Έντονη αντίδραση προκαλεί η απόφαση ονοματοδοσίας πλατείας στη Θεσσαλονίκη προς τιμήν του πρώην δημάρχου Γιάννη Μπουτάρη, με τον Βασίλη Μεϊχανετσίδη, Δρ Θεολογίας του ΕΚΠΑ, μεταδιδακτορικό ερευνητή και διδάσκοντα στο ίδιο πανεπιστήμιο, να παρεμβαίνει δημόσια με ιδιαίτερα αιχμηρό σχολιασμό.
Ο κ. Μεϊχανετσίδης χαρακτηρίζει την απόφαση «απρεπή» για τη Θεσσαλονίκη, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική και ηθική παρακαταθήκη του πρώην δημάρχου υπήρξε, κατά την άποψή του, «αμφιλεγόμενη έως προδήλως αρνητική» σε σειρά ζητημάτων. Στο επίκεντρο της κριτικής του βρίσκεται η στάση του Γιάννη Μπουτάρη απέναντι σε θέματα ιστορικής μνήμης, ιδίως σε σχέση με τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την περίοδο 1913-1923.
Ο πανεπιστημιακός εστιάζει κυρίως σε παλαιότερη δημόσια δήλωση του Γιάννη Μπουτάρη για τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, την οποία θεωρεί βαθιά προσβλητική για τη συλλογική εθνική μνήμη, για τα θύματα της Γενοκτονίας και για τους απογόνους τους. Κατά τον ίδιο, η συγκεκριμένη αναφορά δεν μπορεί να προσπεραστεί ούτε να εξωραϊστεί, καθώς αφορά ένα πρόσωπο που συνδέεται ιστορικά με τον κεμαλικό εθνικισμό και με τις διώξεις σε βάρος ελληνικών, αρμενικών και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής.
Ο κ. Μεϊχανετσίδης θέτει το ερώτημα κατά πόσο μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, η οποία αποτέλεσε καταφύγιο για χιλιάδες πρόσφυγες και απογόνους επιζώντων των γενοκτονικών διώξεων, μπορεί να τιμά δημόσια έναν πολιτικό που, σύμφωνα με την κριτική του, προσέβαλε ευθέως αυτήν τη μνήμη. Όπως σημειώνει, η Θεσσαλονίκη δεν είναι μια οποιαδήποτε πόλη, αλλά ένας ιστορικός χώρος όπου συναντήθηκαν οι μνήμες της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης και των κοινοτήτων που ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες.
Στην παρέμβασή του, ο κ. Μεϊχανετσίδης ασκεί κριτική και σε όσους, όπως υποστηρίζει, επιχειρούν να παρουσιάσουν τον Γιάννη Μπουτάρη ως «ευεργέτη» της πόλης, παραβλέποντας πλευρές της δημόσιας παρουσίας του που προκάλεσαν αντιδράσεις. Κατά την άποψή του, η δημόσια τιμή μέσω ονοματοδοσίας πλατείας δεν είναι μια τυπική διοικητική πράξη, αλλά πράξη υψηλού συμβολισμού, η οποία στέλνει μήνυμα στις επόμενες γενιές.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στο ζήτημα της εθνικής μνήμης και της ιστορικής συνέχειας. Υποστηρίζει ότι η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να αντιμετωπίζει με αδιαφορία ή επιλεκτική μνήμη τα τραύματα που συνδέονται με την Οθωμανική περίοδο, τις σφαγές, τους εξισλαμισμούς, τους εκτοπισμούς, το παιδομάζωμα και τις γενοκτονικές πολιτικές των αρχών του 20ού αιώνα. Στο ίδιο πλαίσιο, συνδέει την ιστορική μνήμη με τη σημερινή πραγματικότητα, κάνοντας λόγο για διαρκή τουρκικό αναθεωρητισμό, για την Κύπρο, τη «Γαλάζια Πατρίδα» και τις σύγχρονες γεωπολιτικές προκλήσεις.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η μνήμη δεν αποτελεί απλώς στοιχείο τιμής προς τους νεκρούς, αλλά και «ασπίδα επιβίωσης» απέναντι σε έναν επεκτατισμό που, όπως αναφέρει, δεν έχει παύσει να απειλεί τον Ελληνισμό. Από αυτήν την οπτική, θεωρεί ότι η απόφαση του Δήμου Θεσσαλονίκης κινείται προς λάθος κατεύθυνση και πρέπει να ανακληθεί.
