Σφοδρή κριτική στις δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη από την Άγκυρα ασκεί, με άρθρο – παρέμβαση στο Geopolitico.gr, ο γενοκτονολόγος Βασίλειος Μεϊχανετσίδης, με αφορμή την αναφορά του Έλληνα πρωθυπουργού στον Μουσταφά Κεμάλ ως «Ατατούρκ» κατά τη συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Ο κ. Μεϊχανετσίδης κάνει λόγο για «σοβαρότατο δομικό πρόβλημα» ιστορικής γνώσης, μνήμης και πολιτικο-διπλωματικής προετοιμασίας στην Ελλάδα, εκτιμώντας ότι η συγκεκριμένη αναφορά δεν αποτελεί απλώς ένα επικοινωνιακό ολίσθημα, αλλά σύμπτωμα βαθύτερης αδυναμίας κατανόησης της ιστορικής διάστασης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
«Αθεράπευτο πρόβλημα» ιστορικής παιδείας
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, οι δηλώσεις του πρωθυπουργού αποτυπώνουν έλλειμμα ουσιαστικής γνώσης των γεγονότων της περιόδου 1913–1923 και των προσώπων που πρωταγωνίστησαν σε αυτά. Υποστηρίζει ότι, παρά τις προσπάθειες που –όπως σημειώνει– καταβάλλονται ήδη από τη δεκαετία του 1980 για την εκπαίδευση του πολιτικού προσωπικού σε ζητήματα γενοκτονιών, ιδίως της ελληνικής γενοκτονικής περίπτωσης, η ανταπόκριση παραμένει επιφανειακή και ευκαιριακή.
Κάνει λόγο για «ευκαιριακές και χρησιμοθηρικές ευαισθησίες», που ενεργοποιούνται κατά περίπτωση, χωρίς βαθιά γνώση και χωρίς τη δυνατότητα ουσιαστικών ιστορικών διακρίσεων.
«Αντίφαση» μεταξύ αναγνώρισης γενοκτονίας και επίκλησης Κεμάλ
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Μεϊχανετσίδης σε αυτό που χαρακτηρίζει ως «αντίφαση»: από τη μία, η ελληνική πολιτεία αναγνωρίζει γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου· από την άλλη, ο πρωθυπουργός αναφέρεται σε «παρακαταθήκη» του Μουσταφά Κεμάλ.
Όπως επισημαίνει, δεν είναι δυνατόν –κατά την άποψή του– να αναγνωρίζεται γενοκτονία και ταυτόχρονα να γίνεται επίκληση ή θετική αναφορά σε πρόσωπο που θεωρείται από την ιστοριογραφία των γενοκτονικών σπουδών ως βασικός θύτης (genocide perpetrator). Μια τέτοια στάση, υποστηρίζει, αποδομεί την ίδια την αναγνώριση και υπονομεύει τη διεθνή διεκδίκηση για ευρύτερη αναγνώριση των εγκλημάτων.
Ευθύνες και στη διπλωματική γραφειοκρατία
Ο αρθρογράφος δεν περιορίζεται στην πολιτική ηγεσία. Θέτει ερωτήματα και για τον ρόλο των αρμόδιων διπλωματικών υπηρεσιών, οι οποίες –όπως σημειώνει– είτε ενέταξαν είτε ενέκριναν τη σχετική αναφορά στο γραπτό κείμενο της δημόσιας τοποθέτησης.
Διερωτάται μάλιστα αν η ελληνική πολιτική και διπλωματική ηγεσία έχει «αναλάβει την υπεράσπιση του Κεμάλ», τη στιγμή που βρίσκεται απέναντι σε έναν πολιτικό του ιδεολογικό αντίπαλο, τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Κριτική στο ιδεολόγημα της «ελληνοτουρκικής φιλίας»
Ο Μεϊχανετσίδης ασκεί κριτική και στην επίκληση της «ελληνοτουρκικής φιλίας», την οποία χαρακτηρίζει ιδεολόγημα χωρίς διαρκή και ουσιαστική εφαρμογή. Επικαλείται ιστορικά ορόσημα –από τη Λωζάννη έως τα γεγονότα του 1955, του 1964, του 1974 και των Ιμίων– υποστηρίζοντας ότι η υποτιθέμενη φιλία δεν απέτρεψε διώξεις της Ομογένειας ούτε την εμπέδωση του τουρκικού εθνικισμού, του οποίου, κατά την άποψή του, βασικός εκφραστής υπήρξε ο κεμαλισμός.
«Ζήτημα μνήμης και ενσυναίσθησης»
Το άρθρο κλείνει με αναφορά στην ανάγκη ιστορικής ευαισθησίας και ενσυναίσθησης απέναντι στα θύματα, τους επιζώντες και τους απογόνους των γενοκτονιών. Κατά τον συγγραφέα, η απουσία αυτής της ευαισθησίας σε επίπεδο ανώτατης πολιτικής ηγεσίας συνιστά λόγο ιδιαίτερης ανησυχίας.
Η παρέμβαση του Βασίλειου Μεϊχανετσίδη εντάσσεται στο ευρύτερο δημόσιο διάλογο που έχει ανοίξει μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν στην Άγκυρα, φέρνοντας στο προσκήνιο τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη διπλωματική ρητορική και την ιστορική μνήμη, την οποία οι Πόντιοι έχουν φροντίσει να διατηρήσουν ζωντανή τόσο ατομικά και όσο και συλλογικά.

