρώην βουλευτή Τραπεζούντας και αντιπρόσωπο της Κεντρικής Επιτροπής Πόντου Ματθαίο Κωφίδη και τον Αλέξη, εμφανίζεται:
«Epohi gazetesi sahibi Kapudanidioğulları’ndan Lambo oğlu Nikos…»
Ο Καπετανίδης βρίσκεται ανάμεσα στους κατηγορούμενους που δικάζονται «vicahen», δηλαδή παρόντες ενώπιον του δικαστηρίου. Για τον Κωφίδη το δικαστήριο σημειώνει και πολιτική ιδιότητα. Για τον Καπετανίδη η διατύπωση είναι: «ιδιοκτήτης της εφημερίδας Epochi». Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είχε άλλη πολιτική δράση· σημαίνει όμως ότι, από πλευράς καταδίκης, το κρίσιμο ζήτημα είναι ποια συγκεκριμένη πράξη και ποιο συγκεκριμένο έγγραφο του αποδόθηκαν.
Πηγή: TBMM Başkanlığı, ό.π., σ. 669 (PDF σ. 675).
Από έναν σάκο εγγράφων στην καταδίκη σε θάνατο
Τώρα γνωρίζουμε καλύτερα την αρχή της έρευνας: έγινε έρευνα στην κατοικία του Καπετανίδη, βρέθηκαν ρωμαίικα έγγραφα, η επιτροπή συμπέρανε ότι είχε σχέση με τις ποντιακές επιτροπές, και τέθηκε το ζήτημα αποστολής 36 εγγράφων και ενός σάκου στην Αμάσεια. Στο τέλος της αλυσίδας υπάρχει η θανατική καταδίκη.
Αλλά η απόφαση της Αμάσειας δεν ανοίγει αυτά τα έγγραφα ένα προς ένα ως προς τον Καπετανίδη. Παραθέτει συλλογικά τα είδη των αποδείξεων και εντάσσει τους κατηγορουμένους σε μια μεγάλη πολιτικο-οργανωτική αφήγηση. Δεν δείχνει ποιο από τα 36 έγγραφα ή ποιο έγγραφο από τον σάκο αποδείκνυε ποια συγκεκριμένη πράξη του Νίκου Καπετανίδη.
Γι’ αυτό ο «σάκος εγγράφων» του τίτλου είναι κρίσιμος. Το ζήτημα δεν είναι αν βρέθηκαν έγγραφα. Βρέθηκαν. Το ζήτημα είναι τι υπήρχε μέσα σε αυτά τα έγγραφα και ποιο από αυτά μετέτρεψε έναν πατριώτη δημοσιογράφο σε άνθρωπο που έπρεπε να πεθάνει.
Η σκέψη του ήταν ήδη δημόσια
Για να μάθουμε τις πολιτικές σκέψεις του Καπετανίδη δεν χρειαζόμαστε μυστικές αστυνομικές αναφορές. Έβγαζε εφημερίδα και έγραφε ανοιχτά. Έλεγε ότι είναι Έλληνας. Έβλεπε τον Πόντο ως πατρίδα του. Ενδιαφερόταν για το πολιτικό μέλλον του λαού του. Ήθελε να καταγραφεί η καταπίεση που βίωνε ο ποντιακός ελληνισμός. Επέκρινε την εκκλησιαστική συντήρηση και υπερασπιζόταν την εργασία, την εκπαίδευση και την κοινωνική ανανέωση.
Άρα το να αποδειχθεί ότι ο Καπετανίδης ήταν «πολιτικός» άνθρωπος δεν είναι ανακάλυψη. Ήταν πολιτικός. Ήταν και πατριώτης. Το ζήτημα είναι σε ποιο σημείο αυτή η πολιτική ταυτότητα, και με ποια συγκεκριμένη απόδειξη, μετατράπηκε σε θανατική ποινή.
