Μία συγκλονιστική ιστορία επιβίωσης από τον χειμώνα του 1922 στον Δυτικό Πόντο επαναφέρει στη δημόσια μνήμη ο συγγραφέας Βασίλειος Σιδηρόπουλος, μέσα από απόσπασμα του βιβλίου του «Πορείες θανάτου… και ζωής».
Πρόκειται για μία οικογενειακή μαρτυρία με πρωταγωνιστή, μεταξύ άλλων, τον παππού του συγγραφέα, Καπετάν Σαούρ Ανέστη, σε μία εποχή κατά την οποία ελληνικοί πληθυσμοί της περιοχής προσπαθούσαν να επιβιώσουν μέσα σε συνθήκες πολέμου, διώξεων, πείνας και συνεχών μετακινήσεων.
«Οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι είναι αυτοί που έζησαν δίπλα μας, οι πρόγονοί μας», γράφει ο Βασίλειος Σιδηρόπουλος, υπογραμμίζοντας ότι οι ιστορίες τους αποτελούν κομμάτι της ιστορίας ολόκληρου του Ελληνισμού, ακόμη και όταν παραμένουν «κλεισμένες στα συρτάρια της λήθης».
Εβδομήντα πέντε αντάρτες και εκατοντάδες γυναικόπαιδα στα βουνά
Σύμφωνα με την αφήγηση του συγγραφέα, τον χειμώνα του 1922, στο οροπέδιο του Ταφσάν Νταγ, στην περιοχή του Βεζίρκιοπρου του Νοτιοδυτικού Πόντου, είχαν καταφύγει περίπου 75 ένοπλοι αντάρτες και 480 γυναικόπαιδα.
Οι άνθρωποι αυτοί, όπως αναφέρει ο Σιδηρόπουλος, βρίσκονταν υπό συνεχή καταδίωξη από ένοπλες ομάδες και κεμαλικές στρατιωτικές δυνάμεις, ενώ τα χωριά τους είχαν καταστραφεί.
Τα τρόφιμα είχαν πλέον τελειώσει.
Η πείνα, οι ασθένειες, τα κρυοπαγήματα και οι συνεχείς μετακινήσεις μέσα στο βαρύ ποντιακό χειμώνα είχαν οδηγήσει την ομάδα στα όρια της φυσικής εξόντωσης.
Ο συγγραφέας αναφέρει ακόμη ότι από τους περίπου 175.000 τουρκόφωνους Έλληνες του Δυτικού Πόντου και της ευρύτερης επαρχίας της Αμάσειας, περίπου 145.000 είχαν, κατά την αφήγησή του, σκοτωθεί ή οδηγηθεί σε πορείες θανάτου κατά τα χρόνια των διωγμών.
Η απόφαση των δώδεκα
Μπροστά στον κίνδυνο να πεθάνουν εκατοντάδες άνθρωποι από ασιτία, δώδεκα άνδρες αποφάσισαν να επιχειρήσουν κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο.
Με επικεφαλής τον Καπετάν Σαούρ Ανέστη, ξεκίνησαν μέσα στη νύχτα με στόχο έναν νερόμυλο κοντά στο μουσουλμανικό χωριό Εσέν, στις όχθες του Κουρούτσαϊ, του σημερινού Άκτσαϊ.
Σκοπός τους ήταν να εξασφαλίσουν αλεύρι.
Η ομάδα, σύμφωνα με το απόσπασμα του βιβλίου, αποτελούνταν από τον Μανασσή, τον Παπαζούν Γιώργη, τον Γουσά Ιστίλ από το Τουρναγκιόλ, τον Αναστάς του Ταγκάλ από το Τσετμί, τον Ισπίρ του Κούρτ από το Σεϊχσιρίν, τον Τιλκί, τον Ιστά, τον Στάθιο του Πάλογλου, τον Παπαζούν Γιάννη, τον μουχτάρη Λάζαρο Κοκτσίδη από το Σοουγτζάχ και τον μόλις 16 ετών Ηρακλή, αδελφό της γιαγιάς του συγγραφέα.
Οι άνδρες περιγράφονται στο βιβλίο ως «ισχνάγγελοι»: εξαντλημένοι και λιπόσαρκοι, αλλά αποφασισμένοι να ολοκληρώσουν την αποστολή.
Μέσα στη χιονοθύελλα
Οι δώδεκα ξεκίνησαν μέσα σε σφοδρή χιονοθύελλα και κατηφόρισαν προς τον νερόμυλο.
Όταν έφτασαν, διαπίστωσαν ότι ο μυλωνάς είχε κλειδώσει το κτίριο από μέσα. Τα παράθυρα ήταν ασφαλισμένα και η είσοδος ήταν αδύνατη.
Τότε ο 16χρονος Ηρακλής, ο μικρότερος και πιο λεπτοκαμωμένος της ομάδας, πρότεινε να ανέβει στη σκεπή.
