Κάθε τραγούδι του αφηγείται μια ιστορία, έχει δεχτεί απειλές στην Τουρκία, αλλά επέδειξε γενναία στάση, η οποία, όπως θεωρεί, δεν εκτιμήθηκε στη χώρα μας.
Του Χρήστου Κωνσταντινίδη
Στις αρχές του Ιουλίου ένα σχόλιο του προκάλεσε συζητήσεις στον εν Ελλάδι ποντιακό κόσμο. Και αυτό γιατί εξέφραζε ένα παράπονο, επειδή δεν είχε δεχτεί πρόσκληση από κανέναν πολιτιστικό σύλλογο που συνδέεται με τον πολιτισμό του Ευξείνου Πόντου, παρότι η προσφορά του είναι αξιολογότατη και αρκετά αναγνωρίσιμη στην Τουρκία, σε σημείο να του ανατεθεί να γράψει το εμβατήριο της Τράμπζονσπορ με αφορμή τα πεντηκοστά γενέθλια της ομάδας. Λόγω της ενασχόλησής του με την ποντιακή μουσική και τη χρήση ενός ιδιαίτερου προσωνύμιου-φόρος τιμής στον Απόλλωνα, τον θεό της μουσικής, του φωτός, προστάτη των τεχνών και της μαντείας για τους Αρχαίους Έλληνες, δέχτηκε αντιδράσεις, κατηγορήθηκε ακόμα και ως «προδότης», δέχτηκε ψηφιακές επιθέσεις και απειλές, ενώ ακυρώθηκαν εμφανίσεις του. Πλέον ζει εκτός Τουρκίας, στην Ευρώπη, για ευνόητους λόγους…
Γεννήθηκε το 1986 στην Τόνγια, την αρχαία Θοανία, επαρχία της Τραπεζούντας και ηλικία 10 ετών μετακινήθηκε με την οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη. Οι δεσμοί με την ιδιαίτερη πατρίδα του όμως παρέμειναν δυνατοί και αποτυπώνονται στη μουσική του, η οποία περιλαμβάνει τραγούδια στην τουρκική, την ποντιακή, τη λαζική διάλεκτο και άλλα τοπικά γλωσσικά ιδιώματα, αναδεικνύοντας την πολυπολιτισμική φυσιογνωμία της Μαύρης Θάλασσας και την πολυγλωσσία της περιοχής.
Στη δισκογραφία τον συναντάμε για πρώτη φορά το 2011, με το άλμπουμ «Kalandar», που σημαίνει Ιανουάριος στα ποντιακά! Ο δίσκος περιέχει παραδοσιακές τραγουδιστικές μορφές της Μαύρης Θάλασσας, σε τουρκικά και ρωμέικα. Το τραγούδι «Αγαπώ σε», το βίντεοκλιπ του οποίου γυρίστηκε στο ιστορικό μοναστήρι της Παναγίας Σουμέλα, αποτελεί σήμα κατετεθέν του δίσκου. Τα πλάνα ακροβατούν μεταξύ αγιογραφιών και του φυσικού περιβάλλοντος της μονής και σε συνδυασμό με τον ποντιακό στίχο αποπνέουν μια ατμόσφαιρα μυσταγωγική, στην οποία παντρεύονται οι εικόνες από έναν ιερό τόπο με τα ερωτικά λόγια του τραγουδιού και δημιουργούν ένα αποτέλεσμα μοναδικό, εντυπωσιακό, αλλά όχι επιτηδευμένο και προκλητικό.
Το 2014 κυκλοφόρησε τον δίσκο «Santa», ένα όνομα φόρος-τιμής στη μαρτυρική Σάντα του Πόντου. Σε αυτή τη δουλειά συνεργάστηκε με τον Γιώργο Ιωαννίδη και την Ιροντίνα Καντράλη, ενώ δύο χρόνια αργότερα δημιούργησε το άλμπουμ «Romeyka», που κυκλοφόρησε ταυτόχρονα σε Τουρκία και Ελλάδα και όλα τα τραγούδια ια είναι στην ποντιακή διάλεκτο με τη συμμετοχή της Πέλας Νικολαΐδου, αλλά και του Βαχίτ Τουρσούν στη στιχογραφία. Το 2018 ήρθε η τέταρτη δισκοργαφική του δουλειά με το «Momoyer», το οποίο αναφέρεται ξεκάθαρα στο έθιμο των Μωμόγερων.
