Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
«Πολλά χρόνι͜α εμπροστά, τετρακόσ̌ι͜α παραπάν’ έρθ’ ένας τρανόν γατάν και εγέντανε Τουρκάντ’. Ο σουλτάνον έλεγεν «’Δέν ’κι λογαρι͜άζομε! Ή θα ’ίνουστουν Τουρκάντ’, ή εσάς θα σπάζομε!» Την πίστην αν έλλαξαν την γλώσσαν ’κ’ ενέσπαλαν. Συντζ̌αίν’νε ποντιακά, ’ξέρ’νε και τα τουρκικά. Πολλοί πίστην έλλαξαν, ένταν μωαμεθανοί. Έπεϊ απέσ’ σ’ ατείντς είναι κρυφοχριστιανοί. Κάθουν ’λόερα σο στόλ’ την πίταν ατείν’ να τρών’. Πριν να κομματι͜άζ’νε ατο ευτάν’ απάν’ ένα σταυρόν», τραγουδούσε το αηδόνι του Πόντου, ο Χρύσανθος, στο «Κατήρκαγια» στον δίσκο «Χρυσή Παράδοση» του 1991.
«Επήγαμε εμείς σον Πόντον κι είνας χότζας οξωπίσ’. Ντό θέλτς, είπαμε, γερίτσο; Γιατί κλαις κι εμάς τερείς; Πώς εξέρτς την καλατσ̌ή μουν; Πόντιος είσαι -ν- εσύ! Γιατί ψαλαφάς, τουρκίτσο, απ’ εμάς έναν κερίν; Πόντιος είμαι Ρωμαίος, το κερίν θα άφτω εγώ. Τη Σουμελάν Παναΐα κλίσκουμαι και προσ̌κυνώ. Ας σ’χωρά με ο Θεόν, το ρωμαίικον θα κρατώ. Την ημέραν είμαι χότζας, τη βραδήν θα λειτουργώ, τραγουδούσε Χρήστος Παπαδόπουλος στο «Είμαι Πόντιος Ρωμαίος», σε στίχους του αείμνηστου Βασίλη Μωυσιάδη, στον δίσκο «Πατρίδα μ’πονεμένον», που κυκλοφόρησε έναν χρόνο αργότερα.
Και τα δύο τραγούδια έχουν ένα κοινό θέμα, το οποίο αποτελεί ένα από τα πιο δύσκολα και ίσως όχι τόσο προβεβλημένα κεφάλαια της ιστορίας του Πόντου: Οι κρυπτοχριστιανοί. Στην ποντιακή διάλεκτο ήταν γνωστοί ως «κλωστοί». Ήταν πληθυσμοί που ασπάστηκαν το Ισλάμ, διατήρησαν την ελληνοφωνία τους, αλλά μυστικά κρατούσαν τη χριστιανική πίστη τους άσβεστη. Το φαινόμενο συναντάται τον 19ο και έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Αυτοί αποκαλύφθηκαν για πρώτη φορά επίσημα το 1856 εκμεταλλευόμενοι την έκδοση του σουλτανικού διατάγματος «Χαττί Χουμαγιούν», που υποσχόταν θρησκευτική και πολιτική ελευθερία σε όλους τους υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο Hasluck και η ιδιαιτερότητα της Τραπεζούντας
Ο Άγγλος ιστορικός και αρχαιολόγος Frederick William Hasluck (1878-1920) περιγράφει με ψυχραιμία αλλά σαφήνεια το φαινόμενο των Κρυπτοχριστιανών της Τραπεζούντας, βασιζόμενος σε ιστορικές πηγές και επιτόπια γνώση της Μικράς Ασίας. Σύμφωνα με τον Hasluck, αν και ο αριθμός των Κρυπτοχριστιανών στη Μικρά Ασία είχε κατά καιρούς υπερβολικά διογκωθεί, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι υπήρξαν πραγματικές περιπτώσεις πληθυσμών που εξαναγκάστηκαν σε εξωτερικό εξισλαμισμό. Τονίζει, ωστόσο, ότι επί Οθωμανών δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις μαζικών μεταστροφών σε όλη τη Μικρά Ασία — με μία καθοριστική εξαίρεση: την περιοχή της Τραπεζούντας.