Με τη βοήθεια των συντρόφων του απομάκρυνε το χιόνι, ανασήκωσε κεραμίδια και μπήκε στο εσωτερικό του μύλου. Κατέβηκε πάνω σε σακιά με στάρι και κατάφερε να ανοίξει την κεντρική πόρτα.
Η ομάδα εισήλθε στον μύλο, ακινητοποίησε τον μυλωνά και φόρτωσε έντεκα μεγάλα σακιά με αλεύρι.
Πήραν επίσης ψωμί και ελιές, ενώ ο Ηρακλής οδήγησε μαζί τους και την αγελάδα του μυλωνά.
Είκοσι χιλιόμετρα με 50 κιλά στην πλάτη
Η επιστροφή ήταν εξίσου δραματική.
Οι άνδρες έπρεπε να ανέβουν ξανά προς τα ορεινά λημέρια τους, μεταφέροντας στην πλάτη τους βαριά σακιά, μέσα στο χιόνι και την εξάντληση.
Όπως περιγράφει ο Βασίλειος Σιδηρόπουλος, όταν τελικά έφτασαν αργά το μεσημέρι, πολλοί από αυτούς προχωρούσαν πλέον σχεδόν με τα γόνατα.
Η επιστροφή τους προκάλεσε έκρηξη ανακούφισης στον καταυλισμό.
Οι γυναίκες άρχισαν αμέσως να ζυμώνουν πίτες με το αλεύρι και να τις ψήνουν πάνω σε πυρακτωμένες πέτρες, ενώ η αγελάδα σφαγιάστηκε ώστε να εξασφαλιστεί κρέας για τους πεινασμένους.
Για εκατοντάδες ανθρώπους, εκείνη η αποστολή σήμαινε προσωρινά τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου.
«Δεν το χωρούσε ο νους μου»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η προσωπική ανάμνηση του συγγραφέα από τις διηγήσεις του παππού του.
Ο Σιδηρόπουλος θυμάται ότι ως παιδί τον ρωτούσε πόσο μακριά βρισκόταν ο νερόμυλος από τα λημέρια τους στο Ταφσάν Νταγ.
Ο παππούς του, προσπαθώντας να του εξηγήσει την απόσταση με έναν τρόπο που θα μπορούσε να αντιληφθεί ένα παιδί, του έδειχνε από το χωριό τους προς τη Νέα Έφεσο, πέρα από την Κατερίνη.
Η απόσταση, όπως γράφει, αντιστοιχούσε περίπου σε 20 χιλιόμετρα.
«Δεν το χωρούσε ο νους μου», σημειώνει, αναλογιζόμενος πώς δώδεκα πεινασμένοι, ρακένδυτοι και εξαντλημένοι άνδρες μπόρεσαν να μεταφέρουν φορτία της τάξης των 50 κιλών ο καθένας, μέσα σε χιόνια, ανηφόρες, ρεματιές και δύσβατα μονοπάτια.
Ιστορίες που έμειναν έξω από τα βιβλία
Η αφήγηση του Βασίλειου Σιδηρόπουλου δεν καταγράφει μόνο μία επικίνδυνη επιχείρηση επιβίωσης. Φέρνει στο προσκήνιο τον τρόπο με τον οποίο η μεγάλη Ιστορία διασώζεται πολλές φορές μέσα από τις αφηγήσεις των οικογενειών.
Ιστορίες ανθρώπων που δεν έγιναν στρατηγοί, πολιτικοί ή επίσημοι πρωταγωνιστές των γεγονότων, αλλά βρέθηκαν στο κέντρο τους.
Άνθρωποι που περπάτησαν μέσα σε χιονοθύελλες, κουβάλησαν τρόφιμα δεκάδες χιλιόμετρα και πάλεψαν ώστε οι οικογένειες και οι κοινότητές τους να επιβιώσουν.
Και ακριβώς αυτές τις ιστορίες επιχειρεί να διασώσει ο συγγραφέας στο έργο του «Πορείες θανάτου… και ζωής»: ιστορίες που μπορεί να μην κατέλαβαν χώρο στα επίσημα ιστορικά εγχειρίδια, αλλά παρέμειναν ζωντανές μέσα στη μνήμη των απογόνων.

Ποιος είναι ο Βασίλειος Σιδηρόπουλος
Ο Βασίλειος Σιδηρόπουλος είναι συγγραφέας με καταγωγή από τον Κούκο Πιερίας, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη διάσωση της ιστορικής μνήμης των Ελλήνων του τουρκόφωνου Δυτικού Πόντου. Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον στο οποίο οι πρόσφυγες πρώτης γενιάς εξακολουθούσαν να αποτελούν τον ζωντανό σύνδεσμο με τις πατρίδες του Πόντου και άκουσε από μικρός τις αφηγήσεις ανθρώπων που είχαν βιώσει τα γεγονότα των διωγμών, του αντάρτικου, του ξεριζωμού και της εγκατάστασης στην Ελλάδα.
