Επιμέλεια: Χρήστος Κωνσταντινίδης
Η 28η Σεπτεμβρίου 1949 σηματοδοτεί την κοίμηση ενός εκκλησιαστικού ηγέτη που άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του τόσο στην Εκκλησία, όσο και στην Ιστορία του Έθνους. Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος (κατά κόσμον Χαρίλαος Φιλιππίδης) πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 68 ετών, έχοντας διανύσει μια πορεία πλούσια σε εθνικούς και πνευματικούς αγώνες.
Η φωνή του αλύτρωτου Ποντιακού Ελληνισμού στην Τραπεζούντα
Γεννημένος το 1881 στη Γρατινή της Κομοτηνής, ο Χρύσανθος σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και στη συνέχεια στην Ελβετία και τη Γερμανία, ειδικευόμενος στο Κανονικό Δίκαιο και τη Γλωσσολογία. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1903 και πολύ σύντομα ανέλαβε σημαντικά καθήκοντα, από καθηγητής στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας μέχρι αρχειοφύλακας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Το 1913 εξελέγη Μητροπολίτης Τραπεζούντας, όπου κατά την ταραγμένη περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ανέδειξε τα ηγετικά του προσόντα: διοικητής της πόλης τόσο επί τουρκικής όσο και επί ρωσικής κατοχής, υπήρξε πάντοτε υπέρμαχος των δικαίων του Ελληνισμού.
Μετά τον πόλεμο συμμετείχε σε εθνικές αποστολές στη Γαλλία, την Αγγλία και την Ιταλία, διεκδικώντας με πάθος τα δίκαια του Ποντιακού Ελληνισμού. Η φιλία του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ενίσχυε την παρουσία του σε ζητήματα διεθνούς προβολής της ελληνικής υπόθεσης.
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών
Το 1938, μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, ο Χρύσανθος διορίστηκε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος με βασιλικό διάταγμα. Η εκλογή του ως μέλους της Ακαδημίας Αθηνών τον ίδιο χρόνο υπήρξε επιστέγασμα της προσφοράς του στα γράμματα και στο έθνος.
Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, με τα φλογερά του διαγγέλματα, εμψύχωσε τον λαό, ευλογώντας τα όπλα των στρατιωτών και καλώντας σε ενότητα και αυτοθυσία για την ελευθερία.
Το «όχι» στους κατακτητές
Η στάση του απέναντι στους Γερμανούς υπήρξε ανυποχώρητη. Στις 27 Απριλίου 1941 αρνήθηκε να παραστεί στην παράδοση της Αθήνας στους κατακτητές, ενώ λίγες μέρες αργότερα απέρριψε την ορκωμοσία της κυβέρνησης Τσολάκογλου, χαρακτηρίζοντας την ενέργεια «αντεθνική». Η άρνησή του αυτή επέφερε την απομάκρυνσή του από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο.
Έκτοτε ιδιώτευσε, αφοσιωμένος σε εθνικά και θρησκευτικά ζητήματα και σε πλούσιο συγγραφικό έργο. Πέθανε στις 28 Σεπτεμβρίου 1949 και κηδεύτηκε με τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού.
Η μορφή του Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου παραμένει έως σήμερα συνώνυμη με την ανιδιοτέλεια, το ήθος και τον αγώνα για το έθνος. Και η ημερομηνία της κοίμησής του, 28 Σεπτεμβρίου, λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η Ιστορία δεν ξεχνά εκείνους που ύψωσαν το ανάστημά τους στις πιο κρίσιμες στιγμές του τόπου.
Τι γράφουν Ψαθάς και Καπετανίδης για τον Χρύσανθο
Ο Δημήτρης Ψαθάς σκιαγραφεί τον χαρακτήρα του Χρύσανθου με τη χαρακτηριστική του γραφεί στη «Γη του Πόντου». Ο δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας αποκαλούσε τον μητροπολίτη ως «πρόσωπο τεραστίου κύρους» και εξήρε κατ’επανάληψη στο βιβλίο του τις διπλωματικές ικανότητες του, οι οποίες στην ουσία έσωσα το ποίμνιο του στην Τραπεζούντα. «Απ’ τα κανόνια και τα τουφέκια των εθελοντών προτιμούσε τώρα την δική του διπλωματία που είναι αλήθεια ότι στάθηκε πολύ πιο χρήσιμη και αποτελεσματική για την περίσταση», αναφέρει για τη στάση του πριν την έλευση του ρωσικού στρατού που κατέλαβε την πόλη τη διετία 1916-1918.
Σημαντική και η συμβολή του, πριν την επιστροφή του τουρκικού στρατού και την ανακατάληψη της πόλης μετά το 1918. «… έκανε συστάσεις προς τον πληθυσμό να μη φοβάται και να κρατά την ψυχραιμία του, τις δύσκολες εκείνες ώρες», γράφει ο Ψαθάς, ο οποίος χαρακτηρίζει στο κείμενό του εκείνες τις μέρες παράξενες σημειώνοντας για την επιστροφή των Τούρκων: «Το πιο σπουδαίο, όμως, ήταν, ότι δεν μας ήλθε πίσω, ευτυχώς, πάρα πολύ αγριεμένος, ούτε ο αδελφός Μεμέτης κι ούτε οι άλλοι Τούρκοι. Δούλεψε πολύ καλά η διπλωματία του Χρύσανθου κι έτσι έπεσε το μίσος των Τούρκων για κάμποσο καιρό». Επίσης ο Ψαθάς αναφέρει, ότι η Τραπεζούντα, δεν γνώρισε τα τάγματα εργασία σ’ όλη την εξοντωτική τους έκταση, χάρη στη μεσολάβηση του μητροπολίτη Χρύσανθου και την επιρροή που ασκούσε επάνω στον αιμοβόρο νομάρχη
Είναι επίσης σημαντικό, ότι ο ιεαράρχης κατά την παρουσία του στην Τραπεζούντα υπενθύμιζε συνεχώς στους Έλληνες την ιστορία τους, προκειμένου να κρατά υψηλά το εθνικό τους φρόνημα. «Δεν αφήνει σχεδόν καμιά Κυριακή χωρίς να θυμηθεί στο κήρυγμά του τους θρυλικούς «μυρίους» του Ξενοφώντος που απ’ τα ψηλά βουνά της Τραπεζούντας αντικρύσαν το γαλάζιο πέλαγος και φώναξαν: Θάλαττα, Θάλαττα», έγραφε ο δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Ο δημοσιογράφος Νίκος Καπετανίδης, ο οποίος μαρτύρησε αργότερα στα δικαστήρια της Αμάσειας, αποκάλεσε σε αρθογραφία του στην εφημερίδα «ΕΠΟΧΗ» τον Χρύσανθο ως «λατρευτό αρχηγό», σε έναν δημόσιο αποχαιρετισμό προς τον μητροπολίτη Χρύσανθο πριν φύγει το 1919 για το Παρίσι, προκειμένου να συμμετάσχει στη Διάσκεψη, όπου συνάντησε τον Βενιζέλο και υπέβαλε το υπόμνημά του για την ανεξαρτησία του Πόντου.
Γι’αυτό η μορφή του παραμένει ανεξίτηλη και τόσο φωτεινή για τον Ποντιακό Ελληνισμό.
Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης είναι δημοσιογράφος ποντιακής καταγωγής. Οι πρόγονοί του προέρχονται από το Κοιλάδι Τραπεζούντας, το Χαμσίκιοϊ Ματσούκας και τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ).
