Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου
Η Βροχάλα
Καλά ΄φτάγω, καλά ΄φτάγω βοσκίζω τη Βροχάλα,
εκείνε τρώει την τρίφυλλην κι εγώ πίνω το γάλα
= καλά κάνω, καλά κάνω, βοσκίζω τη Βροχάλα,
εκείνη τρώει το τριφύλλι και εγώ πίνω το γάλα.
Στον Πόντο, η αγελάδα δεν ήταν απλώς ζωντανό για το γάλα ή το βόδι της οικογένειας,· ήταν κομμάτι της καθημερινής ζωής και της γλώσσας. Οι Πόντιοι συνήθιζαν να δίνουν στα ζώα ονόματα που περιέγραφαν με ζωντανό, σχεδόν θεατρικό τρόπο την ιδιοσυγκρασία ή τη χρησιμότητά τους. Έτσι, η Βροχάλα δεν ήταν μια οποιαδήποτε αγελάδα, ήταν εκείνη που έδινε άφθονο γάλα, τόσο που το όνομά της την παρουσίαζε σαν να ξεχειλίζει, σαν να βρέχει γάλα αντί για νερό.
Αυτή η γλωσσική ευρηματικότητα φανερώνει δύο πράγματα: πρώτον, τη στενή σχέση του ανθρώπου με το ζώο, που ξεπερνούσε τη χρηστική διάσταση και γινόταν σχεδόν προσωπική. Δεύτερον, το πηγαίο χιούμορ και τη λαϊκή φαντασία που κρυβόταν μέσα στην ποντιακή διάλεκτο. Γιατί άλλο είναι να πεις «έχουμε καλή αγελάδα» κι άλλο να φωνάξεις τη «Βροχάλα», που με το ίδιο της το όνομα προαναγγέλλει κουβάδες ολόκληρους με γάλα.
Κελετέας από τον Ιπποκράτη ως τον Πόντο
Στην ποντιακή διάλεκτο ζει ακόμη η λέξη κελετέας = «ο πάσχων από κήλη», με τα παράγωγα κελετούμαι = «παθαίνω κήλη» και κελέτωμα = «κήλη». Η μορφή δείχνει άμεση καταγωγή από την αρχαία ρίζα κηλ-, με χαρακτηριστική φωνητική εξέλιξη (η → ε).
Η αρχαιότερη μαρτυρία βρίσκεται στον Ἱπποκράτη:
«ἐὰν δὲ τῇσι γαστρὶ κηλαίη γένηται…» (Περὶ ἀέρων 7),
όπου το ρήμα «κηλαίη γίγνεσθαι» δηλώνει ακριβώς την πάθηση· ό,τι σήμερα ο Πόντιος θα έλεγε «κελετούμαι».
Στο ίδιο έργο ξαναβρίσκουμε:
«οἱ δὲ τῆς κοιλίης ἀεὶ κηλαίη γίνονται» (Περὶ ἀέρων 9).
Η σύμπτωση με τη μεσοπαθητική ποντιακή μορφή είναι εντυπωσιακή.
Αργότερα, ο Γαληνός δίνει σαφή ορισμό:
«ἔστι γὰρ ἡ κήλη τῶν ἐντέρων πρόπτωσις» (Περὶ τῶν παρὰ φύσιν ὄγκων VII).
Η περιγραφή ταιριάζει με το ποντιακό ουσιαστικό κελέτωμα, που δηλώνει την ίδια πάθηση.
Τέλος, ο Φρύνιχος ὁ Ἀρριανός σχολιάζει τη γλωσσική ποικιλία:
«μὴ λέγε κηλή, ἀλλὰ κάλη· καὶ καλήτης ἀντὶ κηλήτης» (Περὶ Ἀττικῆς Λέξεως 81).
Εδώ η αντιπαράθεση κηλήτης / καλήτης δείχνει τη διαλεκτική διαφοροποίηση, που βρίσκει φυσική συνέχιση στο ποντιακό κελετέας.
Έτσι, από τον Ἱπποκράτη και τον Γαληνό ως τον Πόντο, η ίδια ρίζα διατηρείται ζωντανή, αλλάζει απλώς φωνήεν και ένδυμα: κηλήτης → κελετέας, κηλαίη γίγνεσθαι → κελετούμαι, κήλη → κελέτωμα.
Το δίκλωπον
Το δίκλωπον το πουλίν ασ΄ σα δύο ποδάρε πϊάσκεται = το πονηρό πουλί πιάνεται απ΄ τα δυο του πόδια, παροιμία για τους πονηρούς , κάτι αντίστοιχο με το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται.
Τη λέξη συναντάμε και στο δημοτικό τραγούδι:
Την πόλιν όντες ώριζεν ο Έλλεν Κωνσταντίνον,
είχεν πορτάρους δίκλωπους, αφέντας φοβετζάρους.
