Συντάκτης: Γιώτα Ιωακειμίδου

Η Παναγιώτα Ιωακειμίδου είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ερευνήτρια και εκπαιδεύτρια ποντιακής διαλέκτου. Διδάσκει ποντιακά ανά την υφήλιο, μέσω Πλατφόρμας Τηλεδιασκέψεων. Ανήκει στην τρίτη γενιά προσφύγων από τον Πόντο. Γεννήθηκε στο Κλείτος Κοζάνης από αγρότες γονείς και Πόντιους με καταγωγή από το Απέξ. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης και υπηρέτησε τη Μέση εκπαίδευση Φιλολογώντας. Ερευνήτρια της Ποντιακής Μητρικής Γλώσσας, δίδαξε την Ποντιακή Διάλεκτο στο Πανεπιστήμιο “Μακεδονία” Θεσσαλονίκης και αρθρογραφώντας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.

Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου Το ΄΄Θοδώρισμαν΄΄ είναι από εκείνα τα ποντιακά έθιμα που μοιάζουν μικρά στην πράξη, αλλά κρύβουν ολόκληρη κοσμοθεωρία. Δεν ήταν απλώς μια νηστεία, ήταν μια σιωπηλή προετοιμασία ζωής. Στον Πόντο, τα κορίτσια άρχιζαν από μικρή ηλικία, συχνά ακόμη παιδιά, να τηρούν το θοδώρισμαν για επτά συνεχόμενα χρόνια, με την ευχή να αξιωθούν έναν καλό γάμο και μια ευλογημένη οικογένεια. Από την Καθαρά Δευτέρα έως το Σάββατο τηρούσαν αυστηρή νηστεία, σχεδόν απόλυτη, με μοναδική μικρή ανάπαυλα την Τετάρτη. Η δοκιμασία αυτή δεν θεωρούνταν καταναγκασμός, αλλά άσκηση υπομονής, εγκράτειας και πίστης, αρετές που η παραδοσιακή κοινωνία συνέδεε με τη…

Read More

Το μέλλον της ποντιακής δεν βρίσκεται στο παρελθόν της, βρίσκεται στα παιδιά που θα τη μιλήσουν χωρίς φόβο, χωρίς ντροπή και χωρίς μετάφραση.

Read More

Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου Στις 5 Ιανουαρίου, παραμονή των Φώτων στον Πόντο, γινόταν ο αγιασμός των υδάτων μόνο μέσα στην εκκλησία και πάνω σε μια εξέδρα στολισμένη με κλαδιά. Κατόπιν ο παπάς γυρνούσε στα σπίτια και τ’ αγνίαζε με την αγιαστούρα του, ψάλλοντας το τροπάριο «Εν Ιορδάνη…», ενώ οι πιστοί έριχναν κέρματα «απές σο παρχάτσ’», το οποίο κρατούσε ένας μικρός που συνόδευε τον παπά.Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα των ποντιακών Φώτων ήταν το μνημόσυνο των νεκρών που γινόταν την Παραμονή της γιορτής των Θεοφανείων.Για να μην ξεχνούν οι νεότεροι το χρέος τους στους παλιότερους, έγκαιρα τους μάθαιναν ένα τετράστιχο:Τα…

Read More

ΚΑΛΑΝΤΑ Ηλία Τσιρκινίδη Όλεν τ’ οσπίτ’ με τ’ έμορφα κλαδία αρματώστενκ’ έναν τραπέζ΄ να στρώνετεν, πέραν–περού γομάτονμε τη κοσμί’ τα νόστιμα φαΐα κι απλώστενολόερα, με τα χρυσά τα φύλλα στολισμέναμήλα και λεφτουκάρια και με τ’ άργυρα πιάτατο πρωτομέλ’ τιο ξανθομέλ’ με τα καρυδοκάντσιακουμούλια να φέρετεν και τα χρυσά ποτήριακ’ εκείν’ το κοκκινόξανθον κρασίν, τ’ εύλογημένον,ντο έπιναν σα παλαιά τα χρόνια…

