Γράφει ο Νίκος Κωνσταντινίδης*
Με πόνο στην ψυχή, αφήνοντας πίσω προγονικούς τάφους και σπίτια που έχτισαν με ιδρώτα, με τα χέρια άδεια και στην καρδιά μια στάλα ελπίδα, πήραν το δρόμο για τον Καύκασο οι κάτοικοι από το Μέντεμε μαζί με τους κατοίκους της Κιούφενε, του Τσιατάχ, του Χαραπά και του Χόταρ.
Πίσω τους άφηναν λόφους ντυμένους στο πράσινο, πόρτες φιλόξενες, ακράνοιχτες, την ανασαιμιά του πεύκου, τη γη όπου άνθισε το πρώτο τους χαμόγελο και πήραν το δρόμο για τον Καύκασο μέσω Ερζερούμ. Φάλαγγες από κάρα, πρόσφυγες όλων των ηλικιών, έφευγαν για το Καρς με οδηγό μια στάλα φως στην ψυχή τους.
Μαζί τους, στον ίδιο δρόμο, ο παπάς κι ο δάσκαλος, ο παππούς και ο εγγονός. Ώρες και μέρες προχωρούσαν με όλες τους τις δυνάμεις. Σταμάταγαν μόνο όταν δεν άντεχαν άλλο κι έπρεπε να ξαποστάσουν. Να φάνε και να πιούνε κάτι. Να ξεκουραστούν οι ίδιοι και τα ζωντανά τους. Κι ύστερα πάλι, από χωματόδρομους και μονοπάτια συνέχιζαν για μέρη δεμένα με τον προμηθεϊκό μύθο, πεπεισμένοι ότι στη ζωή νικά αυτός που τολμά. Αυτός που δεν σκύβει το κεφάλι, παρά μόνο όταν είναι να αφουγκραστεί τους χτύπους της καρδιάς του.
Ένα ατέλειωτο καραβάνι από βοϊδάμαξες, με μια ψυχή και μια ανάσα, προχωρούσαν κάτω από του κοινού ονείρου το φως, κρατώντας τις εικόνες των αγίων και του γάμου τα στέφανα. Ώρες πολλές βάδιζαν αδιάκοπα δίπλα από αφροκύλιστα ποτάμια. Ήπιαν και ξεπλύθηκαν από τα νερά τους. Και φορές πολλές βράχηκαν, όταν ήταν να περάσουν από τη μία όχθη απέναντι στην άλλη. Κι όταν κολλούσαν ξανά και ξανά οι ρόδες από τα κάρα στη λάσπη, έβαζαν πλάτη να βοηθήσουν τα ζωντανά τους.
Βίωσαν στιγμές που χαλυβδώνουν τον άνθρωπο και στιγμές που τον κάνουν εύθραυστο σαν λαμπογυάλι. Αγάπησαν το κόκκινο του φεγγαριού κι άντλησαν φως από τη λάμψη του. Έζησαν βράδια ψυχρά και χαράματα νοτισμένα από της κροκάτης αυγής τη δροσιά. Σύρθηκαν γυμνοί πάνω στις χορδές της ψυχής τους, γδάρθηκαν, μάτωσαν, αλλά συνέχισαν, καθώς οι ψυχές ήταν βαθύτερες από τις πληγές τους.
Τα άντεξαν όμως όλα, όπως αντέχει η γλώσσα και στα πιο δυνατά μπαχαρικά. Πόνοι, σιωπές, στεναγμοί και δάκρυα γέμιζαν τις μέρες τους. Το νόημα της ζωής υπάρχει εξάλλου στη δυσκολία. Η προσδοκία ότι εκεί που πάνε θα ζήσουν καλύτερα, δυνάμωνε τη θέλησή τους. Δεν σκιάχτηκαν το ουρλιαχτό του λύκου ούτε του ανέμου το βουητό. Κι όταν δεν κουνιόταν φύλλο, είχαν συντροφιά τους το χαρούμενο κελάρυσμα του νερού.
