Έντονη αντιπαράθεση έχει ξεσπάσει στην Τουρκία με επίκεντρο την Παναγία Σουμελά, λίγες ημέρες πριν από τη μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Αφορμή στάθηκε η δημόσια τοποθέτηση Τούρκου επιχειρηματία του τουρισμού, ο οποίος συνέκρινε τη Μονή με τη Μέκκα, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση του απόστρατου αντιναυάρχου και καθηγητή Τζιχάτ Γιαϊτζί.
Η συζήτηση άνοιξε μετά από συνάντηση του Μετίν Ινάν, εκπροσώπου της Υπηρεσίας Προβολής και Ανάπτυξης Τουρισμού της Τουρκίας για την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, με τον υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού Μεχμέτ Νουρί Ερσόι.
Ο Ινάν, ο οποίος δραστηριοποιείται στον τουριστικό τομέα και συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο της TGA, αναφέρθηκε στη σημασία της Μονής Παναγίας Σουμελά για την προσέλκυση επισκεπτών, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τη Μέκκα. Η αναλογία αυτή ήταν αρκετή για να πυροδοτήσει μία σφοδρή ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση.

Ο Τζιχάτ Γιαϊτζί, απόστρατος αντιναύαρχος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Τοπ Καπί και ένας από τους βασικούς θεωρητικούς του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», επιτέθηκε με πρωτοφανή σφοδρότητα στον Ινάν, χαρακτηρίζοντας τη σύγκριση αδιανόητη.
«Τι είδους ψυχική αποτυχία είναι να συγκρίνεις τη Σουμελά με τη Μέκκα;» ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει κανένα ιστορικό, θρησκευτικό ή κοινωνιολογικό μέτρο που να δικαιολογεί μια τέτοια αναλογία.
Ο Γιαϊτζί σημείωσε ότι η Μέκκα αποτελεί το κέντρο του ισλαμικού κόσμου, τον τόπο προς τον οποίο στρέφονται οι μουσουλμάνοι στις προσευχές τους και έναν από τους βασικούς προορισμούς προσκυνήματος. Αντιθέτως, υποστήριξε ότι η Παναγία Σουμελά δεν εξυπηρετεί μία μόνιμη τοπική ορθόδοξη κοινότητα στην Τραπεζούντα και στα περίχωρά της.
Στο σημείο αυτό, ο Τούρκος απόστρατος έθεσε ευθέως το ζήτημα της τέλεσης χριστιανικών ακολουθιών στη Μονή, υποστηρίζοντας ότι οι τελετές δεν καλύπτουν καθημερινές λατρευτικές ανάγκες, αλλά οργανώνονται σε συγκεκριμένες ημερομηνίες με επισκέπτες από το εξωτερικό, ποσοστώσεις και διεθνή προβολή.

Κατά τον ίδιο, η Σουμελά δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως θρησκευτικός ή πολιτιστικός χώρος, αλλά έχει αποκτήσει και πολιτικό συμβολισμό. Ο Γιαϊτζί ισχυρίστηκε ότι ορισμένοι κύκλοι επιχειρούν να μετατρέψουν το μοναστήρι σε σύμβολο της ποντιακής ταυτότητας και των ιστορικών διεκδικήσεων που σχετίζονται με τον Πόντο.
Η τοποθέτησή του κινήθηκε σε καθαρά εθνικιστική γραμμή, καθώς συνέδεσε τις θρησκευτικές τελετές με τη διεθνή ανάδειξη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Υποστήριξε ότι η ετήσια αναφορά στη 19η Μαΐου, οι ποντιακές σημαίες, τα συνθήματα και οι εκδηλώσεις μνήμης δημιουργούν, κατά την άποψή του, μία πολιτική διάσταση που δεν μπορεί να αγνοηθεί από το τουρκικό κράτος.
«Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι τελετές στη Σουμελά αποτελούν απλώς θρησκευτική λατρεία», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η Τουρκία οφείλει να εξετάζει τις πολιτικές και νομικές συνέπειες που ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον.
Ο Γιαϊτζί έβαλε στο στόχαστρο και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υποστηρίζοντας ότι οι λειτουργίες στην Παναγία Σουμελά χρησιμοποιούνται για να ενισχυθεί διεθνώς η οικουμενική του υπόσταση. Κατά τον ίδιο, το Πατριαρχείο αποτελεί θρησκευτικό θεσμό που λειτουργεί εντός των ορίων της Τουρκικής Δημοκρατίας και δεν πρέπει να παρουσιάζεται με διαφορετικό καθεστώς στη διεθνή κοινή γνώμη.
Παράλληλα, έθεσε και ζήτημα αμοιβαιότητας με την Ελλάδα, συνδέοντας τη λειτουργία στη Σουμελά με τη μουσουλμανική μειονότητα στη Δυτική Θράκη. Αναφέρθηκε στους μουφτήδες, στα μειονοτικά σχολεία και στα ιδρύματα, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία δεν μπορεί να επιδεικνύει ανοχή χωρίς να λαμβάνει αντίστοιχα ανταλλάγματα.

Η επιχειρηματολογία αυτή αποκαλύπτει ότι η Παναγία Σουμελά εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από ένα τμήμα του τουρκικού πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου όχι ως ένα κορυφαίο μνημείο της ορθόδοξης και ποντιακής κληρονομιάς, αλλά ως πιθανός φορέας ελληνικής ιστορικής και πολιτικής επιρροής.
Ο Γιαϊτζί κατέληξε υποστηρίζοντας ότι η Σουμελά δεν αποτελεί σήμερα ενεργό χώρο λατρείας, αλλά αρχαιολογικό χώρο και μουσείο που υπάγεται στο τουρκικό υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού. Χαρακτήρισε, μάλιστα, «ατυχή» την προσπάθεια να παρουσιάζεται ως ζωντανό θρησκευτικό ίδρυμα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο θεωρητικός της «Γαλάζιας Πατρίδας» καταφέρεται εναντίον των χριστιανικών τελετών στη Μονή. Και στο παρελθόν είχε εκφράσει την αντίθεσή του στην τέλεση της αρχιερατικής Θείας Λειτουργίας τον Δεκαπενταύγουστο, αντιμετωπίζοντας το ζήτημα μέσα από το πρίσμα της τουρκικής εθνικής ασφάλειας και της αντιπαράθεσης με την Ελλάδα και τον ποντιακό Ελληνισμό.
Η νέα σύγκρουση αναδεικνύει τις βαθιές αντιφάσεις της τουρκικής πολιτικής απέναντι στην Παναγία Σουμελά. Από τη μία πλευρά, η Άγκυρα επιδιώκει να αξιοποιήσει τη Μονή ως τουριστικό προϊόν διεθνούς προβολής. Από την άλλη, ισχυροί εθνικιστικοί κύκλοι εξακολουθούν να θεωρούν την ορθόδοξη λατρεία, την ποντιακή μνήμη και τη διεθνή παρουσία στη Σουμελά ως απειλή που πρέπει να περιοριστεί.
Το Pontosvoice.com (…τ’εμέτερον η λαλία) είναι μια ενημερωτική ιστοσελίδα που σκοπό έχει να ενημερώνει τον Ποντιακό κόσμο για όλα τα νέα που αφορούν τον Ποντιακό Ελληνισμό , δράσεις, εκδηλώσεις, ιστορικά ευρήματα, απόψεις. Είμαστε μια ανοιχτή ομάδα και είμαστε η φωνή όλων , μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας για ότι σας απασχολεί στο info@pontosvoice.com