Ο κ. Μεϊχανετσίδης καλεί τους απογόνους των γενοκτονημένων Ελλήνων, την κοινωνία των πολιτών και τη Διασπορά να αντιδράσουν οργανωμένα, με στόχο την ανάκληση της απόφασης. Όπως υπογραμμίζει, το θέμα δεν αφορά μόνο την προσωπική αποτίμηση ενός πρώην δημάρχου, αλλά το ηθικό και ιστορικό παράδειγμα που επιλέγει να προβάλει η πόλη.
Αντί για πλατεία αφιερωμένη στον Γιάννη Μπουτάρη, ο ίδιος προτείνει τη δημιουργία πλατείας και Μουσείου για τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μάλιστα, επαναφέρει ως συμβολική πρόταση τη δημιουργία ενός τέτοιου μουσείου ακόμη και σε χώρο που συνδέεται με τον Κεμάλ, εφόσον αυτό καταστεί δυνατό, ή, σε κάθε περίπτωση, σε άλλο κατάλληλο σημείο της Θεσσαλονίκης.
Κατά τον ίδιο, ένα τέτοιο μουσείο δεν θα είχε μόνο ιστορικό και παιδαγωγικό χαρακτήρα, αλλά θα αποτελούσε πράξη εθνικού χρέους. Θα λειτουργούσε ως θεσμική υπενθύμιση των διωγμών, του ξεριζωμού και της γενοκτονικής βίας που υπέστησαν οι Έλληνες της Ανατολής, ενώ ταυτόχρονα θα ενίσχυε τη συλλογική συνείδηση απέναντι σε κάθε μορφή ιστορικού αναθεωρητισμού.
Η παρέμβαση Μεϊχανετσίδη ανοίγει ξανά τη συζήτηση για τα όρια της δημόσιας μνήμης, για το ποια πρόσωπα τιμώνται στον δημόσιο χώρο και με ποια κριτήρια. Το ερώτημα που θέτει είναι ευρύτερο: μπορεί μια πόλη με τόσο βαρύ ιστορικό φορτίο, όπως η Θεσσαλονίκη, να αποδίδει τιμές χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις πληγές και τις ευαισθησίες του προσφυγικού και ποντιακού Ελληνισμού;
Για τον ίδιο, η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Η Θεσσαλονίκη, όπως υποστηρίζει, δεν χρειάζεται συμβολισμούς που διχάζουν και προσβάλλουν, αλλά θεσμούς και χώρους μνήμης που ενώνουν τον Ελληνισμό γύρω από την ιστορική αλήθεια. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, η μνήμη και η παιδαγωγία δεν είναι πολυτέλεια, αλλά όρος εθνικής επιβίωσης.
Ολόκληρη η δημοσίευση του Δρ. Βασίλη Μεϊχανετσίδη:
Η εν γένει πολιτική και ηθική παρακαταθήκη του δημοτικού αυτού άρχοντα υπήρξε από αμφιλεγόμενη έως προδήλως αρνητική επί διαφόρων ζητημάτων, ων ουκ έστιν αριθμός, παρά τις συστηματικές προσπάθειες ορισμένων τόσον εξ Αθηνών όσο και εκ Θεσσαλονίκης να καλλωπίσουν και να αποκαθάρουν την μνήμη του, παρουσιάζοντάς τον ως “ευεργέτη” του περιωνύμου των Θεσσαλονικέων δήμου (λαού), άξιο δημόσιας τιμής δια της ονοματοδοσίας πλατείας της ιστορικής αυτής μεγαλοπόλεως, του και καταφυγίου των επιζώντων της γενοκτονίας των Ελλήνων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, 1913-1923, και των απογόνων τους.