Η ποντιακή λέξη δίκλωπος = πονηρός, διπρόσωπος δεν είναι τυχαίο δημιούργημα· είναι απόγονος μιας αρχαίας σημασιολογικής παράδοσης. Το συνθετικό -κλωπος έρχεται από το αρχαίο κλώψ = «κλέφτης». Στα μεγάλα λεξικά το κλώψ αποδίδεται ως «κλέπτης», μα η ρίζα klep- ποτέ δεν περιορίστηκε στην υλική κλοπή.
Στην ομηρική και ησιόδεια ποίηση βρίσκουμε τον τύπο κλέπτειν νόον = «ξεγελώ, παραπλανώ». Ο Όμηρος λέει: «μή κλέπτε νόῳ» (Ιλ. 1.132), δηλαδή «μη μου τη φέρνεις με το μυαλό», ενώ ο Ησίοδος (Θεογ. 613) βεβαιώνει: «οὐκ ἔστι Διὸς κλέψαι νόον» – «δεν γίνεται να ξεγελάσεις τον νου του Δία». Εδώ το «κλέπτω» σημαίνει νοητική πανουργία, όχι αρπαγή αντικειμένων.
Η ίδια διεύρυνση της σημασίας φαίνεται και στη βυζαντινή λεξικογραφία. Στα ετυμολογικά βρίσκουμε το λήμμα «Κλοπαί· παραλογισμοί», δηλαδή «σόφισμα, δόλια σκέψη». Η «κλοπή» δεν είναι πια μόνο πράξη· είναι και λεκτικός δόλος, πονηρή συστροφή του λόγου. Το λήμμα «Κλῶψ· κλέπτης» διασώζει την κυριολεξία.
Έτσι, η ποντιακή χρήση του -κλωπος για να δηλώσει τον «πονηρό» πατάει γερά πάνω σε μιαν αρχαία εναλλαγή: κλοπή = και αρπαγή και δόλος. Ο δίκλωπος είναι αυτός που έχει «διπλό βλέμμα»· όχι μόνο κλέβει με τα χέρια, αλλά και με τον νου, με πανουργία. Πρόκειται για αυθεντική συνέχεια του αρχαίου τρόπου σκέψης, όπου η κλοπή των πραγμάτων και η κλοπή του νου ήταν όψεις της ίδιας πραγματικότητας.
Το λασούμενον και ο Δεσπότ’ς
«Αποπίσ΄ κέσ΄ ομέζ΄ να ΄ίνεται και ποπάς»= από πίσω μοιάζει πως μπορεί να γίνει και παπάς
Κάποτε είνας επήρεν και επήεν το λασούμενον ατ΄ ΄ς σον Δεσπότ΄ να ευτάει ατο ποπάν. Ο Δεσπότ΄ς πα είπεν ατον δέβα χάθ΄ απαδακέσ΄ ανέντροπε. Ο χερίφ΄ς εκλώστεν να φεύ΄. Σείτε έφευεν, ο Δεσπότ΄ς ετέρεσεν οπίσ΄ ΄ς σον κώλον της γαϊδιρί΄ κρέμουνταν λίρας. Αστά, ευλο΄ημένε, είπεν ατον, ” Αποπίσ΄ κέσ΄ ομέζ΄ να ΄ίνεται και ποπάς”
Μεταγλώττιση
Κάποτε κάποιος πήρε το γαϊδούρι του και πήγε στον Δεσπότη να το κάνει παπά. Ο Δεσπότης του είπε, φύγε από δω ξεδιάντροπε. Ο άνθρωπος γύρισε και πήγε να φύγει. Καθώς έφευγε, ο Δεσπότης είδε κρεμασμένες στην ουρά του γαϊδάρου λίρες. Στάσου, ευλογημένε, του είπε, από πίσω δείχνει πως μπορεί να γίνει και παπάς.
Γυρίζω ανάποδα τα ρούχα
εχτρέβω ποντιακό < αρχ. ἐκστρέφω
Στον Πόντο έλεγαν: εχτρέ̤βω το πουκάμισον = το γυρίζω τα μέσα έξω.
Η ρίζα πάει σ’ αρχαία χρόνια· ἐκστρέφω = «στρέφω τὰ ἔνδον ἔξω».

Παραδείγματα αρχαίων:
Πολύβιος (6.34.6): ἐκστρέψαντες τὰς σκευὰς ἐπὶ τὴν ἔξω ὄψιν… γυρίζοντας τα ρούχα απ’ την ανάποδη.
Στράβων (11.13.2): ἐκστρέφει τὴν χώραν αναστατώνει, γυρίζει τα πάντα ανάποδα).
