«Οι λειτουργίες στη Μονή Σουμελά άρχισαν για να γίνει προβοκάτσια;»
Με αυτό το ερώτημα ο Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί παρεμβαίνει στη συζήτηση που έχει αναζωπυρωθεί στην Τουρκία γύρω από τη Θεία Λειτουργία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην ιστορική Παναγία Σουμελά της Τραπεζούντας.
Ο Πόντιος ακτιβιστής, δημοσιογράφος και υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στρέφεται κατά του απόστρατου ναυάρχου Τζιχάτ Γιαϊτζί, ενός από τους πλέον προβεβλημένους εκπροσώπους της σκληρής εθνικιστικής γραμμής στην Τουρκία.
Ο Γιαϊλαλί κατηγορεί τον Γιαϊτζί ότι επιχειρεί συστηματικά να μετατρέψει μια θρησκευτική τελετή με ιστορία αιώνων σε υπόθεση «εθνικής ασφάλειας» και «ποντιακής απειλής».
Τι υποστηρίζει ο Τζιχάτ Γιαϊτζί
Στο άρθρο του ο Γιαϊλαλί συγκεντρώνει τις δημόσιες παρεμβάσεις του απόστρατου ναυάρχου τα τελευταία χρόνια.
Ο Γιαϊτζί είχε ζητήσει ήδη από το 2023 να μην επιτρέπεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο η πραγματοποίηση Θείας Λειτουργίας στη Σουμελά, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στην ημερομηνία της 15ης Αυγούστου.
Κατά την επιχειρηματολογία του, η ημερομηνία συμπίπτει με την κατάκτηση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς και η τέλεση της Λειτουργίας επιχειρεί να «σκιάσει» αυτή την επέτειο και να υποστηρίξει την ιδέα ότι η περιοχή αποτελούσε ελληνική γη.
Ο Γιαϊτζί έχει συνδέσει δημόσια τη Λειτουργία ακόμη και με τη Μεγάλη Ιδέα, κάνοντας λόγο για «Ποντιακή γιορτή» και «ποντιακή δραστηριότητα», την οποία παρουσιάζει ως ενέργεια στρεφόμενη εναντίον της ενότητας της Τουρκίας.
Έχει επίσης υποστηρίξει ότι η Σουμελά δεν αποτελεί πλέον μοναστήρι αλλά αρχαιολογικό χώρο και ότι, εφόσον δεν υπάρχει σήμερα οργανωμένη ορθόδοξη κοινότητα στην περιοχή, δεν υπάρχει λόγος να πραγματοποιείται εκεί Λειτουργία.
Το 2024, μάλιστα, προχώρησε ακόμη περισσότερο, καλώντας σε κινητοποίηση έξω από τη Σουμελά με σκοπό να αποτραπεί η πραγματοποίηση της τελετής.
Γιαϊλαλί: Η ίδια η χρονολογία καταρρίπτει το αφήγημα
Εδώ ακριβώς επικεντρώνει την απάντησή του ο Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί.
Το βασικό επιχείρημά του είναι ότι η ίδια η χρονολογική σειρά των γεγονότων καθιστά προβληματικό τον ισχυρισμό ότι η Λειτουργία επιλέχθηκε στις 15 Αυγούστου για να προκαλέσει την Τουρκία κατά την επέτειο της κατάκτησης της Τραπεζούντας.
Όπως υπενθυμίζει, η Τουρκία επί πολλά χρόνια γιόρταζε την κατάκτηση της Τραπεζούντας στις 26 Οκτωβρίου.
Η 15η Αυγούστου άρχισε να χρησιμοποιείται ως επίσημη ημερομηνία των σχετικών επετειακών εκδηλώσεων μόλις το 2022.
Αντίθετα, η Θεία Λειτουργία στη Σουμελά πραγματοποιείται στις 15 Αυγούστου από το 2010, όταν οι τουρκικές αρχές επέτρεψαν για πρώτη φορά έπειτα από 88 χρόνια την τέλεσή της.
Με απλά λόγια, η επαναφορά της Λειτουργίας προηγήθηκε κατά δώδεκα χρόνια της αλλαγής της ημερομηνίας των τουρκικών εορτασμών.
Για τον Γιαϊλαλί αυτό αποτελεί κομβικό σημείο.
Υποστηρίζει ότι ο Γιαϊτζί γνωρίζει αυτή την πραγματικότητα αλλά, παρ’ όλα αυτά, χρησιμοποιεί τη σημερινή ημερομηνία των εορτασμών για να παρουσιάσει εκ των υστέρων την ορθόδοξη τελετή ως πολιτική πρόκληση.