Το αποκορύφωμα της ανεκδιήγητης -επί διαφόρων ζητημάτων- αυτοδιοικητικής θητείας του υπήρξε εκείνη η άνευ προηγουμένου προσβλητική και ατιμωτική για την συλλογική εθνική μνήμη και συνείδηση αλλά και για τα θύματα και τους απογόνους των γενοκτονη θέντων Ελλήνων δήλωσή του, “σκασίλα μου, αν ο Κεμάλ δολοφόνησε Έλληνες” (αγγλιστί: “I don’t give a sh….t, if Kemal killed Greeks”), αναφερόμενη στην γενικότερη πραξεολογία του Μουσταφά Κεμάλ πασά (Ατατούρκ), εκ των κυρίων θυτών της γενοκτονίας των Ελλήνων (και των Αρμενίων), καθώς και θύτου του φρικτού βασανισμού και της μαζικής εξόντωσης των αιχμαλωτισθέντων από τους Κεμαλιστές εθνικιστές Ελλαδιτών στρατιωτών μετά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού εκ της Μ. Ασίας το 1922.
Μετά από μια τέτοια δημόσια δήλωση, και μάλιστα αγγλιστί και σε διεθνές μμε, “τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων;” Τίθενται τα εξής εύλογα, φρονώ, ερωτήματα: Ποιο είναι άραγε το “όριο” του αμοραλισμού και της γενικότερης ανοχής στην προσβολή της εθνικής μνήμης μιας κοινωνίας και ενός έθνους, το οποίο φέρει τραυματικές εμπειρίες αιώνων από τον επιθετικό και επεκτατικό τουρκισμό (11ος αι. κ.εξ.), την κατάκτηση των ελληνικών χωρών και την φρικτή απομείωση του ελληνικού γένους από τον βαρύτατο οθωμανικό ζυγό (σφαγές, εξανδραποδισμοί, εξισλαμισμοί, παιδομάζωμα, ατιμώσεις, ταπεινώσεις, σεξουαλική δουλεία [παρθενοφθορία, αρρενοφθορία/αισδεραστία, χαρέμια κλπ], αποδημία/μετοικεσία κλπ.), ενώ συνεχίζει να αντιμετωπίζει από τον εξ ανατολών κακό μας γείτονα -την μετα-οθωμανική διάδοχη Τουρκία- συστηματικό και ακατάπαυστο ιστορικό αναθεωρητισμό και αρνητισμό, αλλά και εδαφικό επεκτατισμό (Κύπρος, γαλάζια πατρίδα κλπ.); Είμαστε εν τέλει μια κοινωνία άνευ συνείδησης, φρονήματος, πραγματισμού, και άνευ ορίων; Είμαστε συλλογικά αμνήμονες, αμοραλιστές, ιδιοτελείς, υλιστές και α-νόητοι; Μπορεί “ο πάσα ένας” να λέγει ότι του κατέβει, και όχι μόνο να μην έχει τις αναμενόμενες και ηθικά απαιτούμενες πολιτικές ή (και ποινικές όταν συντρέχουν) συνέπειες, αλλά και να τιμάται δημοσίως; Αυτό είναι το “ηθικό παράδειγμα” (moral paradigm) που κληροδοτεί η Θεσσαλονικέων πόλις και γενικότερα η ελληνική κοινωνία στις επερχόμενες γενεές των Ελλήνων, οι οποίες μπορεί να κληθούν να αντιμετωπίσουν και πάλι τον τουρκικό επεκτατισμό εν τη πράξει στην αβέβαιη και ρευστή εποχή μας; Θα καταστεί η πόλις της Θεσσαλονίκης ιδιότυπο κέντρο του “νεοτουρκικου/κεμαλικού εθνικισμού,” εκ των πλέον φονικών γενοκτονικών ιδεολογιών του 20ου αι., “ιδεολογική μήτρα” (καθ’ ομολογία του ίδιου του Χίτλερ) του φασισμού και του ναζισμού (εν μέρει και του σοβιετικού κομμουνισμού), λόγω των επιτυχημένων γενοκτονικών-εθνοκαθαρτικών πρακτικών του έναντι Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων/Αραμαίων; Πρακτικές τις οποίες θεώρησαν “επιτυχημένες” και μιμήθηκαν κυρίως οι Γερμανοί έναντι των Εβραίων και άλλων, αλλά και οι Σοβιετικοί (όπως αποδεικνύει σχετική έρευνα). Και αν οι δημοτικοί και πολιτικοί άρχοντες της Πατρίδος μας φαίνεται κατά καιρούς να έχουν απωλέσει το