Ο Γιάννης Αραματανίδης (Αραματάντς) γεννήθηκε στις 15 Απριλίου 1944 στα Κομνηνά Κοζάνης (παλαιότερα Ούτσ̌ενα), σε ένα αμιγώς ποντιακό περιβάλλον, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για τη μετέπειτα καλλιτεχνική και πολιτιστική του πορεία. Από μικρή ηλικία, περιτριγυρισμένος από τα ηχοχρώματα και τους σκοπούς της ποντιακής λύρας, ανέπτυξε βαθιά αγάπη για τη μουσική του τόπου του.
Χωρίς καμία επίσημη μουσική εκπαίδευση, ξεκίνησε αυτοδίδακτος να παίζει αγγείο (τουλούμ’), προσπαθώντας να μιμηθεί με το όργανο αυτό τους παραδοσιακούς σκοπούς που άκουγε γύρω του. Παράλληλα ασχολήθηκε και με το χ̌ειλι͜αύλιν (ποντιακή φλογέρα), εξελίσσοντας το παίξιμό του σε σημείο που θα άφηνε εποχή. Οι μουσικές του ικανότητες και το ιδιαίτερο ύφος του τον ανέδειξαν πολύ γρήγορα ως έναν από τους σπουδαιότερους εκφραστές των πνευστών της ποντιακής παράδοσης. Οι συνάδελφοί του, αναγνωρίζοντας το ταλέντο, τη σεμνότητα και την προσφορά του, του χάρισαν τον χαρακτηρισμό «ο πλανητάρχης», τίτλο που συνόδευε το όνομά του στην ύστερη καλλιτεχνική διαδρομή του.
Η καλλιτεχνική του πορεία δεν περιορίστηκε στην Ελλάδα.
Έπαιξε σε πλήθος εκδηλώσεων σε όλη την Ευρώπη, στην Αμερική και στην Αυστραλία, καλεσμένος από ποντιακά σωματεία της ομογένειας, μεταφέροντας με αυθεντικότητα και πάθος τους ήχους της πατρίδας σε κάθε γωνιά του κόσμου όπου υπήρχε ποντιακή ψυχή. Στη δισκογραφία έκανε τα πρώτα του βήματα το 1983, συμμετέχοντας στον δίσκο «Παραδοσιακά τραγούδια του Πόντου Νο6» μαζί με τον αείμνηστο Γιώργο Αμαραντίδη.
Πέντε χρόνια αργότερα, το 1988, η συνεργασία τους στο άλμπουμ «Και πάλι παράδοση» αποτέλεσε σημείο-σταθμό για την ποντιακή μουσική. Για πρώτη φορά το κοινό άκουσε ηχογραφημένα το μοναδικό παίξιμο τόσο της φλογέρας όσο και του αγγείου του Γιάννη Αραματανίδη, ένα άκουσμα που έμελλε να θεμελιώσει μια νέα σχολή παιξίματος, γνωστή έκτοτε ως «σχολή του Αραματά».
Η συμβολή του θεωρείται επαναστατική για την εποχή της, καθώς άνοιξε νέους δρόμους στην ποντιακή μουσική, επηρεάζοντας βαθιά γενιές μεταγενέστερων οργανοπαικτών.
Η επιρροή του μπορεί να θεωρηθεί εφάμιλλη με εκείνη του «Πατριάρχη της λύρας» Γώγου Πετρίδη. Στην προσωπική του ζωή, ο Γιάννης Αραματανίδης παντρεύτηκε τη Δέσποινα Παταρίδου, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά.
Ο γιος του, Χρήστος, συνεχίζει επάξια το μουσικό μονοπάτι του πατέρα του, κρατώντας ζωντανή τη φλόγα της παράδοσης. Ο Γιάννης Αραματανίδης έφυγε από τη ζωή στις 12 Οκτωβρίου 2025, αφήνοντας πίσω του ένα ανεκτίμητο μουσικό και πολιτιστικό αποτύπωμα. Η πορεία του, το ήθος του και η προσφορά του στην ποντιακή μουσική τον καθιστούν σημείο αναφοράς και έναν θρύλο της ποντιακής παράδοσης.