Σήμερα, στο ποντιακό στόμα:
Θα έρχουμαι σ΄ εσέτερα, φοούμαι ασ΄ σον κύρη σ΄,
εχτράμε φόρ΄ τα κάλτσας -ι- σ΄, πέλκιαμ αλλάζ΄ το γούρι σ΄.
= θα έρθω στο σπίτι σας, φοβάμαι τον πατέρα σου,
φόρα ανάποδα τις κάλτσες σου, ίσως αλλάξει η τύχη σου, δίστιχο Σταυρίν.
Αρχαία απορία – Ποντιακή συνέχεια
Στα αρχαία ελληνικά το ρήμα θαυμάζω σήμαινε «απορώ, ξαφνιάζομαι». Ο Σοφοκλής λέει «θαυμάζω σε, τέκνον» με την έννοια «απορώ μαζί σου». Ο Αριστοτέλης γράφει πως «διὰ τὸ θαυμάζειν ἤρξαντο φιλοσοφεῖν» — οι άνθρωποι ξεκίνησαν να φιλοσοφούν επειδή απορούσαν.

Στα ποντιακά, το ίδιο ρήμα ζει ως «θαμάζω = απορώ».
Δεν είναι απλώς μια διάλεκτος που «διασώζει» λέξεις· είναι ζωντανή προέκταση της αρχαίας σημασίας, σαν φωνή που ταξίδεψε αιώνες χωρίς να χαθεί.
Η γλώσσα του Πόντου κρατάει την αρχαία απορία, το πρώτο βήμα της φιλοσοφίας.
Πη ΄κί νουνίζ΄ και κάθεται, θαμάσκεται όντες σ΄κούται = όταν δεν σκέφτεσαι και κάθεσαι, απορείς όταν σηκώνεσαι, πρέπει να σκεφτόμαστε και μετά να ενεργούμε.
Το ρήμα ταπεινώνω
Ζυάστ΄, κορτσόπον, ας τερώ πόσα οκάδας είσαι,
ελέπ΄ς πώς εταπείνωσες, γιατί μαναχόν κείσαι;
Στα ποντιακά το «ταπεινώνω» σημαίνει «αδυνατίζω». Κρατά δηλαδή την παλιά σημασία του ρήματος, που στα αρχαία σήμαινε «χαμηλώνω, μικραίνω» και στα πατερικά κείμενα «εξασθενώ». Στη νεοελληνική όμως πήρε άλλη στροφή: «εξευτελίζω». Έτσι, ο Πόντος διασώζει μια αρχαϊκή μνήμη της γλώσσας, ενώ η κοινή μας μιλά για κοινωνική ταπείνωση.
Τη μυίας τα ιντέρε αγλαθέζ΄
Τη μυίας τα ιντέρε αγλαθέζ΄ = εξετάζει τα έντερα της μύγας.
Το λέμε για κάποιον που ψάχνει με λεπτομέρειες, που ίσως και δεν τον αφορούν, μια υπόθεση.
Το ρήμα αγλαφέζω, Κερ. Κοτ., Σαντ., Τραπεζ., Χαλδ. Τραπ. = κοιλαίνω, εκσκάπτω, εξερευνώ (μεταφ), αρχ. γλάφω, λ. ομηρ.= σκάβω, κοιλαίνω, γλαφυρός = κοίλος.
Ο πάρδον και η κάτα
ο πάρδον και η κάτα = γάτος και γάτα, σημασιολογική εξέλιξη
Στα μεσαιωνικά ελληνικά η λέξη πάρδος δεν σημαίνει «γάτος», αλλά λεοπάρδαλη/πάνθηρας. Τα κείμενα και τα λεξικά συμφωνούν:
Διγενής Ἀκρίτης (παρ. Escorial): «Δώδεκα πάρδους διαλεκτούς ἀπὸ Συρίαν ἀπέσω…» (θηράματα-λάφυρα, άγρια ζώα).
Διήγησις παιδιόφραστος τῶν τετραπόδων ζώων (14ος αι.): «πάρδος γὰρ εἶμαι δυνατὸς…» (αρπακτικό, όχι οικόσιτο).
Κατόπαρδος («γατόπαρδος» < κάτος/γάτος + πάρδος): π.χ. «ὁ κατόπαρδος καὶ ὁ βασιλεὺς ὁ λέων»· η ίδια η σύνθεση δείχνει ότι το πάρδος είναι άγριο αιλουροειδές.
Στον Μεσαίωνα λοιπόν «πάρδος» είναι μεγάλο άγριο αιλουροειδές. Οι οικιακοί γάτοι ονομάζονται κάτος/κάττος/κάτης ή γάτος. Η ποντιακή χρήση πάρδος = γάτος αποτελεί μεταγενέστερη διαλεκτική σημασιολογική εξέλιξη, όχι μεσαιωνική κοινή χρήση.