Τι εξηγεί η λέξη «αποσχιστής»;
Στην Τουρκία, εδώ και πάνω από έναν αιώνα, η λέξη «αποσχιστής» χρησιμοποιείται συχνά σαν ετικέτα που κλείνει τη συζήτηση. Από ποιον αποσχίζεται; Από ποια κρατική τάξη; Τι έκανε αυτό το κράτος στον συγκεκριμένο λαό; Πώς έβλεπε ο ίδιος λαός τον τόπο όπου ζούσε; Γιατί ήθελε να φανταστεί διαφορετικά το μέλλον του; Αυτά τα ερωτήματα συνήθως δεν τίθενται.
Για τον Καπετανίδη, όμως, το ζήτημα ήταν η πίστη στην πατρίδα του. Ο Πόντος δεν ήταν ένα ξένο κομμάτι γης που ήθελε να καταλάβει κάποιο άλλο κράτος. Ήταν ο τόπος του. Εκεί γεννήθηκε, εκεί ζούσε, εκεί ήταν ο λαός του, η ιστορία του, ο πολιτισμός του και το μέλλον του.
Το ίδιο ισχύει και για τους Πόντιους παρτιζάνους. Όταν ένας λαός βρίσκεται αντιμέτωπος με καταπίεση, εξορία, κάψιμο χωριών, θανάτους και τον κίνδυνο να χάσει την ύπαρξή του, δεν γράφεται ιστορία κοιτάζοντας μόνο το όπλο που κρατάει. Πρώτα ρωτάμε γιατί αναγκάστηκε να πάρει τα όπλα.
28 Σεπτεμβρίου 1921: Η απόφαση
Στο τέλος της απόφασης καταγράφονται θανατικές ποινές για άλλους κατηγορουμένους που δικάστηκαν ερήμην, δημεύσεις περιουσιών, ποινές δεκαπενταετούς καταναγκαστικής εργασίας, κράτηση μέχρι το τέλος της επιστράτευσης και αποφάσεις προσαγωγής. Η απόφαση κλείνει με τη φράση ότι αποφασίστηκε και ανακοινώθηκε ομόφωνα, παρόντων και απόντων, στις 28 Σεπτεμβρίου 337.
Πηγή: TBMM Başkanlığı, Amasya İstiklal Mahkemesi, Cilt 1, σ. 671 (PDF σ. 677), απόφαση 28 Eylül 1337/1921.

Τεκμήριο 3. Amasya İstiklal Mahkemesi, Cilt 1, σ. 670 (PDF σ. 676). Σελίδα της απόφασης με το χειρόγραφο τμήμα του κειμένου. Πηγή: TBMM Başkanlığı, Amasya İstiklal Mahkemesi, Cilt 1, Ankara: TBMM Basımevi, 2023.

Τεκμήριο 4. Amasya İstiklal Mahkemesi, Cilt 1, σ. 671 (PDF σ. 677). Το τελικό τμήμα της απόφασης της 28ης Σεπτεμβρίου 1337/1921. Πηγή: TBMM Başkanlığı, Amasya İstiklal Mahkemesi, Cilt 1, Ankara: TBMM Basımevi, 2023.
Ο Νίκος Καπετανίδης καταδικάστηκε σε θάνατο.
Σήμερα έχουμε την εφημερίδα του. Έχουμε τις επίσημες επιστολές για την έρευνα στο σπίτι του. Έχουμε τον «σάκο» εγγράφων. Έχουμε τα 36 τεμάχια εγγράφων. Έχουμε την απόφαση της Αμάσειας.
Αλλά εξακολουθούμε να αναζητούμε την απάντηση στο βασικό ερώτημα: ποιο από αυτά τα έγγραφα απέδειξε ποια συγκεκριμένη πράξη του Νίκου Καπετανίδη που να δικαιολογεί θανατική ποινή;
Το δικαστήριο λέει πολλά: μιλά για τον Πόντο, για επιτροπές, για όπλα, για παρτιζάνους, για το Παρίσι, την Κωνσταντινούπολη και την Τραπεζούντα. Δεν θέτει όμως με την ίδια καθαρότητα μπροστά μας την ατομική πράξη του Νίκου Καπετανίδη.
Ίσως γι’ αυτό σήμερα χρειάζεται να βγάλουμε τον Καπετανίδη από τις λίγες λέξεις με τις οποίες τον όρισε το δικαστήριο και να τον ξανατοποθετήσουμε δίπλα στα δικά του λόγια.