Γενικότερα, εκτός από την προσπάθεια ανάδειξης της πολυπολιτισμικότητας του Ευξείνου Πόντου, έστειλε με τη δουλειά του μηνύματα για τα περοβαλλοντικά ζητήματα, όπως στο πρότζεκτ “Diren Karadeniz”, ενώ βραβεύτηκε με το Βραβείο Τέχνης του Σωματείου Δημοσιογράφων της Τραπεζούντας (Trabzon Gazeteciler Cemiyeti Sanat Ödülü) και το βραβείο του Τεχνικού Πανεπιστημίου της Μαύρης Θάλασσας ως «Πιο Αγαπημένη Παραδοσιακή Φωνή».
Ο Απόλας ή κατά κόσμον Αμπντουρραχμάν Λερμί είναι ένας καλλιτέχνης, τον οποίο προσωπικά θαυμάζω για τον τρόπο που προβάλλει τη δουλειά του μέσω της εικόνας. Το βίντεοκλιπ είναι ένα εργαλείο, τη σημασία, την αξία και τη δυναμικότητα του οποίου δεν έχουν συνειδητοποιήσει (ακόμα) στον ποντιακό καλλιτεχνικό χώρο, με συνέπεια οι δουλειές που έχουν δημιουργηθεί να μειώνουν το τελικό αποτέλεσμα. Γι’αυτό θεωρώ, ότι ο Απόλας Λερμί είναι πρωτοπόρος, παράδειγμα προς μίμηση και ναι, οδηγός για τους πόντιους καλλιτέχνες στην Ελλάδα. Το «Αγαπώ Σε», το «Λάισον» μέχρι το Bella Ciao με ποντιακό στίχο, αποτελούν δείγματα, που οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι ο Απόλας έχει δημιουργήσει Σχολή.
Τον Απόλας τον γνώρισα το 2018 σε ένα από ταξίδια μου στην Τραπεζούντα, όπου συναντηθήκαμε σε οικία φιλικού προσώπου και ανταλλάξαμε απόψεις για την παραδοσιακή ποντιακή μουσική. Ευκαιρίας δοθείσης από την ανάρτηση που έκανε στα μέσα του καλοκαιριού, η συζήτηση οδηγήθηκε σε συνέντευξη, από την οποία μπορούν να εξαχθούν πολύ χρήσιμα συμπεράσματα για τις απόψεις του.
Οι ερωτήσεις που του τέθηκαν ήταν σκληρές, αλλά απαντήθηκαν με ειλικρίνεια και χωρίς υπεκφυγές. Για παράδειγμα ήταν καταπέλτης για τη στάση των ποντιακών πολιτιστικών συλλόγων όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Τουρκία, συγκινητικός για τον τρόπο που βλέπει την ποντιακή μουσική παράδοση και την κληρονομιά. Ερωτηθείς όμως για το ζήτημα της Γενοκτονίας η θέση του δυσαρεστεί και ίσως να εξηγεί σε έναν βαθμό το αποτέλεσμα για το οποίο κατηγορεί τους συλλόγους. Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε στο Pontos Voice:
ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ ΣΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗ
Έχεις συγκινήσει πολύ κόσμο στην Ελλάδα τραγουδώντας τραγούδια στη ρωμαίικη διάλεκτο. Ειδικά το “Αγαπώ σε ” ήταν αξεπέραστο. Το “Λάισον” είχε πιο εύθυμο χαρακτήρα. Τραγούδησες επίσης και ένα τραγούδι του αείμνηστου Στάθη Ευσταθιάδη. Ποιό είναι το πιο αγαπημένο σου τραγούδι στη ρωμαίικη διάλεκτο που έχεις τραγουδήσει;
«Το ότι τα τραγούδια μου στην ποντιακή διάλεκτο βρίσκουν συναισθηματική ανταπόκριση στους ανθρώπους είναι για μένα μια απερίγραπτη χαρά. Όταν ερμήνευσα για πρώτη φορά το «Αγαπώ σε», ένιωσα κι εγώ μέσα μου μια συναισθηματική ανατροπή. Αυτό το τραγούδι δεν μιλά μόνο για έναν έρωτα, αλλά και για την εξορία, την απώλεια και τη νοσταλγία. Πιστεύω ότι ένας από τους ισχυρότερους δεσμούς με το κοινό μου είναι η κοινή εμπειρία αυτών των συναισθημάτων.
