Μια παρέμβαση με βαρύ ιστορικό και πολιτικό φορτίο έκανε μέσα στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση ο Γιώργος Ασλάν, βουλευτής Μαρντίν του DEM Partisi και μέλος της ασσυριακής χριστιανικής κοινότητας, θέτοντας ευθέως το ερώτημα που το τουρκικό κράτος αποφεύγει επί δεκαετίες: τι απέγιναν οι εκατομμύρια Χριστιανοί της Ανατολίας;
Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης, Geopolitico.gr
Η παρέμβαση έγινε με αφορμή τη συζήτηση για τα γεγονότα του 1915 και την επέτειο της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Σύμφωνα με τουρκικά μέσα, ο Ασλάν απευθύνθηκε στους συναδέλφους του λέγοντας ότι το 1915 ο πληθυσμός υπό οθωμανική διοίκηση ήταν περίπου 13 εκατομμύρια, εκ των οποίων τα 3 εκατομμύρια ήταν Αρμένιοι, Ασσύριοι/Σύριοι και άλλοι χριστιανικοί λαοί. «Σήμερα είμαστε στο 2026. Ενώ ο πληθυσμός αυτών των λαών θα έπρεπε να αριθμεί εκατομμύρια, είναι μόλις 50.000. Τι απέγιναν αυτοί οι άνθρωποι; Γιατί δεν αυξήθηκε ο πληθυσμός τους; Πού πήγαν;», ρώτησε.
Η φράση του συμπυκνώνει όλο το ιστορικό ερώτημα. Το 1915 σε αυτά τα χώματα ζούσαν εκατομμύρια Αρμένιοι, Ασσύριοι και Ρωμιοί. Σήμερα οι πληθυσμοί τους μετρώνται σε δεκάδες χιλιάδες. Τι συνέβη σε αυτούς τους ανθρώπους;
1915’te bu topraklarda milyonlarca Ermeni, Süryani ve Rum yaşıyordu. Bugün nüfusları onbinlerle ifade ediliyor. Bu insanlara ne oldu? pic.twitter.com/qLwwviQE21
— George Aslan (@george_aryo) April 29, 2026
Η απάντηση Τούρκου βουλευτή και η επιμονή του Ασλάν
Στην παρέμβαση του Ασλάν απάντησε ο Τουρχάν Τσομέζ, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του İYİ Parti, απορρίπτοντας τον όρο γενοκτονία. Υποστήριξε ότι η απόφαση του 1915 «δεν ήταν απόφαση γενοκτονίας» και ότι μέρος των Αρμενίων μετακινήθηκε επειδή, κατά τον ίδιο, συνδεόταν με οργανώσεις όπως οι Χιντσάκ και οι Τασνάκ. Παραδέχθηκε ότι υπήρξαν άνθρωποι που έχασαν τη ζωή τους στη διαδρομή, αλλά επέμεινε στην κλασική γραμμή της τουρκικής άρνησης, ότι επρόκειτο για «ιστορική διαδικασία» και όχι για οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης.
Ο Ασλάν δεν άφησε την απάντηση αναπάντητη. Επανήλθε με μια ακόμη πιο καίρια ερώτηση: «Ας αφήσουμε στην άκρη τους Αρμενίους, αφού ίσως έχετε κάποια επιχειρήματα. Οι Ασσύριοι τι έκαναν; Ποιο ήταν το αμάρτημά τους;». Η φράση αυτή καταγράφεται και στα πρακτικά της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, όπου φαίνεται καθαρά ότι ο Ασλάν ζήτησε απάντηση ειδικά για την τύχη των Ασσυρίων.
Η απάντηση του Τσομέζ ήταν πολιτικά αποκαλυπτική. Αντί να απαντήσει επί της ουσίας, είπε ότι «αυτό το έθνος έφερε Σύριους σαν εσάς και τους έκανε βουλευτές», υποστηρίζοντας στη συνέχεια ότι οι Σύριοι έφυγαν από την Τουρκία «για κάποιους λόγους» και καλώντας να μη γίνεται «εκμετάλλευση» του ζητήματος.
Δεν είναι η πρώτη φορά που μιλά
Η παρέμβαση αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο επεισόδιο. Ο Γιώργος Ασλάν έχει επανειλημμένα θέσει μέσα στην τουρκική Βουλή ζητήματα που αφορούν τους Αρμενίους, τους Ρωμιούς και τους Ασσύριους της Ανατολίας. Στα πρακτικά της 18ης Ιουνίου 2025, για παράδειγμα, καταγράφεται οξύτατη αντιπαράθεση όταν ο Ασλάν μίλησε για τον Ταλαάτ Πασά, τον Ρεσίτ Πασά και τις σφαγές εναντίον χριστιανικών πληθυσμών, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από εθνικιστές βουλευτές. Ήταν ένα ράπισμα μέσα στην τουρκική εθνοσυνέλευση, όπως είχε χαρακτηρίσει τότε την παρέμβασή του το Geopolitico.