Δημοσιογράφος. Συνδικαλιστής. Διανοούμενος. Πόντιος. Έλληνας. Πατριώτης. Νίκος Καπετανίδης.
Σημείωση έρευνας
Ο φάκελος αυτός δεν έχει κλείσει. Συνεχίζουμε να αναζητούμε το πλήρες περιεχόμενο των 36 εγγράφων και του «σάκου» που καταγράφηκαν στην Τραπεζούντα, τις μεταφράσεις τους, καθώς και την ακριβή αλυσίδα μεταφοράς του φακέλου στην Αμάσεια. Αναζητούμε επίσης το φύλλο 288 της εφημερίδας İstikbal της 27ης Απριλίου 1921 και τα πρωτότυπα πρακτικά της ανάκρισης. Υπήρχε ένας σάκος εγγράφων. Το ερώτημα παραμένει: τι υπήρχε μέσα του που να οδηγεί τον Νίκο Καπετανίδη στην αγχόνη;
Πηγές και σημειώσεις τεκμηρίωσης
1. Türkiye Büyük Millet Meclisi Başkanlığı, Amasya İstiklal Mahkemesi, Cilt 1, Ankara: TBMM Basımevi, 2023. Για τον Νίκο Καπετανίδη και την απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1337/1921 χρησιμοποιούνται ιδίως οι σ. 667-671· PDF σ. 673-677.
2. Mesut Çapa – Veysel Usta, Millî Mücadelede Trabzon Vilayetiyle Yazışmalar, Trabzon: T.C. Trabzon Valiliği Yayınları. Ιδίως σ. 78 (4 Nisan 1337/1921: μετάφραση του «σάκου» ρωμαίικων εγγράφων) και σ. 84 (14 Nisan 1337/1921: έρευνα στην κατοικία του Νίκου Καπουδανίδη/Καπετανίδη, 22 Mart 1337 Komisyon-ı Mahsus raporu, 36 έγγραφα και ένας σάκος).
3. Epochi, Έτος I, αρ. 3, Τραπεζούντα, 2 Νοεμβρίου 1918, «ΠΡΩΤΟΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ».
4. Epochi, Έτος I, αρ. 9, Τραπεζούντα, 23 Νοεμβρίου 1918, «ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΠΑΛΙΝ;».
5. Epochi, Έτος I, αρ. 17, Τραπεζούντα, 21 Δεκεμβρίου 1918, «Η ΓΝΩΜΗ ΜΑΣ».
6. Epochi, Έτος II, αρ. 22, Τραπεζούντα, 11 Ιανουαρίου 1919, «ΜΕ ΚΕΝΤΡΟΝ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ».
7. Epochi, Έτος II, αρ. 38, Τραπεζούντα, 26 Φεβρουαρίου 1919, «Η ΡΩΜΑΝΙΑ ΑΝ ΠΕΘΑΝΕ…».
8. Epochi, Έτος II, αρ. 56, Τραπεζούντα, 11 Απριλίου 1919, «COMPTEZ SUR MOI».
9. Epochi, Έτος II, αρ. 66, Τραπεζούντα, 7 Μαΐου 1919, «ΔΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑΝ».
10. Epochi, Έτος II, αρ. 72, Τραπεζούντα, 21 Μαΐου 1919, «ΚΟΙΝΗ ΖΩΗ».
11. Epochi, Έτος II, αρ. 87, Τραπεζούντα, 25 Ιουνίου 1919, «Η ΠΑΛΙΝΟΣΤΗΣΙΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ».
12. Epochi, Τραπεζούντα, 25 Αυγούστου 1920, «Μωροί παραχαράκται». Ο αριθμός φύλλου δεν δίνεται επειδή στη διαθέσιμη μεταγραφή των ύστερων φύλλων εμφανίζονται επαναλήψεις και ασυνέπειες.