Το «Λάισον», από την άλλη, δημιουργεί μια ισορροπία. Θυμίζει τη χαρά της ζωής, τους γάμους στα χωριά, τα γέλια που αντηχούν στους δρόμους. Όμως, ακόμα και μέσα σε αυτή τη χαρά κρύβεται μια μελαγχολία· η μουσική μας πάντα φέρει αυτή τη δυαδικότητα.
Η ερμηνεία του τραγουδιού «Τούρκικα Ελληνικά» του αείμνηστου Στάθη Ευσταθιάδη ήταν για μένα ξεχωριστή ευθύνη. Στους στίχους του δεν υπάρχει μόνο το συναίσθημα ενός καλλιτέχνη, αλλά και η ιστορία και η μνήμη ενός λαού.
Όλα τα ποντιακά τραγούδια που έχω ερμηνεύσει είναι πολύ ξεχωριστά για μένα, όπως και τα δικά μου. Αν πρέπει να διαλέξω, ίσως πω τα «Αγάπω σε», «Μάνα», «Έσυρα Το Τυφέκι μ’». Ωστόσο, όλα τα ποντιακά τραγούδια της παράδοσής μας, συμπεριλαμβανομένων των ντουέτων με φίλους, τα ερμηνεύω με μεγάλη αγάπη».
Τα τραγούδια σου έχουν αναφορές στον έρωτα, την αγάπη, τον σεβασμό στο περιβάλλον και τη φύση, αλλά και στα ανθρώπινα δικαιώματα. Στέλνεις μηνύματα πίσω από τους στίχους σου. Θεωρείς, ότι αυτά τα τραγούδια λένε την ιστορία σου;
«Ναι, σίγουρα. Στην πραγματικότητα, κάθε τραγούδι λέει μια ιστορία, αλλά ορισμένα από αυτά ψιθυρίζουν τη δική μου ιστορία στον ακροατή. Θέματα όπως ο έρωτας, η αγάπη, η φύση και τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι μόνο παγκόσμια ζητήματα, αλλά και οι ακρογωνιαίοι λίθοι του προσωπικού μου ταξιδιού. Οι αδικίες που είδα ως παιδί, οι ιστορίες, η θαυμασμός μου για τη φύση και οι δεσμοί που δημιούργησα με τους ανθρώπους με την πάροδο του χρόνου μετατράπηκαν σε στίχους. Μερικές φορές, ένας πολύ προσωπικός στίχος μπορεί να γίνει η φωνή πολλών ανθρώπων.
Γι’ αυτό στα τραγούδια μου αφηγούμαι τόσο τη δική μου ιστορία όσο και αυτών που δεν μπορούν να ακουστούν. Για μένα, η μουσική δεν είναι μόνο τέχνη, αλλά και ένα μέσο έκφρασης. Μερικές φορές, αυτά που δεν μπορώ να πω με λόγια τα φορτώνω σε μια μελωδία ή έναν στίχο και τα τραγουδάω. Και ναι, αυτά τα τραγούδια συχνά γεννιούνται από την ιστορία μου, αλλά το ότι μεταμορφώνονται σε μια άλλη ιστορία στην καρδιά του ακροατή είναι αυτό που αγαπώ περισσότερο».