Κεντρικά πρόσωπα στη διαμόρφωση αυτής της ιστορικής παρακαταθήκης υπήρξαν ο παππούς του, Καπετάν Σαούρ Ανέστης, πρωταγωνιστής του αντάρτικου στον Δυτικό Πόντο, και η γιαγιά του Κερεκία. Ο Σιδηρόπουλος άρχισε ήδη από νεαρή ηλικία να καταγράφει τις προφορικές μαρτυρίες που άκουγε στα παρακάθια και στις συζητήσεις των μεγαλύτερων του χωριού. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του ζωής, μετέφερε και επεξεργάστηκε αυτό το υλικό, ενώ με την έναρξη της συνταξιοδότησής του προχώρησε στη συστηματικότερη διαμόρφωσή του σε βιβλίο, με παράλληλη μελέτη σχετικής βιβλιογραφίας και προσπάθεια διασταύρωσης γεγονότων και λεπτομερειών.
Το αποτέλεσμα αυτής της πολύχρονης προσπάθειας ήταν το βιβλίο «Πορείες θανάτου… και ζωής», που εκδόθηκε το 2022 από τις Εκδόσεις Κυριακίδη. Μέσα από το έργο του, ο Σιδηρόπουλος επιχειρεί να διασώσει όχι μόνο την οικογενειακή μνήμη, αλλά και ένα λιγότερο γνωστό κεφάλαιο της ιστορίας των τουρκόφωνων Ελλήνων του Δυτικού Πόντου και των προσφυγικών κοινοτήτων που δημιούργησαν μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα.

«Πορείες θανάτου… και ζωής»
Το «Πορείες θανάτου… και ζωής» είναι ένα έργο ιστορικής και οικογενειακής μνήμης, βασισμένο σε μεγάλο βαθμό στις αυθεντικές προφορικές αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα του Δυτικού Πόντου και ιδιαίτερα στις μαρτυρίες του παππού του συγγραφέα, Καπετάν Σαούρ Ανέστη, και της γιαγιάς του Κερεκίας.
Στις σελίδες του αναβιώνει ο κόσμος των τουρκόφωνων Ελλήνων του Δυτικού Πόντου, με επίκεντρο την περιοχή του Βεζίρ Κιοπρού –της ιστορικής Νεοκλαυδιούπολης– και το όρος Ταφσάν Νταγ. Καταγράφονται επεισόδια από το ποντιακό αντάρτικο, οι διώξεις και οι πορείες θανάτου των αμάχων, οι προσπάθειες επιβίωσης γυναικόπαιδων στα βουνά, αλλά και τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν την περιοχή πριν από την Ανταλλαγή των πληθυσμών.
Η αφήγηση, ωστόσο, δεν σταματά στον Πόντο. Ακολουθεί τους πρόσφυγες στη νέα τους πατρίδα, καταγράφοντας την προσπάθεια να δημιουργήσουν ξανά ζωή από το μηδέν, καθώς και εμπειρίες από την Κατοχή και τον ελληνικό Εμφύλιο. Παράλληλα, παρουσιάζονται πρόσωπα, ήθη, έθιμα και πολιτιστικά στοιχεία του Κούκου Πιερίας, τα οποία συνδέουν τη νέα προσφυγική κοινότητα με τις χαμένες πατρίδες.
Ιδιαίτερη αξία του βιβλίου αποτελεί η αξιοποίηση της προφορικής ιστορίας. Ο συγγραφέας δεν επιχειρεί να παρουσιάσει τα γεγονότα ως ένας αποστασιοποιημένος ιστορικός, αλλά να μεταφέρει τη ματιά εκείνων που τα έζησαν, διασώζοντας ονόματα, περιστατικά, οικογενειακές ιστορίες και βιώματα που διαφορετικά κινδύνευαν να χαθούν μαζί με τη γενιά των πρωταγωνιστών τους.
Έτσι, το «Πορείες θανάτου… και ζωής» κινείται ανάμεσα στη μαρτυρία, τη βιογραφική αφήγηση και την τοπική ιστορία. Στον πυρήνα του βρίσκεται η προσπάθεια διάσωσης μιας συλλογικής μνήμης: από τον αγώνα επιβίωσης στον Δυτικό Πόντο και τον ξεριζωμό μέχρι το νέο ξεκίνημα στην Ελλάδα.
Το βιβλίο κυκλοφόρησε στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο του 2022 από τις Εκδόσεις Κυριακίδη, έχει 304 σελίδες και ISBN 978-960-599-411-2. Η ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ το κατατάσσει στην κατηγορία των αυτοβιογραφικών έργων.
Το Pontosvoice.com (…τ’εμέτερον η λαλία) είναι μια ενημερωτική ιστοσελίδα που σκοπό έχει να ενημερώνει τον Ποντιακό κόσμο για όλα τα νέα που αφορούν τον Ποντιακό Ελληνισμό , δράσεις, εκδηλώσεις, ιστορικά ευρήματα, απόψεις. Είμαστε μια ανοιχτή ομάδα και είμαστε η φωνή όλων , μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας για ότι σας απασχολεί στο info@pontosvoice.com
