Έντονο προβληματισμό –και οργή– προκαλεί τις τελευταίες ώρες στην ποντιακή κοινότητα της Ελλάδας και της διασποράς η υπόθεση του Ελευθερίου Παρχαρίδη (γνωστού και τουρκιστί Γιαϊλαλί), ο οποίος, όπως ανακοίνωσε δημόσια, είδε να απορρίπτεται σε δεύτερο βαθμό η αίτηση ασύλου του, με αποτέλεσμα να βρίσκεται αντιμέτωπος με τον κίνδυνο απέλασης στην Τουρκία. Σύμφωνα με όσα επισημαίνονται, μια τέτοια εξέλιξη ισοδυναμεί –για τον ίδιο– με επιστροφή σε περιβάλλον όπου τον περιμένουν διώξεις, φυλακίσεις και βασανιστήρια.
Το θέμα αναδεικνύει με αιχμηρό τρόπο ο δημοσιογράφος και πρόεδρος του Σωματείου Δράσης “Νίκος Καπετανίδης”, Γιώργος Γεωργιάδης (ΕΡΤ), σε άρθρο στο Speak News με τίτλο «Οι Έλληνες του Πόντου επιστρέφουν», παρουσιάζοντας την περίπτωση Παρχαρίδη ως σύμβολο μιας ευρύτερης, “αόρατης” ιστορίας: ανθρώπων ποντιακής καταγωγής που γεννήθηκαν στην σύγχρονη Τουρκία ως «Τούρκοι», αλλά αναγνωρίζουν την ελληνική τους ρίζα και ζητούν επανασύνδεση με την ιστορική τους ταυτότητα.
Η «συνέχεια» μετά το 1923 και οι εξισλαμισμένοι Έλληνες
Στο κείμενό του, ο Γεωργιάδης υποστηρίζει ότι η βία και η εξάλειψη ταυτοτήτων δεν σταμάτησαν ουσιαστικά με τη Συνθήκη της Λωζάνης, περιγράφοντας ένα μεταγενέστερο πλαίσιο πίεσης και διωγμών εντός της κεμαλικής Τουρκίας, με θύματα –μεταξύ άλλων– Κούρδους, Αρμένιους, Αλεβίτες, αλλά και παιδιά/ορφανά Ελλήνων που χάθηκαν στη δίνη της Γενοκτονίας, σε περιπτώσεις αρπαγής ή «υιοθεσίας» από τουρκικές οικογένειες.
Ειδικά για τον Παρχαρίδη/Γιαϊλαλί, γίνεται αναφορά στην καταγωγή του από την περιοχή της Πάφρας (Ασάρ) – περιοχή που, κατά την αφήγηση του άρθρου, συνδέεται με σφαγές και πυρπολήσεις την περίοδο των επιχειρήσεων των κεμαλικών δυνάμεων.
«Δεν είναι μόνος» – το παράδειγμα Μέρτ Καγιά και το κύμα DNA tests
Το άρθρο επιμένει ότι η περίπτωση Παρχαρίδη δεν είναι μεμονωμένη. Αναφέρεται ενδεικτικά ο Μέρτ Καγιά, ο οποίος ζει στη Σμύρνη και έχει συγγράψει βιβλίο για τη μοίρα των τέκνων/ορφανών εξισλαμισμένων Ελλήνων του Πόντου. Μάλιστα, σημειώνεται ότι η έρευνά του έχει αναγνωριστεί ως διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Άγκυρας, περιγράφοντας μια κοινότητα που αριθμεί χιλιάδες πολίτες.
Παράλληλα, υπογραμμίζεται το φαινόμενο πολλών πολιτών στην Τουρκία που προχωρούν «με μανία» σε τεστ DNA για να εντοπίσουν καταγωγή, κάτι που –όπως επισημαίνεται– λειτουργεί ως καταλύτης αποκάλυψης οικογενειακών μυστικών και ενισχύει το έργο ερευνητών.
Η κοινότητα της Τραπεζούντας: γλώσσα, ήθη και «ζωντανή» συνέχεια
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται και σε μια άλλη κοινότητα στην περιοχή της Τραπεζούντας, όπου επί αιώνες υπήρχαν εξισλαμισμένοι που –σύμφωνα με την περιγραφή– διατήρησαν γλώσσα, έθιμα, κουζίνα και παραδόσεις των Ελλήνων του Πόντου και τα τελευταία χρόνια μιλούν πιο ανοιχτά για την ιδιαιτερότητά τους.
Ως χαρακτηριστική περίπτωση αναφέρεται ο Βαχίτ Τουρσούν, ο οποίος ζει στην Αθήνα επί δεκαετίες και, σύμφωνα με το άρθρο, συνεχίζει να παλεύει για ιθαγένεια, παρότι έχει σημαντική συνεισφορά στα ελληνικά γράμματα (λεξικά της γλώσσας της Τραπεζούντας). Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται και η δημοσιογράφος/ακτιβίστρια Ουζάι Μπουλούτ, που ζει στην Αθήνα με καθεστώς ασύλου και δρα υπέρ της αναγνώρισης της Γενοκτονίας.
Καταγγελία για στάση της ελληνικής πολιτείας: «Δεν τους θέλει, τους διώχνει»
Ο πυρήνας του άρθρου Γεωργιάδη είναι πολιτικός και καταγγελτικός: υποστηρίζει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η ελληνική πολιτεία στέκεται «βλοσυρά», με διάθεση άρνησης, σαν να αντιμετωπίζει το ζήτημα ως «κλειστό». Αποδίδει αυτό το αντανακλαστικό στη λογική της γραφειοκρατίας και στην ιστορική γραμμή που –όπως λέει– θεώρησε το «ζήτημα του Πόντου» λήξαν μετά την ελληνοτουρκική προσέγγιση του Μεσοπολέμου, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια πάγια νοοτροπία τύπου: «πού να τρέχουμε τώρα για υποθέσεις 120 ετών».
Συνδέει, επίσης, αυτή τη στάση με μια διαχρονική επιδίωξη «ήρεμων νερών» στα ελληνοτουρκικά, υπονοώντας ότι η Αθήνα αποφεύγει να ανοίγει μέτωπα που χαλούν την εικόνα «διευθέτησης».
Κάλεσμα για «αντεπίθεση» και άνοιγμα του φακέλου στη Βουλή
Το άρθρο κλείνει με σαφές κάλεσμα: οι οργανώσεις Ποντίων σε Ελλάδα και ομογένεια να ομονοήσουν και να απαιτήσουν να ανοίξει ο «φάκελος» του ζητήματος του Πόντου στη Βουλή, στα ΜΜΕ και στα κόμματα. Η βασική θέση είναι ότι τα ελληνοτουρκικά δεν εξαντλούνται στην οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, αλλά κουβαλούν –όπως γράφει– «ένα ποτάμι ελληνικού αίματος» από τον ιστορικό Πόντο μέχρι τη Μακεδονία και τη Θράκη.
Στο επίκεντρο, ωστόσο, παραμένει το άμεσο και πρακτικό: η υπόθεση Παρχαρίδη φέρνει ξανά στην πρώτη γραμμή το ερώτημα τι κάνει η Ελλάδα όταν άνθρωποι με ελληνική ποντιακή καταγωγή, με τουρκικό διαβατήριο, ζητούν προστασία και αναγνώριση – και τι σημαίνει στην πράξη η φράση «επιστρέφουν».