ΣΤΑΣΗ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΟ
Έχεις δεχτεί απειλές στην Τουρκία για τα τραγούδια και τη δράση σου; Και ποιά είναι η κατάστασή σου αυτόν τον καιρό; Για παράδειγμα θυμόμαστε τη γενναία στάση σου, όταν απαγορεύτηκε στον Ματθαίο Τσαχουρίδη να τραγουδήσει στη φιέστα πρωταθλήματος της Τράμπζονσπορ και εσύ επέλεξες να μην ακολουθήσεις ως ένδειξη διαμαρτυρίας.
«Ναι, κατά καιρούς έχω δεχτεί απειλές μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ειδικά τα τραγούδια μου στην ποντιακή διάλεκτο, τα πολιτιστικά μου πρότζεκτ ή τα μηνύματα που δίνω για την ειρήνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα ενοχλούν ορισμένους κύκλους. Ωστόσο, ποτέ δεν ξεκίνησα με σκοπό να προκαλέσω. Ήθελα απλώς να εκφράσω ειλικρινά τη φωνή που βγαίνει από μέσα μου, χωρίς να κρύβω αυτό που είμαι. Δυστυχώς, δεν βρήκα αντικειμενικούς χώρους για να εξηγήσω αυτή την ειλικρίνεια.
Η απαγόρευση του Ματθαίου Τσαχουρίδη στους εορτασμούς της Τραμπζονσπόρ δεν ήταν για μένα μόνο η φίμωση ενός καλλιτέχνη· ήταν η άρνηση της φωνής ενός λαού και της ιστορίας μιας πόλης. Γι’ αυτό ακύρωσα τη δική μου εμφάνιση. Δεν ήταν απλώς μια «αντίδραση», αλλά μια στάση που πήρα από ιστορική ευθύνη.
Όσον αφορά την τρέχουσα κατάστασή μου: συνεχίζω να τραγουδάω τα τραγούδια μου και να αφηγούμαι την ιστορία μου. Γιατί ξέρω ότι η σιωπή εξυπηρετεί μόνο αυτούς που απειλούν. Παρόλο που δεν βλέπω την απαραίτητη ευαισθησία από την πολιτική, την τέχνη ή τους πολιτιστικούς κύκλους, αντί να σιωπήσω, ψάχνω τρόπους να κάνω τη μουσική μου να ακουστεί ακόμα πιο δυνατά».
ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ
Πρόσφατα έκανες μια ανάρτηση στο Facebook, εκφράζοντας παράπονο γιατί δεν σε καλούν οι ποντιακοί σύλλογοι στην Ελλάδα. Γιατί θεωρείς, ότι δεν σε καλούν; Επίσης τί είναι αυτό που σε έκανε να εκφραστείς με τέτοιο τρόπο;
«Το παράπονό μου δεν αφορά μόνο την επιθυμία να ανέβω στη σκηνή. Δίνω έναν αγώνα για την τέχνη και τον πολιτισμό, κουβαλώντας την αξιοπρέπεια του να είσαι άνθρωπος και την ευθύνη του να είσαι καλλιτέχνης. Αυτός ο αγώνας συχνά μας φέρνει αντιμέτωπους με προκαταλήψεις, ρατσιστικές και διαχωριστικές ρητορικές στην Τουρκία, καθώς και με θυσίες στον τρόπο ζωής μας.
Πού στέκονται, λοιπόν, οι θεσμικοί εκπρόσωποι του πολιτισμού μας στην Ελλάδα και οι σχετικοί άνθρωποι ή οργανισμοί σε αυτή την αξιοπρέπεια;
Δυστυχώς, όπως και οι ενώσεις της Μαύρης Θάλασσας στην Τουρκία, έτσι και οι ποντιακές ενώσεις στην Ελλάδα δείχνουν, τις περισσότερες φορές, αδιαφορία, έλλειψη ευαισθησίας και αποστασιοποίηση από τις ευθύνες τους. Το να μην καλέσουν έναν καλλιτέχνη είναι, φυσικά, μια επιλογή· αλλά οι λόγοι πίσω από αυτή την επιλογή πρέπει να αμφισβητηθούν δυνατά και ανοιχτά. Μοιράστηκα τις σκέψεις μου για τις ενώσεις του Πόντου με ειλικρίνεια, γιατί θεωρώ σημαντική την ευθύνη αυτών των ενώσεων, που αποτελούν τους θεσμικούς εκπροσώπους της κοινής μας ιστορίας στην Ελλάδα».