αναγκαίο, αναμενόμενο και απαιτούμενο ορθολογικό εθνικό ηθικό κριτήριο και ένστικτο επιβίωσης ενώπιον μιας μονίμως αναθεωρητικής, επιθετικής και αμετανόητης Τουρκίας, η οποία παραβίασε συστηματικά τις διεθνείς συμφωνίες που υπέγραψε (1923, 1930 κλπ), ο ελληνικός λαός θα πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσει να διατηρεί και να εκτρέφει με επιμονή το εθνικό του φρόνημα, ακριβώς για την επιβίωσή του ως εθνικού συνόλου ενώπιον των ενδογενών και εξωγενών προκλήσεων και κινδύνων που αντιμετωπίζει. Ας μην λησμονούμε άλλωστε το δυστυχές εκείνο φαινόμενο της Οθωμανο-τουρκοκρατίας, τον εξισλαμισμό και εκτουρκισμό διαφόρων πρώην βυζαντινών ελίτ προς διάσωση των τιμαρίων τους από την μια, και την μετ’ αυτοθυσίας παραμονή στην πατρώα πίστη και γένος των υποδούλων από την άλλη (είμαστε εν πολλοίς οι απόγονοι των γενναίων εκείνων “κολλήγων” [υποδούλων/υποφόρων/ραγιάδων/[τ]ζίμμηδων, “απίστων”/γκιαούρηδων] που αποφάσισαν πάση θυσία να παραμείνουν πιστοί στην πίστη και στην καταγωγή τους και να μην επιλέξουν για τη βολή τους να εξισλαμισθούν, αλλά να διατηρήσουν και να διαιωνίσουν μαρτυρικώς το εθνικό και θρησκευτικό φρόνημα μέχρι την εξανάσταση του γένους το 1821, αλλά και με διάφορες άλλες απόπειρες πριν και αργότερα πολλάκις).
Ο εθνομηδενισμός και ο αμοραλισμός του Μπουτάρη άγγιξαν το αίσχιστο σημείο τους. Ο τύπος αυτός υπήρξε προδήλως εθνομηδενιστής, αμοραλιστής και φοβούμαι και οιονεί “παράφρων” (δεδομένης μιας τέτοιας δήλωσης). Αν η δήλωσή του υπήρξε προϊόν συνεπειών κάποιου εθισμού του, όπως ακούσθηκε τότε, αυτό δεν αλλάζει την ουσία του πράγματος, ούτε ο οποιοσδήποτε εθισμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως άλλοθι και δικαιολόγηση για τα δημόσια πρόσωπα. Για το αν εξυπηρετούσε οικονομικά συμφέροντά του δεν είμαι αρμόδιος να απαντήσω, αν και διάφορα φημολογούνται.
Θα πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια από τους απογόνους των γενοκτονηθέντων Ελλήνων αλλά και την ευρύτερη Κοινωνία των πολιτών και την πάντα αγωνιστική και με εθνικό φρόνημα Διασπορά μας, ώστε η ανορθολογική, ακατανόητη και προσβλητική αυτή απόφαση του Δήμου Θεσσαλονίκης να ανακληθεί άμεσα, διότι το συγκεκριμένο πρόσωπο όχι απλώς δεν την αξίζει, αλλά διότι με τα πεπραγμένα και λεχθέντα του διχάζει και προσβάλλει την μνήμη του έθνους και της πόλης. “Φίλος μεν ο Πλάτων, φιλτάτη δε η αλήθεια.”
Το δε “ο αποθανών δεδικαίωται” να έχει κάποια όρια, επιτέλους.
Αντί της πλατείας Μπουτάρη, η Θεσσαλονίκη χρειάζεται πλατεία και μουσείο της γενοκτονίας των Ελλήνων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, 1913-1923. Και αν το Μουσείο αυτό δεν καθίσταται τέλος πάντων δυνατόν να δημιουργηθεί στην φερόμενη κατοικία Κεμάλ, άλλωστε η πρόταση αυτή φέρει ηθική και συμβολική σημασία αποδόμησης, θα πρέπει να δημιουργηθεί αλλού, όχι ως συμπλήρωμα, όχι μόνον ιστορικο-παιδαγωγικά, όχι μόνον ως εθνικό χρέος και καθήκον, αλλά κυρίως και πρωτίστως ως ένστικτο εθνικής επιβίωσης και αντίστασής μας στον μόνιμο, διηνεκή τουρκικό επεκτατισμό. Η μνήμη και η παιδαγωγία είναι ασπίδα επιβίωσης μας.