Η Μονή του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνα, ένα από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα μοναστήρια του Πόντου, επιστρέφει ξανά στο προσκήνιο, με αφορμή τις νέες κινήσεις που προωθούνται για την αποκατάστασή της στο πλαίσιο της τουριστικής διαδρομής «Βαζελώνος–Κουστούλ».
Μετά από χρόνια εγκατάλειψης, φθοράς, βανδαλισμών και κρατικής αδιαφορίας, οι πληροφορίες που προέρχονται από τον Μητροπολιτικό Δήμο Τραπεζούντας αναφέρουν ότι το ζήτημα της Μονής εντάσσεται πλέον σε ευρύτερο σχεδιασμό, συνδεδεμένο με το επενδυτικό πρόγραμμα του 2026. Ήδη, όπως έχει γίνει γνωστό, έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες στον περιβάλλοντα χώρο, ενώ ολοκληρώθηκαν παρεμβάσεις σε πεζοπορικές διαδρομές και προστατευτικές κατασκευές.
Το επόμενο κρίσιμο στάδιο αφορά την εκπόνηση μελετών για την ουσιαστική αποκατάσταση του ιστορικού μνημείου. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Διότι η Μονή Βαζελώνος δεν χρειάζεται μόνο τουριστική προβολή. Χρειάζεται πραγματική προστασία, σοβαρή αποκατάσταση και σεβασμό στην ιστορική της ταυτότητα.
Για τον Ποντιακό Ελληνισμό, ο Βαζελώνας δεν είναι ένα ακόμη ερείπιο στα βουνά της Ματσούκας. Είναι πνευματικό σημείο αναφοράς. Είναι κομμάτι πίστης, μνήμης και ιστορικής συνέχειας. Σύμφωνα με την παράδοση, η Μονή ιδρύθηκε τον 3ο αιώνα, γύρω στο 270 μ.Χ., και για αιώνες αποτέλεσε ένα από τα μεγάλα μοναστικά και πνευματικά κέντρα του Πόντου, μαζί με την Παναγία Σουμελά και τη Μονή Περιστερεώτα.
Η ιστορία της συνδέθηκε με τη θρησκευτική ζωή, την παιδεία, τη γλώσσα και την επιβίωση των Ρωμιών του Πόντου. Στα χρόνια της ακμής της, η Μονή διέθετε μεγάλη περιουσία, χειρόγραφα, κειμήλια και πνευματική επιρροή στην περιοχή. Μετά τη Γενοκτονία και τον ξεριζωμό, αφέθηκε σταδιακά στην τύχη της. Τα γκρεμισμένα ντουβάρια της έγιναν εικόνα εγκατάλειψης ενός κόσμου που κάποτε έσφυζε από ζωή.
Η νέα κινητικότητα γύρω από τη Μονή δεν σβήνει τις ευθύνες του παρελθόντος. Αντιθέτως, τις αναδεικνύει. Τοπικά μέσα της Τραπεζούντας έχουν ασκήσει πίεση στις αρχές, σημειώνοντας ότι το μνημείο παραμένει ουσιαστικά εγκαταλελειμμένο, την ώρα που δίνονται μεγάλα ποσά για φεστιβάλ και δράσεις προβολής.
Ο δήμαρχος του Μητροπολιτικού Δήμου Τραπεζούντας, μαζί με βουλευτές της περιοχής, είχαν ζητήσει από τον υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού τη χρηματοδότηση των εργασιών αποκατάστασης της ιστορικής Μονής. Η απάντηση που φέρεται να έλαβαν ήταν πως «υπάρχει πόλεμος, δεν έχουμε χρήματα». Το σχετικό δημοσίευμα αντιπαρέβαλε την επίκληση της έλλειψης πόρων με τις δαπάνες για το Φεστιβάλ Πολιτιστικής Διαδρομής, υποστηρίζοντας ότι το κόστος ακόμη και ενός μόνο φεστιβάλ θα μπορούσε να καλύψει την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης.
Όμως πριν οι αρχές ξαναθυμηθούν τον Βαζελώνα, υπήρξαν φωνές που είχαν ήδη στείλει μήνυμα για την κατάστασή του. Μία από αυτές ήταν του Αντέμ Εκίζ.
Ο τραγουδιστής από το Πέσκιοϊ των Σουρμένων είχε συγκινήσει πριν από χρόνια με το τραγούδι του για τον Άγιο Ιωάννη τον Βαζελώνα. Σε συνέντευξη που είχε δώσει στο e-Pontos.gr, είχε εξηγήσει πώς γεννήθηκε η ιδέα για το τραγούδι, περιγράφοντας τη στιγμή που αντίκρισε από κοντά την εγκατάλειψη της Μονής.
«Την ιδέα για την τραγωδία συνέλαβα ένα χρόνο πριν. Οι στίχοι εξηγούν επακριβώς την ιστορία. Ανεβαίνοντας προς την Παναγία Σουμελά, περάσαμε με φίλους από τον Βαζελώνα. Μπροστά στη θέα των ερειπίων και των γκρεμισμένων ντουβαριών δεν ξέρω τι έπαθα. Συγκινήθηκα. Με στενοχώρησε αυτό που είδα», είχε πει τότε ο Αντέμ Εκίζ.
Και είχε προσθέσει με λόγια απλά, αλλά βαριά σε σημασία: «Τα περισσότερα τραγούδια μας απευθύνονται στη Σουμελά. Με αξίωσε ο Θεός και έγραψα για τον Βαζελώνα».