Έχεις γίνει γνωστός στον ποντιακό χώρο πάνω από 20 χρόνια. Γνωρίζουμε, ότι η γλώσσα σου είναι η τουρκική. Δεν γνώριζες εξ αρχής τα ποντιακά, τα ρωμαίικα δηλαδή, τη διάλεκτο των Ελλήνων της Μαύρης Θάλασσας. Αυτά τα 20 χρόνια έμαθες να μιλάς ελληνικά για να επικοινωνήσεις με τον κόσμο στην Ελλάδα; Αν δεν έχεις μάθει ελληνικά ή έστω τα ρωμαίικα δεν θεωρείς, ότι είναι μειονέκτημα αυτό;
«Ναι, είναι αλήθεια. Ξεκίνησα αυτό το ταξίδι μιλώντας Τουρκικά. Στο σπίτι μου και στο περιβάλλον μου δεν μιλούσαμε την ποντιακή διάλεκτο. Την άκουσα για πρώτη φορά μέσα από τη μουσική, στα μάτια των ηλικιωμένων, στα νανουρίσματα, στις θρηνωδίες, στους γάμους. Από τότε, δεν προσπάθησα μόνο να τη μάθω, αλλά και να την αισθανθώ. Με τα χρόνια, επικεντρώθηκα στην ποντιακή διάλεκτο. Έδωσα μεγάλη προσπάθεια για να προφέρω σωστά τα τραγούδια, να καταλάβω τι λέω και να πλησιάσω το πνεύμα αυτής της γλώσσας. Προσπάθησα επίσης να μάθω τα βασικά της Νέας Ελληνικής, να διαβάζω και να γράφω σε κάποιο επίπεδο, αλλά ποτέ δεν έγινα άνετος ομιλητής. Ίσως το ένιωσα περισσότερο σαν έλλειψη όταν επικοινωνούσα πρόσωπο με πρόσωπο με συναδέλφους και ακροατές στην Ελλάδα.
Ναι, αυτό είναι ένα μειονέκτημα. Αλλά δεν είναι μόνο προσωπικό, είναι το αποτέλεσμα μιας συλλογικής ρήξης. Η δική μου έλλειψη είναι, στην πραγματικότητα, η αντανάκλαση της καταπιεσμένης μνήμης ενός λαού. Παρόλα αυτά, συνεχίζω να κάνω ό,τι μπορώ για να κρατήσω αυτή τη γλώσσα ζωντανή. Γιατί αυτός ο αγώνας δεν έχει να κάνει μόνο με το να μιλάς, αλλά και με το να το αισθάνεσαι και να γίνεσαι ο φορέας του. Κάθε λέξη που μαθαίνω, κάθε θρηνωδία που απομνημονεύω, μου επιστρέφει ένα κομμάτι του εαυτού μου. Παρά τις ελλείψεις μου, προσπαθώ να μετατρέψω τη φωνή μου σε μια γέφυρα που θα κάνει αυτή την παλιά γλώσσα να ακουστεί ξανά. Ίσως μέσα από αυτή τη γέφυρα να μπορέσουμε ξανά να ακούσουμε ο ένας τη φωνή του άλλου».
Τα τραγούδια σου εκτός από κάποιες διασκευές ποντιακών τραγουδιών στην πλειοψηφία τους έχουν τουρκικό στίχο. Θεωρείς, ότι αυτά τα τραγούδια έχουν απήχηση;
«Ναι, τα περισσότερα τραγούδια μου είναι στα Τουρκικά και αυτή είναι μια συνειδητή επιλογή. Γιατί μεγάλωσα σε αυτά τα εδάφη και έμαθα τις χαρές και τις λύπες μου σε αυτή τη γλώσσα. Τα τουρκικά είναι όχι μόνο η μητρική μου γλώσσα, αλλά και ο χώρος έκφρασης όπου μπορώ να μεταφέρω τα συναισθήματά μου με τον πιο αληθινό τρόπο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι απομακρύνομαι από την πολιτιστική μου πραγματικότητα. Αντιθέτως, πιστεύω ότι μέσω αυτής της γλώσσας μπορώ να μεταφέρω τον πολιτισμό μας σε ευρύτερο κοινό στην Τουρκία. Και ναι, νιώθω από καρδιάς ότι τα τραγούδια μου βρίσκουν ανταπόκριση στους Τούρκους και σε ανθρώπους από διαφορετικές ρίζες.