Η ιδιαιτερότητα της Τραπεζούντας; Ο Hasluck σημειώνει ότι στην περιφέρεια της Τραπεζούντας συναντάται τόσο ιστορική παράδοση εξαναγκασμών όσο και υπαρκτός πληθυσμός που ήταν εξωτερικά μουσουλμανικός αλλά διατηρούσε χριστιανικά στοιχεία, άλλοτε ανοιχτά και άλλοτε μυστικά.

Αναφέρει συγκεκριμένα:
Στην περιοχή της Ριζούντας (Rize) υπήρχαν χωριά που, παρότι οι κάτοικοι δήλωναν μουσουλμάνοι, διατηρούσαν μνήμες του βαπτίσματος και μιλούσαν όχι τουρκικά αλλά αρμενικά, ένδειξη παλαιότερης χριστιανικής ταυτότητας.
Οι Κρυπτοχριστιανοί με ελληνικό τυπικό και ελληνική γλώσσα υπήρχαν μέχρι και πρόσφατα (σε σχέση με την εποχή που γράφει), κυρίως γύρω από την Τραπεζούντα.
Ήταν γνωστοί με την ονομασία Σταυριώτες, από το χωριό Σταυρίν, στην εκκλησιαστική περιφέρεια της Αργυρούπολης (Gümüşhane). Ο Hasluck αναφέρει ότι οι Σταυριώτες υπολογίζεται πως έφταναν κάποτε τις 20.000 ψυχές στις επαρχίες Σίβας, Άγκυρας και Τραπεζούντας. Στα τέλη του 17ου αιώνα υπέστησαν διώξεις, οι οποίες οδήγησαν στον εξισλαμισμό περίπου 8.000 οικογενειών και ανάγκασαν πολλούς να φύγουν προς την Κριμαία και άλλες περιοχές. Μέρος αυτών των πληθυσμών εγκαταστάθηκε στη μεταλλευτική περιοχή της Κρώμνης (Kromna), όπου παρέμειναν τυπικά μουσουλμάνοι, αλλά επανήλθαν ανοιχτά στον Χριστιανισμό γύρω στο 1860.
Άλλοι εγκαταστάθηκαν στη Ριζούντα και στον Όφη. Εκεί, ακόμη και όταν είχαν αλλάξει θρησκεία, διατήρησαν τη γλώσσα τους και –το πιο εντυπωσιακό κατά τον Hasluck– προστάτευαν με ζήλο τα χριστιανικά ιερά βιβλία τους.
Ο Άγγλος ιστορικός καταλήγει σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα. Στην Τραπεζούντα και την ευρύτερη ποντιακή ενδοχώρα ο εξισλαμισμός δεν σήμαινε κατ’ ανάγκη απώλεια ταυτότητας. Η γλώσσα, η μνήμη και η πίστη επιβίωσαν για γενιές, άλλοτε κρυφά και άλλοτε ημι-φανερά.
Η μαρτυρία του Hasluck, γραμμένη χωρίς πολιτική σκοπιμότητα και πολύ πριν τις σύγχρονες αντιπαραθέσεις, επιβεβαιώνει ότι οι Κρυπτοχριστιανοί της Τραπεζούντας δεν ήταν θρύλος ή φήμη, αλλά ιστορικά τεκμηριωμένη πραγματικότητα.
Το άρθρο της Zeynep Türkyılmaz
Για το ζήτημα των Κρυοπτοχριστιανών είχε αρθρογραφήσει το 2016 η ιστορικός, οθωμανολόγος Zeynep Türkyılmaz, μέσα από το άρθρο με τίτλο «Οι κρυπτοχριστιανοί Έλληνες του Πόντου, παγιδευμένοι ανάμεσα στο Ισλάμ και τον Χριστιανισμό» (τουρκ. «Pontus’un kripto-hristiyan Rumları, İslam ve Hıristiyanlık arasında») . Πρόκειται για μια συστηματική προσέγγιση στο φαινόμενο των Κρυπτοχριστιανών Ρωμιών του Πόντου – πληθυσμών που έζησαν επί αιώνες σε μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα σε δύο θρησκείες, δύο κόσμους και τελικά δύο ιστορικές μοίρες.