Η 15η Αυγούστου υπήρχε αιώνες πριν από την Άλωση
Ο Γιαϊλαλί πηγαίνει ακόμη βαθύτερα στην ιστορία.
Υπενθυμίζει ότι η μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου βρίσκεται στον πυρήνα της βυζαντινής και ορθόδοξης παράδοσης εδώ και πολλούς αιώνες.
Και για τη Σουμελά η Παναγία δεν αποτελεί μια μεταγενέστερη σύνδεση.
Σύμφωνα με την παράδοση, η Μονή ιδρύθηκε περίπου το 386 μ.Χ., στα χρόνια του Θεοδοσίου Α΄, όταν οι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος έφθασαν στο όρος Μελά και εγκατέστησαν εκεί την εικόνα της Θεοτόκου που αποδίδεται στον Ευαγγελιστή Λουκά.
Στα χρόνια της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, και ιδιαίτερα επί Αλεξίου Γ΄ Μεγάλου Κομνηνού, το μοναστήρι γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη και εξελίχθηκε σε ένα από τα σπουδαιότερα προσκυνήματα της Παναγίας σε ολόκληρη την περιοχή του Πόντου.
Επομένως, κατά τον Γιαϊλαλί, η σύνδεση της Σουμελά με τη Θεοτόκο και τον Δεκαπενταύγουστο δεν δημιουργήθηκε ούτε το 2010 ούτε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Προϋπήρχε επί αιώνες.
Το παράδοξο: Η Σουμελά προστατεύθηκε ακόμη και επί Οθωμανών
Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα σημεία του άρθρου αφορά την ίδια την οθωμανική περίοδο.
Ο Γιαϊλαλί τονίζει ότι μετά την κατάκτηση της Τραπεζούντας το 1461 οι Οθωμανοί δεν κατήργησαν τη Μονή.
Αντίθετα, το μοναστήρι συνέχισε να λειτουργεί ως ελληνορθόδοξο θρησκευτικό ίδρυμα, ενώ κατά καιρούς Οθωμανοί σουλτάνοι αναγνώρισαν δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία και προνόμιά του.
Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε οθωμανικά φιρμάνια και στην παράδοση σύμφωνα με την οποία ο Σελίμ Α΄ προσέφερε δύο κηροπήγια στη Σουμελά.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει, κατά τον ίδιο, ότι η Μονή όχι απλώς επέζησε κατά την οθωμανική περίοδο αλλά γνώρισε σημαντική οικοδομική και οικονομική ανάπτυξη κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα.
Με άλλα λόγια, ο Γιαϊλαλί αντιστρέφει το επιχείρημα των σύγχρονων Τούρκων εθνικιστών:
Αυτό που σήμερα παρουσιάζεται ως απειλή για την Τουρκία είχε αναγνωριστεί επί αιώνες ακόμη και από την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η μεγάλη τομή του 1923
Για τον Γιαϊλαλί, η πραγματική ρήξη έρχεται στον 20ό αιώνα.
Μετά τον ξεριζωμό του χριστιανικού πληθυσμού του Πόντου και την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, η μοναστική ζωή στη Σουμελά τερματίστηκε.
Ο ίδιος εντάσσει την εγκατάλειψη του μοναστηριού στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, θέση που αποτελεί κεντρικό άξονα της συνολικής δημόσιας δράσης του.
Η Μονή πέρασε σταδιακά από τον χαρακτήρα ενός ζωντανού τόπου λατρείας σε εκείνον του ιστορικού μνημείου και τουριστικού αξιοθέατου.
Και χρειάστηκε να φθάσει το 2010 ώστε να ακουστεί ξανά επίσημα ορθόδοξη Θεία Λειτουργία στους βράχους του όρους Μελά.
88 χρόνια μετά
Στις 15 Αυγούστου 2010, παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, τελέστηκε για πρώτη φορά ύστερα από 88 χρόνια Θεία Λειτουργία στην Παναγία Σουμελά.
Ακριβώς αυτή την επιστροφή στη λατρευτική χρήση επιχειρεί σήμερα, κατά τον Γιαϊλαλί, να επανανοηματοδοτήσει ο τουρκικός εθνικιστικός λόγος ως «προβοκάτσια».
Ο Πόντιος ακτιβιστής απορρίπτει κατηγορηματικά αυτή την προσέγγιση.
Για τον ίδιο, πρόκειται για προσπάθεια μετατροπής μιας θρησκευτικής και ιστορικής πραγματικότητας σε κατασκευασμένη απειλή.