Το τραγούδι του Αντέμ Εκίζ είχε ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο γιατί έστρεφε το βλέμμα σε ένα ξεχασμένο μνημείο του Πόντου, αλλά και γιατί λειτουργούσε ως πολιτισμική πράξη μνήμης. Η Παναγία Σουμελά υπήρξε και παραμένει το μεγάλο σύμβολο του Ποντιακού Ελληνισμού. Όμως στην ίδια περιοχή της Ματσούκας υπήρχαν και άλλα σταυροπηγιακά μοναστήρια, όπως ο Άγιος Ιωάννης Βαζελώνας και ο Άγιος Γεώργιος Περιστερέωτα, που δεν είχαν την ίδια θέση στη λαϊκή μουσική μνήμη.
Εκεί ακριβώς ήρθε να καλύψει ένα κενό ο Αντέμ Εκίζ. Το τραγούδι του δεν ήταν απλώς καλλιτεχνική έμπνευση. Ήταν υπενθύμιση. Ήταν μια φωνή μέσα από τον ίδιο τον Πόντο, που έλεγε ότι ο Βαζελώνας δεν μπορεί να μείνει έξω από τη μνήμη.
Όπως είχε επισημάνει τότε και ο Φίλιππος Κεσαπίδης, το τραγούδι είχε και μία ακόμη ιστορική ιδιαιτερότητα: ήταν σε ρυθμό διπάτ. Σύμφωνα με όσα είχε αναφερθεί, ήταν η πρώτη φορά μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών που κυκλοφορούσε στον Πόντο τραγούδι σε 9/8. Ο ίδιος ο Αντέμ είχε εξηγήσει ότι στην Τραπεζούντα και γενικότερα στον Πόντο το διπάτ ήταν ουσιαστικά άγνωστο, και πως με τα ακούσματα που είχε από την Ελλάδα το μετέφερε ξανά πίσω στην πατρίδα.
«Έκανα την αρχή προκειμένου να το μάθει ξανά ο κόσμος εδώ. Η μελωδία ήθελα να είναι κάτι ανάμεσα σε μοιρολόι και επιτραπέζιο και να χορεύεται, όπως της Τρίχας το γεφύρι», είχε σημειώσει.
Τα γυρίσματα του βιντεοκλίπ είχαν πραγματοποιηθεί στη Μονή της Παναγίας Θεοσκέπαστου, το γνωστό Κιζλάρ Μαναστιρί, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και πλάνα από τον ίδιο τον Βαζελώνα. Έτσι, μέσα από τη μουσική, η εικόνα του εγκαταλελειμμένου μνημείου πέρασε ξανά στο κοινό, όχι ως αρχαιολογικό αντικείμενο, αλλά ως ζωντανή μνήμη.
Βέβαια, η μουσική αναφορά στον Βαζελώνα δεν ξεκινά μόνο από εκεί. Όπως βλέπουμε στο Pontian Lyrics, ήδη από το 2011, ο Μιχάλης Καλιοντζίδης με την Κατερίνα Παπαδοπούλου είχαν παρουσιάσει τραγούδι αφιερωμένο στη Μονή, με στίχους που ακουμπούν βαθιά στην ποντιακή ευλάβεια:
«Βαζελών’, Αε-Γιάννε μου,
μαναστήρ’ ξακουσμένον,
παρακαλώ σε λάρωσον
την καρδι͜ά μ’ το καμένον
Σο Βαζελώναν έταξα
για τ’ ατέν τρανόν τάμαν
Να αξιούμαι να παίρ’ ατεν
και χ̌αίρουμες εντάμαν
Εγώ κερόπον έταξα,
ρίζα μ’, σον Βαζελώναν
Να αξιούμαι και παίρω σε,
παντέμορφος τρυγόνα»
Αυτές οι μουσικές αναφορές δείχνουν ότι ο Βαζελώνας δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει στη συνείδηση των Ποντίων. Μπορεί να επέμναν μαναχόν τουβάρια, μπορεί ο χρόνος και η εγκατάλειψη να τον πλήγωσαν, αλλά η μνήμη του παρέμεινε ζωντανή.
Σημαντικό είναι επίσης ότι η Μονή έχει ανιστορηθεί στον Άγιο Δημήτριο Κοζάνης, δείχνοντας πως οι πρόσφυγες και οι απόγονοί τους δεν μετέφεραν μόνο εικόνες και κειμήλια στην Ελλάδα, αλλά και το πνευματικό αποτύπωμα των χαμένων πατρίδων. Η ανιστόρηση αυτή αποτελεί μια πνευματική συνέχεια. Είναι τρόπος να παραμένει ο Βαζελώνας παρών στον νέο τόπο εγκατάστασης των Ποντίων.
Σήμερα, λοιπόν, που οι τουρκικές αρχές μιλούν για έργα, μελέτες και πρόγραμμα αποκατάστασης το 2026, αξίζει να θυμηθούμε ότι κάποιοι είχαν ήδη μιλήσει για τη Μονή όταν αυτή βρισκόταν στη σιωπή. Ο Αντέμ Εκίζ, βλέποντας τα ερείπια, δεν προσπέρασε. Στάθηκε, συγκινήθηκε και τραγούδησε. Ο Μιχάλης Καλιοντζίδης και η Κατερίνα Παπαδοπούλου έδωσαν επίσης φωνή στον Βαζελώνα μέσα από την ποντιακή μουσική παράδοση.
Η αποκατάσταση της Μονής του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως έργο τουριστικής αξιοποίησης. Είναι ζήτημα ιστορικής ευθύνης. Είναι ζήτημα σεβασμού σε ένα μνημείο που κουβαλά 1.700 χρόνια ιστορίας, προσευχής, παιδείας και ποντιακής παρουσίας.
Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης είναι δημοσιογράφος ποντιακής καταγωγής. Οι πρόγονοί του προέρχονται από το Κοιλάδι Τραπεζούντας, το Χαμσίκιοϊ Ματσούκας και τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ).