13. Epochi, Τραπεζούντα, 19 Δεκεμβρίου 1920, «Μέτωπον εργασίας…». Ο αριθμός φύλλου δεν δίνεται για τον ίδιο λόγο.
14. Tamer Çilingir, «Nikos Kapetanidis kimdir?», https://epochi.pontosgercek.com/nikos-kapetanidis/. Η παλαιότερη βιογραφική εργασία χρησιμοποιείται εδώ μόνο ως υλικό υποβάθρου. Λεπτομέρειες που δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν άμεσα από πρωτογενή ή επίσημα τεκμήρια δεν χρησιμοποιούνται ως αποδεικτικά στοιχεία στην παρούσα μελέτη.

Ο Ταμέρ Τσιλιγκίρ είναι Τούρκος στην εθνικότητα ακτιβιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αγωνιστής για τη δικαίωση του ιερού αγώνα του Ποντιακού Ελληνισμού. Γεννήθηκε το 1965 στο χωριό Λιβερά της επαρχίας Ματσούκας που βρίσκεται στην Τραπεζούντα (περιοχή που παρέμειναν ελληνόφωνοι πληθυσμοί μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών)». Η οικογένειά του μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου τελείωσε το σχολείο.
Το 1978 εισήλθε στη Σχολή Αξιωματικών, του στρατιωτικού Λυκείου Kuleli, ένα ίδρυμα παραγωγής Τούρκων εθνικιστών. Ωστόσο δεν άντεξε από το αυταρχικό και ακραία εθνικιστικό περιβάλλον και εξαιτίας του επαναστατικού του χαρακτήρα εκδιώχθηκε από τη σχολή στον τρίτο χρόνο φοίτησης. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την κεραμική τέχνη, δεν προχώρησε όμως τις σπουδές του σε κάποιο κρατικό πανεπιστήμιο της Τουρκίας από επιλογή.
Ασχολούμενος με την κεραμική τέχνη της Ανατολής μελέτησε τον λαϊκό πολιτισμό, μία έρευνα που στην ουσία του άνοιξε τα μάτια για την κατάσταση στην Τουρκία, αφού στη συνέχεια ξεκίνησε ο αγώνας του για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία και τη δημοκρατία. Εξαιτίας αυτής της δράσης φυλακίστηκε τρεις φορές, από το 1986 μέχρι το 1994, στην τελευταία εκ των οποίων καταδικάστηκε ισόβια κάθειρξη. Τα βασανιστήρια που υπέστη κατά τον εγκλεισμό του δεν τα χωρά ανθρώπινος νους.
Βίωσε απάνθρωπες καταστάσεις, χειρότερες από την ταινία αμερικανικής παραγωγής «Εξπρές του μεσονυκτίου». Έκανε απεργία πείνας για 91 ημέρες προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για τις άθλιες συνθήκες και το 2004 αποφυλακίστηκε προσωρινά εξαιτίας προβλημάτων απώλειας μνήμης. Με τη βοήθεια της οικογένειάς του φυγαδεύτηκε στην Ελβετία, όπου ζει μέχρι σήμερα και μάχεται για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Έχει εκδώσει το βιβλίο “Pontus Gerceği” δηλαδή «Η Αλήθεια για τον Πόντο», ενώ η παρουσία του στο διαδίκτυο και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης είναι πολύ σημαντική.
Σε αυτό το βιβλίο ο Τσιλιγκίρ, το επίθετο του οποίου σημαίνει «κλειδαράς» στα τουρκικά, ξεκλειδώνει όλα τα μυστικά των Οθωμανών και των Τούρκων και θεμελιώνει την ύπαρξη της Γενοκτονίας! Ο συγγραφέας ερευνώντας πηγές από το οθωμανικό κράτος αλλά και αυτό της τουρκικής δημοκρατίας ανακάλυψε αποκαλυπτικά στοιχεία. «Οι πηγές μιλούν ξεκάθαρα για αυτήν τη σφαγή και παραδέχονται την Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Υπάρχουν μυστικές (κρυφές) συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στο κοινοβούλιο την τριετία 1920-1923 και οι οποίες δημοσιεύθηκαν σε βιβλίο το 1985. Εκεί υπάρχει ομολογία για την Γενοκτονία των Ποντίων.