Βαριές κατηγορίες κατά Γιαϊτζί: «Καλλιεργεί μίσος»
Το άρθρο γίνεται ιδιαίτερα σκληρό στο τελευταίο μέρος του.
Ο Γιαϊλαλί υποστηρίζει ότι οι δημόσιες τοποθετήσεις του Τζιχάτ Γιαϊτζί δεν αποτελούν απλώς μία διαφορετική ιστορική ερμηνεία.
Τον κατηγορεί ότι με τις επαναλαμβανόμενες παρεμβάσεις του διεγείρει την κοινωνία εναντίον των Ρωμιών και των Ορθοδόξων και καλεί δημόσια τις οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τους δικηγορικούς συλλόγους και τα πολιτικά κόμματα της Τουρκίας να αντιδράσουν.
Φτάνει μάλιστα στο σημείο να υποστηρίξει ότι συγκεκριμένες τοποθετήσεις θα μπορούσαν, κατά την άποψή του, να εξεταστούν υπό το πρίσμα άρθρων του τουρκικού Ποινικού Κώδικα σχετικά με την υποκίνηση μίσους, την προσβολή ομάδων του πληθυσμού, την παρεμπόδιση της θρησκευτικής ελευθερίας και τις απειλές.
Πρόκειται για τη νομική και πολιτική εκτίμηση του ίδιου του Γιαϊλαλί, όχι για διαπίστωση τουρκικού δικαστηρίου.
Η προειδοποίηση με το όνομα του Χραντ Ντινκ
Η παρέμβασή του καταλήγει με μία σκοτεινή υπενθύμιση.
Ο Γιαϊλαλί αναφέρεται στον δολοφονημένο Αρμένιο δημοσιογράφο Χραντ Ντινκ και στις επιθέσεις που είχαν σημειωθεί στο παρελθόν εναντίον χριστιανών και κληρικών στην Τουρκία.
Το μήνυμά του είναι ότι η διαρκής παρουσίαση θρησκευτικών και εθνικών μειονοτήτων ως «εσωτερικών εχθρών» μπορεί να δημιουργήσει κλίμα μέσα στο οποίο η λεκτική στοχοποίηση μετατρέπεται σε πραγματική βία.
Γι’ αυτό καλεί τους φορείς ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις θρησκευτικές κοινότητες να μη μένουν σιωπηλοί.
Ποιος είναι ο Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί
Η συγκεκριμένη παρέμβαση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της προσωπικής ιστορίας του ανθρώπου που την υπογράφει.
Ο Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί γεννήθηκε στην Τουρκία ως Ιμπραήμ Γιαϊλαλί. Υπηρέτησε στον τουρκικό στρατό κατά τη δεκαετία του 1990 και πολέμησε εναντίον του PKK. Αιχμαλωτίστηκε το 1994 και, σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, μέσα από όσα ακολούθησαν άρχισε μια σταδιακή και δραματική αναθεώρηση της ταυτότητας και της μέχρι τότε κοσμοθεωρίας του.
Έρευνα για την οικογενειακή του ιστορία τον οδήγησε στην πεποίθηση ότι κατάγεται από εξισλαμισμένη οικογένεια Ελλήνων του Πόντου. Στη συνέχεια εγκατέλειψε τον τουρκικό εθνικισμό, υιοθέτησε ελληνικό όνομα και εξελίχθηκε σε ειρηνιστή, αντιρρησία συνείδησης και ακτιβιστή για τα δικαιώματα των Κούρδων, των Αρμενίων και των Ποντίων.
Στην Τουρκία διώχθηκε και φυλακίστηκε για τη δημόσια δράση του. Ανάμεσα στα ζητήματα που ανέδειξε ήταν η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τις επιχειρήσεις του τουρκικού κράτους στις κουρδικές περιοχές. Από το 2019 βρίσκεται στην Ελλάδα, όπου ζήτησε διεθνή προστασία.
Από διωκόμενος στην Τουρκία, αιτών άσυλο επί επτά χρόνια στην Ελλάδα
Εδώ αρχίζει η δεύτερη μεγάλη περιπέτεια της ζωής του.
Η ελληνική Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε σε πρώτο βαθμό το αίτημά του, επικαλούμενη στοιχεία που σχετίζονται με τη στρατιωτική υπηρεσία του στην Τουρκία και ενδεχόμενη εμπλοκή του σε εγκλήματα πολέμου.
Ο Γιαϊλαλί απορρίπτει κατηγορηματικά αυτόν τον χαρακτηρισμό.
