Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου
Η λέξη «μέγκλα» που σήμερα στη νεοελληνική αργκό σημαίνει κάτι πολύ καλό, σπέσιαλ, έχει μια πιο «πικάντικη» ιστορία.
Στην ποντιακή διάλεκτο η μέγκλα σήμαινε το γεννητικό μόριο ζώου ή άντρα, ενώ το συγγενικό μεγκλίν ήταν το στραβό, άχρηστο ξύλο. Ο Άνθιμος Παπαδόπουλος καταγράφει αυτές τις σημασίες στο Ιστορικό Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου 1958–61 και μάλιστα σημειώνει ότι είναι «λέξη ξένη».
Η πιο πιθανή ρίζα είναι το λατινικό mentula = πέος, που έδωσε σε ρωμανικές γλώσσες τύπους όπως το ιταλο-σιτσιλιάνικο minchia. Το φωνητικό μονοπάτι mentula → mencla → μέγκλα είναι απολύτως εύλογο.
Ήδη από τον 19ο αιώνα ο Ροΐδης μιλά για «μέγκλος» και «μέγκλαρος» = μαντράχαλος, δείχνοντας ότι η λέξη είχε περάσει στη λαϊκή χρήση. Με τα χρόνια, η σημασία μετακινήθηκε: από το «φαλλικό/μεγάλο» πήγε στο «εντυπωσιακό/πρώτης τάξεως». Έτσι, η μέγκλα έγινε συνώνυμο του άψογου.
Κι όσο για την ιστορία με το made in England; Όμορφο παραμύθι του λιμανιού, αλλά δεν στέκει ούτε φωνητικά ούτε χρονικά.
Από το μεγκλίν (στραβό ξύλο) και τη μέγκλα του Πόντου, στη σημερινή «περάσαμε μέγκλα»: μια λέξη που ταξίδεψε από τη ρωμαϊκή αθυροστομία στην ποντιακή καθημερινότητα και κατέληξε στο στόμα της παρέας.

Μικρά μα ενδιαφέροντα
Καταμάγια

Έμποδος

” Βάστα καρδιά μου”


Η Παναγιώτα Ιωακειμίδου είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ερευνήτρια και εκπαιδεύτρια ποντιακής διαλέκτου. Διδάσκει ποντιακά ανά την υφήλιο, μέσω Πλατφόρμας Τηλεδιασκέψεων. Ανήκει στην τρίτη γενιά προσφύγων από τον Πόντο. Γεννήθηκε στο Κλείτος Κοζάνης από αγρότες γονείς και Πόντιους με καταγωγή από το Απέξ. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης και υπηρέτησε τη Μέση εκπαίδευση Φιλολογώντας. Ερευνήτρια της Ποντιακής Μητρικής Γλώσσας, δίδαξε την Ποντιακή Διάλεκτο στο Πανεπιστήμιο “Μακεδονία” Θεσσαλονίκης και αρθρογραφώντας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.