Στην πορεία για τον Καύκασο μέτρησαν τη ζωή με τις αισθήσεις τους. Έκαψαν ελπίδες κι άναψαν νέες, για να φωτίσουν τη στράτα τους. Τράβηξαν στην Ανατολή, με αισιοδοξία, με τόλμη κι αποφασιστικότητα, για να ζουν ελεύθεροι. Αψήφησαν τα σημάδια του τρόμου και του θανάτου και με πλοηγό την καρδιά τους ξανοίχτηκαν στο πέλαγος των πιο κρυφών τους ονείρων. Έμαθαν πως η ζωή δεν μετριέται με τα χρόνια αλλά με τις στιγμές. Σ’ αυτές τις στιγμές στηρίζεται η ζωή του ανθρώπου κι αυτές έχει χρέος του να περισώσει, κατορθώνοντας το ακατόρθωτο.
Η ζωή του πρόσφυγα είναι μια πορεία στο άγνωστο, με αντοχές κι απαντοχές. Κουβαλώντας θύμησες ξεριζωμού, εμείς οι Πόντιοι οφείλουμε να στεκόμαστε δίπλα σε όσους σήμερα βιώνουν την προσφυγιά και αναμετριούνται με τους φόβους και τις προσδοκίες τους. Το ποτάμι των λυγμών το καταλαβαίνει καλύτερα εκείνος που έχει και το δικό του δάκρυ μέσα…
*Ο Νίκος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στο Χωρύγι Κιλκίς. Είναι πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Στοκχόλμης. Εργάστηκε ως δάσκαλος μητρικής γλώσσας στη Σουηδία με ελληνόπουλα της διασποράς. Υπήρξε αναγνωρισμένος διερμηνέας από το σουηδικό κράτος και μεταφραστής του Ελληνικού Προξενείου Στοκχόλμης. Ήταν πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Εκπαιδευτικών Σουηδίας, πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Νορτσέπιγκ, εκπρόσωπος των μεταναστών στο Μεταναστευτικό Συμβούλιο του δήμου Νορτσέπιγκ, πρόεδρος των μεταναστευτικών συλλόγων της ίδιας πόλης και μέλος της Επιτροπής Εκπαιδευτικών θεμάτων της Ομοσπονδίας Ελληνικών Συλλόγων και κοινοτήτων Σουηδίας. Συνέγραψε τρία σουηδοελληνικά λεξικά: Νομικών, Ιατρικών και Σχολικών Όρων και δημοσίευσε πληθώρα άρθρων στον Ελληνικό Μεταναστευτικό Τύπο της Σουηδίας. Δημοσίευσε περί τα 800 άρθρα στον έντυπο ελληνικό Τύπο καθώς και πολλά αφιερώματα σε θέματα Ποντιακού Ελληνισμού. Το 2019 βραβεύτηκε από το Υπουργείο Παιδείας της Ρωσίας, λαμβάνοντας μέρος σε διεθνή διαγωνισμό, με άρθρο που έφερε τον τίτλο: «Η Ελληνίδα Γυναίκα στα χρόνια της Αντίστασης». Συνέγραψε με την κόρη του και φιλόλογο Αρχοντούλα Κωνσταντινίδου το βιβλίο «Οι Ρίζες μας, Πόντος – Καύκασος – Χωρύγι Κιλκίς», καθώς και το βιβλίο «Ιχνηλατώντας τις Ρίζες μας στο Καρς του Καυκάσου». Από αγάπη για τον Πόντο και τον Καύκασο και για τη συγγραφή των δύο ως άνω βιβλίων πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στις αλησμόνητες πατρίδες.
Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης είναι δημοσιογράφος ποντιακής καταγωγής. Οι πρόγονοί του προέρχονται από το Κοιλάδι Τραπεζούντας, το Χαμσίκιοϊ Ματσούκας και τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ).