Υποστηρίζει ότι οι δικές του μαρτυρίες για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και καταστροφές κουρδικών χωριών –οι οποίες αποτέλεσαν μέρος της μεταστροφής του και της μετέπειτα ειρηνιστικής του δράσης– χρησιμοποιήθηκαν τελικά εναντίον του ως στοιχεία που υποτίθεται ότι αποδεικνύουν προσωπική συμμετοχή σε εγκλήματα.
Παράλληλα, έχει δηλώσει ότι εναντίον του εκκρεμούν στην Τουρκία πολυάριθμες υποθέσεις και εντάλματα που σχετίζονται με τη δημόσια δράση του και ότι ενδεχόμενη επιστροφή του θα τον εξέθετε σε άμεσο κίνδυνο σύλληψης, φυλάκισης και κακομεταχείρισης.
Η τελευταία σελίδα: Η ακρόαση της 3ης Αυγούστου
Η τελευταία μέχρι σήμερα σελίδα αυτής της μακράς διαδικασίας γράφτηκε στις 3 Αυγούστου 2026.
Εκείνη την ημέρα εξετάστηκε σε δεύτερο βαθμό η προσφυγή του κατά της απορριπτικής απόφασης. Η υπόθεση έχει ήδη συμπληρώσει περίπου επτά χρόνια από την άφιξή του και την αίτηση διεθνούς προστασίας στην Ελλάδα.
Μία ημέρα αργότερα, ο δικηγόρος του Γιώργος Τσαούσης κατήγγειλε ένα νέο πρόβλημα στη διαδικασία: την επίκληση απόρρητου κρατικού φακέλου, το περιεχόμενο του οποίου, σύμφωνα με την υπεράσπιση, δεν της έχει γνωστοποιηθεί ώστε να μπορεί να το αντικρούσει αποτελεσματικά.
Η πλευρά του Γιαϊλαλί υποστηρίζει ότι καλείται ουσιαστικά να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι σε στοιχεία τα οποία δεν έχει πλήρη δυνατότητα να γνωρίζει.
Μέχρι τις τελευταίες διαθέσιμες δημόσιες πληροφορίες, η απόφαση επί της δευτεροβάθμιας προσφυγής αναμένεται. Στις 3 Αυγούστου η υπόθεση εκδικάστηκε, αλλά δεν ανακοινώθηκε άμεσα τελική κρίση.
Η ειρωνεία της υπόθεσης
Έτσι δημιουργείται μια έντονη αντίφαση.
Ο άνθρωπος που σήμερα γράφει στα τουρκικά εναντίον της στοχοποίησης της Ορθοδοξίας στη Σουμελά, που αμφισβητεί δημόσια τον εθνικιστικό λόγο στην Τουρκία και υπερασπίζεται την ιστορική μνήμη του Πόντου, εξακολουθεί να περιμένει από την Ελλάδα να κρίνει εάν δικαιούται προστασία από το ίδιο κράτος που επί χρόνια τον δίωκε για αυτή τη δράση.
Ο Γιαϊλαλί έχει ξεκαθαρίσει ότι θεωρεί την Ελλάδα πατρίδα των προγόνων του και ότι η επιστροφή του στην Τουρκία θα έθετε, κατά την εκτίμησή του, σε κίνδυνο όχι μόνο την ελευθερία αλλά και τη ζωή του.
Και ενώ περιμένει την απόφαση της ελληνικής Πολιτείας, συνεχίζει να γράφει.
Αυτή τη φορά για τη Σουμελά.
Για ένα μοναστήρι που υπήρχε αιώνες πριν από τη σύγχρονη Τουρκία, που επέζησε αυτοκρατοριών, πολέμων και διωγμών και που σήμερα εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας μάχης όχι μόνο για τη θρησκευτική ελευθερία, αλλά και για το ποιος έχει το δικαίωμα να θυμάται την ιστορία του Πόντου.
Και το βασικό ερώτημα που θέτει ο Γιαϊλαλί προς την τουρκική κοινωνία παραμένει:
Πώς μπορεί μια προσευχή στην Παναγία, σε ένα μοναστήρι αφιερωμένο στη Θεοτόκο εδώ και δεκαέξι αιώνες, να μετατρέπεται σε «απειλή» για ένα κράτος;
Το Pontosvoice.com (…τ’εμέτερον η λαλία) είναι μια ενημερωτική ιστοσελίδα που σκοπό έχει να ενημερώνει τον Ποντιακό κόσμο για όλα τα νέα που αφορούν τον Ποντιακό Ελληνισμό , δράσεις, εκδηλώσεις, ιστορικά ευρήματα, απόψεις. Είμαστε μια ανοιχτή ομάδα και είμαστε η φωνή όλων , μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας για ότι σας απασχολεί στο info@pontosvoice.com