Λεύκουρος, Λευκούρα! Η αγελάδα με λευκή ουρά
Ο Πόντος φυλάει αρχαϊκά σύνθετα σαν σπόρους στο κελάρι της γλώσσας, μια λέξη που καταγράφει ο Ησύχιος, χάθηκε και την διατηρεί η Ποντιακή
μεταφορικά λευκούρης = ανόητος, μωρός. Πώς έγινε αυτή η σημασιολογική μετατόπιση; Μόνον υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε:
Η πιθανότερη διαδρομή είναι η εξής:
Επίκτητο, ορατό γνώρισμα. Το να ξεχωρίζεις ένα ζώο μόνο από την ουρά του και μάλιστα «άσπρη ουρά», είναι σαν να λες: «Το πιο ασήμαντο χαρακτηριστικό του είναι αυτό». Έτσι το επίθετο μπορεί να αποκτήσει χροιά «ελαφρότητας» ή «χωρίς άλλη ουσία».
Χλευαστική μεταφορά. Στα ελληνικά και σε πολλές άλλες γλώσσες, η αναφορά σε ζώο/ουρά περνάει συχνά σε ύβρη ή ειρωνεία: π.χ. «ουραγός», στην ουρά = τελευταίος, κατώτερος. Έτσι ο «λευκούρης» γίνεται ο τύπος που έχει να δείξει μόνο… την ουρά του,∙ κάτι άχρηστο.
Σημασιολογική απογύμνωση. Σταδιακά η λέξη αποσπάστηκε από το ζώο με λευκή ουρά και έμεινε μόνο με το δεύτερο, μεταφορικό φορτίο: «αφελής, μωρός».
Το ποντιακό γαϊδούρι
λασούμενον = γαϊδούρι, από την ομηρική ηλάσκω = περιφέρομαι, τριγυρίζω άσκοπα
Ήταν ντροπή να λένε τη λέξη γαϊδούρι και έπλασαν από την ομηρική ηλάσκω = περιφέρομαι την όμορφη αυτή λέξη, είναι ένα ζώο που αν το αφήσεις λυμένο θα περιφέρεται και θα κάνει ζημίες στα χωράφια. Βέβαια από την ομηρική ηλάσκω έπλασαν και άλλες λέξεις:
λάσκουμαι = περιφέρομαι, τριγυρίζω
λασκίον = οι βόλτες
λασούρα = η γυναίκα που της αρέσουν οι βόλτες
λάσκιμαν = η βόλτα
Ένα πρωί ήρθε η γιαγιά μου και είπε στη μάνα μου: Νάστασια, απόψ΄ το λασούμενο σ΄ τ΄ αστόχ΄ ελύεν και επήεν έφαεν τη ποπαδίας τα στύπα = Αναστασία, απόψε το γαϊδούρι σου το άτιμο λύθηκε και πήγε έφαγε τα τουρσιά της παπαδιάς. Πράγματι το γαϊδούρι μας, η αγαπημένη μου Πελεκρίνα, τριγύριζε όλη νύχτα και έκανε πολλές ζημιές στη γειτονιά εκείνη τη νύχτα, λασούμενον γαρ..
Κλασικό ανέκδοτο: Ο κλέφτες και τα λάχανα
Είνας κλέφτες εσέβεν απέσ΄ σ΄ έναν κεπίν να κλέφτ΄ λάχανα. Έχπασεν κάμποσα και εσέγκεν ατα απέσ΄ σο σακίν. Σ΄ ατό απάν΄ έρθεν αναχάπαρα ο οικοκύρτς.
-αδακέσ΄ ντ΄ ευτάς; λέει ατον
-αέρας εφύσεξεν και έγκε με, είπεν ο κλέφτες
-τα λάχανα ντ΄ έχπασες;
-σείτε εκράτ΄να τα και εσκούμ΄νε, εχπάγαν, είπεν ξάν΄ ο κλέφτες
-καλά και σο σακίν απέσ΄ πώς εσέβαν;
-εγώ πά ατό νουνίζω, είπεν ο κλέφτες
Η Παναγιώτα Ιωακειμίδου είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ερευνήτρια και εκπαιδεύτρια ποντιακής διαλέκτου. Διδάσκει ποντιακά ανά την υφήλιο, μέσω Πλατφόρμας Τηλεδιασκέψεων. Ανήκει στην τρίτη γενιά προσφύγων από τον Πόντο. Γεννήθηκε στο Κλείτος Κοζάνης από αγρότες γονείς και Πόντιους με καταγωγή από το Απέξ. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης και υπηρέτησε τη Μέση εκπαίδευση Φιλολογώντας. Ερευνήτρια της Ποντιακής Μητρικής Γλώσσας, δίδαξε την Ποντιακή Διάλεκτο στο Πανεπιστήμιο “Μακεδονία” Θεσσαλονίκης και αρθρογραφώντας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.