Read More

Σήμερα η ομίχλη σκεπάζει τη Θεσσαλονίκη και ειδικά την Περαία μας, η ποντιακή δοξασία Είναι μια παλιά ιστορία που ξαναγυρίζει, όπως την κατέγραψε ο Ξενοφών Ακόγλου στα «Λαογραφικά Κοτυώρων», τότε που ο κόσμος εξηγούσε τη φύση όχι με δελτία καιρού, αλλά με μύθο, λόγο και τελετουργία. Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, η ομίχλη δεν ήταν άψυχη.Ήταν κόρη. Ανύπαντρη γεροντοκόρη και πεισματάρα. Και για εκδίκηση κατέβαινε στη γη και κατουρούσε τα μουστάκια και τα γένια των αντρών. Η φύση με χαρακτήρα. Και με χιούμορ λίγο… άγριο. Πίστευαν όμως πως η ομίχλη μπορούσε να φύγει, αν ένα πρωτότοκο παιδί γύριζε γυμνά τα πισινά του και έλεγε τραγουδιστά…

Read More

Από τον Ὅμηρο στον Ακρίτα της Ποντιακής γης Ακρίτας όντες έλαμνεν σην παραποταμέαν, επέγ΄νεν κ΄ έρ΄τον κι έλαμνεν την ώραν πέντε αυλάκια. Στην ποντιακή διάλεκτο το λάμνω σημαίνει οργώνω. Πρόκειται για ζωντανό απολίθωμα της αρχαίας ρίζας ἐλαύνω, που σήμαινε «ωθώ, οδηγώ, προχωρώ», αλλά και ειδικότερα «οδηγώ τα βόδια στο όργωμα». Οι αρχαίοι έλεγαν ἐλαύνειν βοῦς ή ἐλαύνειν τὴν ἄροσιν — ακριβώς δηλαδή αυτό που εκφράζει ο Πόντιος με το «λάμνω τη γην». Η φωνητική πορεία είναι φυσική: ἐλαύνω → λαύνω → λάμνω, με αποβολή του αρχικού ε- και αφομοίωση του ν σε μ. Και όπως ο Όμηρος λέει «ὡς δ᾽…

Read More

Η εικόνα είναι συγκλονιστική: η μάνα, στην εκκλησία του Αη-Δημήτρη, βλέπει τα παιδιά του χωριού να στέκονται όλα στη θέση τους — εκτός από το δικό της. Το άδειο στασίδι γίνεται μαχαίρι και φωτιά μαζί.

Read More

«Τσούνα και μιαντή» – δυο λέξεις βαριές σαν αρχαία κατάρα Στα ποντιακά, αν άκουγες μια γυναίκα να φωνάζει σε άλλη «τσούνα και μιαντή!», ήξερες πως είχε ανάψει ο καυγάς. Δυο λέξεις σύντομες, φαρμακερές, κι όμως με ρίζες τόσο βαθιές που φτάνουν ως την αρχαιότητα. Η τσούνα Σημαίνει «σκύλα», αλλά όχι απλώς το ζώο, είναι ύβρις, όπως και το σημερινό «σκύλα» της κοινής ελληνικής. Προέρχεται, φαίνεται, από το αρχαίο κύων – κυνός, και πιο συγκεκριμένα από την αιτιατική κύνα. Στην ποντιακή, όπου ο τσιτακισμός (η μετατροπή του /κ/ σε /τσ/) είναι συχνό φωνητικό φαινόμενο, το «κύνα» εύκολα γίνεται τσούνα – όπως…

Read More

Η φράση «εκαβάλκεψεν τα πουλούλε» δηλαδή καβάλησε τα πιθάρια, λέγεται για γυναίκα που πέτυχε απίθανο συνοικέσιο, κάτι σχεδόν υπερφυσικό. Η εικόνα της γυναίκας πάνω σε πιθάρι δεν είναι τυχαία, αντλεί από μια πανάρχαια λαϊκή παράδοση, κοινή σε Ελλάδα, Μικρασία και Βαλκάνια: τις μάγισσες που πετούν πάνω σε πιθάρια, γουδιά ή ραβδιά, μεταμορφωμένες σε στοιχειά της νύχτας. Στον ελληνικό χώρο υπάρχουν παραλλαγές:Στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία οι γριές-μάγισσες «καβαλάν το πιθάρι κι απουλούνε», δηλαδή πετούν. Το ίδιο και στα παραμύθια της Σμύρνης: «Η γιαγιά επήρεν το πιθάρι τ’ και φώναξεν: σύρε, σύρε στου Τσεσμέ!» — και το πιθάρι πετούσε, όπως η σκούπα των ευρωπαϊκών μαγισσών.Στον Πόντο…

Read More