Η Türkyılmaz επισημαίνει ότι, ενώ στην Τουρκία έχει αρχίσει να συζητείται –έστω και δειλά– το ζήτημα των εξισλαμισμένων Αρμενίων ή των Χεμσινλήδων, η ύπαρξη εξισλαμισμένων ή διπλοθρησκευτικών Ρωμιών παραμένει σχεδόν άγνωστη ή αντιμετωπίζεται ως ταμπού. Κι όμως, όπως τεκμηριώνει, πρόκειται για υπαρκτές, πολυάριθμες και ιστορικά καταγεγραμμένες κοινότητες.
Στις περιοχές της Τραπεζούντας, της Gümüşhane, της Ματσούκας, της Τορούλ (Άρδασσα) και ευρύτερα στον ανατολικό Πόντο, υπήρξαν Ρωμιοί πληθυσμοί που εξισλαμίστηκαν επιφανειακά κατά την οθωμανική περίοδο, διατηρώντας όμως –κρυφά ή ημι-δημόσια– την ορθόδοξη χριστιανική τους πίστη. Η ιστορικός μιλά για «çift-dinli», δηλαδή διπλοθρησκευτικούς πληθυσμούς, οι οποίοι δεν εγκατέλειψαν απλώς μια ταυτότητα για να υιοθετήσουν μια άλλη, αλλά έζησαν επί δεκαετίες και αιώνες με δύο παράλληλες θρησκευτικές αναφορές. Διπλή πίστη, διπλή ζωή δηλαδή.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των μεταλλωρύχων της κοιλάδας Κουρούμ, κοντά στη Gümüşhane. Στα μέσα του 19ου αιώνα, περίπου 20.000 άνθρωποι εμφανίζονται συλλογικά ενώπιον των οθωμανικών αρχών δηλώνοντας ανοιχτά ότι είναι χριστιανοί και απαιτώντας να ζήσουν πλέον δημόσια με αυτήν την ιδιότητα. Στα οθωμανικά έγγραφα καταγράφεται με αμηχανία το φαινόμενο: «Παρασκευές στο τζαμί, Κυριακές στην εκκλησία».
Η Türkyılmaz τονίζει ότι το φαινόμενο αυτό αποδομεί τη σημερινή, αποστειρωμένη αντίληψη περί «καθαρών» και μονοδιάστατων ταυτοτήτων. Οι Κρυπτοχριστιανοί του Πόντου μιλούσαν ρωμαίικα, συχνά και τουρκικά, εργάζονταν σε καίριους οικονομικούς τομείς (μεταλλεία), και διαπραγματεύονταν διαρκώς τη θέση τους μέσα σε ένα πολυθρησκευτικό και πολυεθνοτικό περιβάλλον.
Η ιστορικός είναι σαφής: δεν υπήρξε μία ενιαία εμπειρία εξισλαμισμού. Υπήρξαν πολλαπλές διαδρομές, διαφορετικές εποχές, άλλες επιλογές και άλλοι εξαναγκασμοί. Άλλοι διατήρησαν διπλή πίστη, άλλοι κράτησαν τη γλώσσα αλλά έχασαν τη θρησκεία, άλλοι αφομοιώθηκαν πλήρως – ιδιαίτερα μετά το 1918.
Καθοριστικό σημείο καμπής υπήρξε η Ανταλλαγή των Πληθυσμών. Όπως υπογραμμίζει η Türkyılmaz, σε αντίθεση με την αρμενική περίπτωση, όπου η γενοκτονία δεν ακύρωνε νομικά την ύπαρξη του «Αρμένιου», η Ανταλλαγή κατέστησε αδύνατη την παραμονή οποιουδήποτε δήλωνε Ρωμιός ή Χριστιανός εντός Τουρκίας. Το μήνυμα ήταν σαφές: αν θέλεις να μείνεις, πρέπει να είσαι μουσουλμάνος.