Τα δάκρυα στα μάτια του κόσμου στις συναυλίες, τα ειλικρινή μηνύματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι ακροατές που με σταματούν στον δρόμο για να σιγοτραγουδήσουν έναν στίχο ή να βγάλουν μια φωτογραφία… Όλα αυτά είναι η πιο όμορφη απόδειξη ότι η μουσική περνά από καρδιά σε καρδιά. Οι περισσότεροι άνθρωποι με ακούν χωρίς να ξέρουν τι είναι η ποντιακή διάλεκτος, αλλά όταν τελειώνει το τραγούδι, αυτό που νιώθουν είναι κοινό: νοσταλγία, αγάπη, χαρά, ελπίδα… Πιστεύω ότι αν ένα τραγούδι αγγίζει μια καρδιά, τότε πια ανήκει σε όλους».

ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΟΥΒΛΑΚΙΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΕΦΤΕΔΕΣ
Πάμε τώρα στα πιο σκληρά. Γνωρίζεις, ότι οι ποντιακοί σύλλογοι στην Ελλάδα έχουν καταντήσει, με κάποιες εξαιρέσεις φυσικά, να μην ενδιαφέρονται ουσιαστικά για τον πολιτισμό και την ιστορία, αλλά για τα πανηγύρια, για να πουλήσουν σουβλάκια, αλλά και να μαζέψουν ψήφους πολιτικών για τις εκλογές; Υπάρχει και μια αδιαφορία από πλευράς κόσμου σε σημαντικές εκδηλώσεις πνευματικών ανθρώπων. Για παράδειγμα εκδηλώσεις στις οποίες μίλησαν σημαντικοί Τούρκοι ακτιβιστές για τη γενοκτονία δεν είχαν την απήχηση που θα είχε ένα πανηγύρι. Ποιά εικόνα έχεις για αυτήν την κατάσταση στην Ελλάδα;
«Ναι, αυτές οι παρατηρήσεις δεν περιορίζονται μόνο στην Ελλάδα. Και στην Τουρκία αντιμετωπίζουμε παρόμοιες καταστάσεις. Εσείς σουβλάκια, εμείς… κεφτέδες. Οι περισσότερες πολιτιστικές ενώσεις, αντί να αναβιώσουν την πολιτιστική μνήμη ή να αναλάβουν ιστορικές ευθύνες σε ένα διανοητικό επίπεδο, στρέφονται σε επιφανειακές εκδηλώσεις, φολκλορικές παραστάσεις ή οργανώσεις που παραμένουν στη σκιά της τοπικής πολιτικής. Το ότι οι συζητήσεις για τη γενοκτονία δεν προσελκύουν το ίδιο ενδιαφέρον με ένα πανηγύρι μπορεί να οφείλεται σε έναν ενστικτώδη μηχανισμό άμυνας του κόσμου, που προτιμά να «θυμάται διασκεδάζοντας» ή να αποφεύγει τον πόνο. Αντί να χαρακτηρίσουμε τους ανθρώπους που δεν συμμετέχουν ως «αδιάφορους», ίσως θα έπρεπε να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε με ποιους φόβους ή ελλείψεις συνείδησης έχουν μεγαλώσει.
Η ιστορία μένει ζωντανή όχι μόνο με την ανάμνηση, αλλά με την κατανόηση, τη συζήτηση και, όταν χρειάζεται, την κριτική. Όμως, αυτή η αλλαγή δεν μπορεί να επιβληθεί από τα πάνω· πρέπει να προέλθει από μέσα, από μια ειλικρινή ανάγκη. Αυτό μπορούμε να το πετύχουμε μόνο μαζί, χωρίς να κατηγορούμε ο ένας τον άλλον, αλλά αμφισβητώντας ειλικρινά. Το ζήτημα δεν είναι μόνο να πουλάμε κεφτέδες· είναι αν μπορούμε να βάλουμε δίπλα στον κεφτέ μια ιστορία, μια ανάμνηση, ένα νόημα. Πρέπει να δημιουργήσουμε δρόμους που όλοι μπορούν να καταλάβουν και να περάσουν».