Στα ίδια πρακτικά, ο Ασλάν είχε θέσει το ίδιο δημογραφικό ερώτημα! Το 1915, είπε, περίπου 3 εκατομμύρια από τον πληθυσμό της οθωμανικής επικράτειας ήταν χριστιανικοί λαοί — Αρμένιοι, Ρωμιοί και Σύριοι/Ασσύριοι — ενώ σήμερα, σε μια Τουρκία 86 εκατομμυρίων, οι πληθυσμοί αυτοί εκφράζονται σε δεκάδες χιλιάδες. Τον Δεκέμβριο του 2023, είχε προκαλέσει οργή στους Τούρκους βουλευτές, όταν συνεχάρη Αρμένιους, Έλληνες και Ασσύριους για τα Χριστούγεννα.
Το ερώτημα που χτυπά την τουρκική άρνηση
Το βάρος της παρέμβασης Ασλάν δεν βρίσκεται μόνο στους αριθμούς. Βρίσκεται στο ότι το ερώτημα τέθηκε μέσα στο τουρκικό Κοινοβούλιο, από έναν Χριστιανό βουλευτή, απόγονο των γηγενών κοινοτήτων της Ανατολίας.
Δεν είπε κάτι περίπλοκο. Δεν χρειάστηκε μακροσκελή ανάλυση. Έθεσε το απλό, αμείλικτο ερώτημα της Ιστορίας: αν οι Χριστιανοί της Ανατολίας ήταν εκατομμύρια, γιατί σήμερα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί;
Αυτό το ερώτημα αφορά τους Αρμενίους. Αφορά τους Έλληνες της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου. Αφορά τους Ασσύριους/Σύριους της Μεσοποταμίας και του Τουρ Αμπντίν. Αφορά όλους τους γηγενείς χριστιανικούς λαούς που βρέθηκαν μέσα στη δίνη της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της συγκρότησης του τουρκικού εθνικού κράτους.
Αξίζει να τιμηθεί από την Ελλάδα;
Ναι, ένας βουλευτής που μέσα στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση θέτει δημόσια το ζήτημα της εξαφάνισης των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολίας αξίζει πολιτική και ηθική αναγνώριση από την Ελληνική Πολιτεία.
Όχι επειδή είναι «αντι-Τούρκος». Αυτό θα ήταν φθηνή ανάγνωση. Αλλά επειδή υπερασπίζεται τη μνήμη, την ιστορική αλήθεια και το δικαίωμα των γηγενών λαών της Ανατολίας να μη σβηστούν από τον χάρτη της Ιστορίας. Η Ελλάδα θα όφειλε να έχει αντανακλαστικά σε τέτοιες περιπτώσεις. Να τιμά ανθρώπους που, μέσα σε δύσκολο πολιτικό περιβάλλον, μιλούν για Αρμενίους, Έλληνες και Ασσύριους χωρίς να κρύβονται πίσω από τη σιωπή.
Ποια Τουρκία βλέπουμε;
Η παρέμβαση Ασλάν δείχνει ότι υπάρχουν δύο πραγματικότητες μέσα στη σημερινή Τουρκία.
Η μία είναι η επίσημη Τουρκία της άρνησης, του κρατικού εθνικισμού, της μετατόπισης ευθυνών, της λογικής ότι όποιος μιλά για Γενοκτονία «προσβάλλει το έθνος». Αυτή είναι η Τουρκία που γνωρίσαμε στον 20ό αιώνα και που συνεχίζει να παράγει πολιτικό λόγο γύρω από την άρνηση, την ισχύ και τον φόβο.
Η άλλη είναι η Ανατολία των λαών που επέζησαν, των Αρμενίων, των Ρωμιών, των Ασσυρίων, των Κούρδων, των ανθρώπων που ξέρουν ότι η Ιστορία δεν αρχίζει από το τουρκικό εθνικό αφήγημα. Με αυτήν την Ανατολία μπορεί να υπάρξει ειρήνη, συνεννόηση και αληθινή φιλία. Όχι με βάση τη λήθη, αλλά με βάση την αναγνώριση.
Η πραγματική συμφιλίωση δεν χτίζεται με φωτογραφίες, διπλωματικές χειραψίες και κενά συνθήματα. Χτίζεται όταν κάποιος έχει το θάρρος να ρωτήσει: πού πήγαν οι άνθρωποι που ζούσαν εδώ;
Ο Γιώργος Ασλάν το έχει διαπράξει επανειλημμένως μέσα στην Τουρκική Βουλή. Και αυτό, από μόνο του, είναι πράξη ιστορικής σημασίας.
Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης είναι δημοσιογράφος ποντιακής καταγωγής. Οι πρόγονοί του προέρχονται από το Κοιλάδι Τραπεζούντας, το Χαμσίκιοϊ Ματσούκας και τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ).