Έτσι, ένα μεγάλο μέρος αυτών των πληθυσμών σιώπησε. Η γλώσσα –τα ρωμαίικα σε περιοχές όπως ο Όφις, η Τόνια, η Ματσούκα– έμεινε ως ίχνος, αλλά η ιστορία πίσω από αυτήν καλύφθηκε από φόβο και αυτολογοκρισία.
«Ρώτα την καρδιά σου»
Και ας επιστρέψουμε στην αφετηρία αυτού του κειμένου. Τα τραγούδια που αναφέρονται στον πρόλογο γράφτηκαν μετά από ταξίδια (Μωυσιάδη-Χρύσανθου) στον Πόντο στα τέλη της δεκαετίας του ’80, κάτι που ενισχύει την πεποίθηση περί ύπαρξης κρυπτοχριστιανών μέχρι σήμερα. Η ίδια η Türkyılmaz αποφεύγει να απαντήσει στο άρθρο της, αν σήμερα υπάρχουν ακόμη ενεργές κοινότητες Κρυπτοχριστιανών, επισημαίνοντας ότι μια τέτοια συζήτηση, στο σημερινό πολιτικό κλίμα, θα μπορούσε να τους θέσει σε κίνδυνο.
Και καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν «υπάρχουν» ή «δεν υπάρχουν» σήμερα Κρυπτοχριστιανοί στον Πόντο. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η τουρκική κοινωνία –και όχι μόνο– δεν διαθέτει ακόμη τον πολιτικό και επιστημονικό χώρο για να μιλήσει ανοιχτά γι’ αυτές τις εμπειρίες χωρίς φόβο, εθνικά στερεότυπα και ιδεολογικές χρήσεις. Βέβαια από το 2016 μέχρι το 2026 έχουν μεσολαβήσει πολλά. Τα τελευταία χρόνια έχουν πάρει διαστάσεις κινήματος τα τεστ dna στην Τουρκία, όπου πολλοί Τούρκοι ανακαλύπτουν, ότι το dna τους δεν έχει καμία σχέση με το αφήγημα, με το οποίο το τουρκικό κράτος τους έκανε πλύση εγκεφάλου μέσω της εκπαίδευσης. Σημειωτέον, ότι το 2010 έσπασε σιωπή αιώνων για πίστη των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου με την ταινία «Ρώτα την καρδιά σου» (Yuregine Sor), το οποίο αφορά μία τραγική ιστορία αγάπης, ανάμεσα σε μία Μουσουλμάνα, την Esma και έναν κρυπτοχριστιανό, τον Mustafa. Οπότε υπάρχουν ερεθίσματα για να αναζητήσει κανείς περισσότερες πληροφορίες…
Οι Κρυπτοχριστιανοί του Πόντου, όπως τους παρουσιάζει η Türkyılmaz, δεν είναι ούτε μύθος ούτε εργαλείο πολιτικής. Είναι πραγματικοί άνθρωποι, με επιλογές, διλήμματα και αγώνες, που έζησαν σε μια εποχή όπου η ταυτότητα δεν ήταν γραμμική αλλά ρευστή – και πλήρωσαν βαρύ τίμημα όταν το κράτος απαίτησε να γίνει μονόχρωμη.
Για το ζήτημα των εξισλαμισμών στη Μικρα Ασία και των κρυπτοχριστιανών του Πόντου έχει συγγράψει σχετικό βιβλίο από τις Εκδόσεις Κυριακίδη ο καθηγητής Κωνσταντίνος Φωτιάδης. Όσο για το ερώτημα εάν υπάρχουν σήμερα κρυπτοχριστιανοί στον Πόντο ή σε άλλα μέρη της Τουρκίας, θα μπορούσε να απαντήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όχι επίσημα βέβαια… Η διαχρονική εχθρική στάση του τουρκικού βαθέος κράτους εναντίον του μαρτυρά κάτι που δεν μπορεί να λεχθεί δημόσια…
Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης είναι δημοσιογράφος ποντιακής καταγωγής. Οι πρόγονοί του προέρχονται από το Κοιλάδι Τραπεζούντας, το Χαμσίκιοϊ Ματσούκας και τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ).