Γνωρίζεις, ότι στην Ελλάδα φούσκωναν τα μυαλά σε ακτιβιστές στην Τουρκία ποντιακής καταγωγής, οι οποίοι ήρθαν στη χώρα μας και τώρα παλεύουν για την επιβίωσή τους, γιατί το κράτος δεν προχωρά καμία διαδικασία ασύλου; Έχεις γνώση τέτοιων περιστατικών και αν ναι, δεν σου χτυπούν καμπανάκι, για να είσαι πιο προσεκτικός;
«Ναι, κατά καιρούς ακούγονται ειδήσεις για τέτοιες περιπτώσεις. Είναι γνωστό ότι κάποιοι ακτιβιστές αντιμετώπισαν σοβαρές δυσκολίες και πιέσεις. Ωστόσο, κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, οπότε δεν είναι σωστό να γενικεύουμε. Τέτοιες καταστάσεις, φυσικά, υπενθυμίζουν τη σημασία του να δρα κανείς με προσοχή και συνείδηση. Όλοι όσοι εργάζονται σε αυτόν τον τομέα πρέπει να προσέχουν τόσο τη σωματική όσο και την ψυχολογική τους ασφάλεια».

ΟΧΙ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΙΝΤΡΙΓΚΑΣ Η ΤΕΧΝΗ
Θέλεις να έρθεις να ζήσεις μόνιμα στην Ελλάδα για κάποιον λόγο;
«Ναι, γιατί όχι; Η Ελλάδα είναι ένα μέρος όπου εγώ και η μουσική μου γίνονται δεκτοί με αγάπη. Κάθε φορά που πηγαίνω εκεί, δεν νιώθω ξένος, αλλά οικείος. Η φύση, η ιστορία, η ζεστασιά των ανθρώπων, η μελωδία της γλώσσας, οι κοινές ρίζες της μουσικής με συγκινούν βαθιά.
Αν υπάρξει ένας χώρος στην Ελλάδα όπου μπορώ να συνεχίσω να δημιουργώ και να διατηρώ τον πολιτισμό μου, το να ζήσω εκεί θα ήταν μια όμορφη εμπειρία για μένα».
Γνωρίζεις, ότι στην Ελλάδα υπάρχει έντονη δραστηριότητα της τουρκικής μαφίας και των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών (MIT) με αποτέλεσμα να υπάρχει καχυποψία ίσως ακόμα και σε καλλιτέχνες από την Τουρκία;
«Τέτοιες γενικεύσεις και κατηγορίες δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να υπονομεύουν τη συνδετική δύναμη της τέχνης. Οι καλλιτέχνες, ανεξαρτήτως καταγωγής ή χώρας, πρέπει να κρίνονται για τη δημιουργικότητά τους, τα συναισθήματά τους και την προσπάθειά τους. Το να εγκλωβίζεται η καλλιτεχνική κοινότητα σε τέτοιες γενικεύσεις δεν είναι δίκαιο. Η τέχνη δεν πρέπει να είναι η σκιά πολιτικών ίντριγκων, αλλά μια γέφυρα που ενώνει τους ανθρώπους. Αν θέλουμε πραγματικά να σταθούμε στο πλευρό των καλλιτεχνών, πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις προκαταλήψεις μας και να προσπαθήσουμε να τις ξεπεράσουμε. Η τέχνη υπερβαίνει τα σύνορα· πρέπει κι εμείς να υπερβούμε τις κρίσεις μας».

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΟΥΛΩΝΕΙ ΤΡΑΥΜΑΤΑ
Στην Τουρκία μιλάς για το θέμα της Γενοκτονίας; Έχεις επίγνωση της ιστορικής πραγματικότητας εκείνη την εποχή και ποιά είναι η θέση σου απέναντι στο ζήτημα; Σε ενδιαφέρει ή δεν επιθυμείς να παίρνεις θέση, για να προστατευτείς (κάτι που είναι λογικό φυσικά), μιας και έχεις εκτεθεί αρκετά στη χώρα σου;
«Τέτοιου είδους αμφιλεγόμενες ρητορικές πολώνουν ακόμα περισσότερο τις ήδη ευαίσθητες κοινωνίες και υπονομεύουν την αμοιβαία κατανόηση και ενσυναίσθηση. Αντιθέτως, η μουσική και η τέχνη είναι οι πιο ισχυροί τρόποι για να επουλώσουν αυτά τα τραύματα και να φέρουν κοντά διαφορετικούς πολιτισμούς και ιστορίες. Οι συνεχείς συζητήσεις που βασίζονται στη σύγκρουση και τη διάκριση εμποδίζουν την ανάπτυξη της τέχνης και την ελεύθερη ροή της δημιουργικής ενέργειας, οδηγώντας στη φτώχεια της κοινής μας πολιτιστικής κληρονομιάς. Σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούν η ειρήνη και η κατανόηση, η μουσική γίνεται πιο βαθιά. Γι’ αυτό, αντί να τροφοδοτούμε αυτές τις συζητήσεις, πρέπει να αναζητήσουμε τρόπους να είμαστε μαζί και να γιορτάσουμε την κοινή μας ανθρωπιά».
Με ποιους Πόντιους καλλιτέχνες θα ήθελες να συνεργαστείς στο μέλλον; Έχεις σχέδια να δημιουργήσεις ποντιακά τραγούδια; Πες μας λίγο για τα σχέδιά σου για το μέλλον.
«Το να συνεργαστώ στο μέλλον με δυνατές και δημιουργικές φωνές της ποντιακής μουσικής θα ήταν πραγματικά μεγάλη χαρά για μένα. Γιατί η συνεργασία όχι μόνο εμπλουτίζει τον πολιτισμό μας, αλλά μας επιτρέπει επίσης να αφήσουμε μια πιο ισχυρή κληρονομιά στις νέες γενιές. Έχω σχέδια να δημιουργήσω ποντιακά τραγούδια· το να διατηρήσω τη μαγεία και το πνεύμα αυτής της γλώσσας μέσα από τη μουσική μου είναι πολύτιμο για μένα.
Στα νέα μου πρότζεκτ σκοπεύω να δώσω μεγαλύτερη έμφαση σε αυτό. Επιπλέον, θέλω στη μουσική μου να συνδυάσω το παραδοσιακό με το σύγχρονο, δημιουργώντας έργα που σέβονται τις ρίζες μας αλλά ταυτόχρονα αγγίζουν το σύγχρονο κοινό. Είμαι σε αναζήτηση νέων συνεργασιών και εμπειριών· η συνάντηση με καλλιτέχνες από διαφορετικούς πολιτισμούς και η εξερεύνηση νέων ήχων με ενθουσιάζει πολύ. Το μέλλον θα είναι γεμάτο μουσική, ελπίδα και δημιουργία· ανυπομονώ να συναντήσω το κοινό μου σε αυτό το ταξίδι!»
Μετά από τη συζήτηση με τον Απόλας σίγουρα δημιουργούνται και άλλα ερωτήματα που ίσως να απαντηθούν σε άλλη συνέντευξη. Είναι όμως ειλικρινής, απαντά χωρίς φόβο και πάθος ή διάθεση να γίνει αρεστός. Και αυτό τον τιμά. Η δε δουλειά του αξίζει προβολής και στήριξης. Γιατί η φωνή του είναι μία από αυτές τις μικρές αλυσίδες που μας συνδέουν με την πατρίδα των προγόνων μας.

Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης είναι δημοσιογράφος ποντιακής καταγωγής. Οι πρόγονοί του προέρχονται από το Κοιλάδι Τραπεζούντας, το Χαμσίκιοϊ Ματσούκας και τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ).

