Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026. Χιλιάδες άνθρωποι ανεβαίνουν ξανά στο Κατήρκαγια, το ιστορικό παρχάρι του Πόντου που σήμερα είναι γνωστό στην Τουρκία ως Kadırga Yaylası. Οι πλαγιές γεμίζουν κόσμο, οι λυράρηδες παίζουν, τα νταούλια ηχούν και οι παρέες κατεβαίνουν από τις γύρω ορεινές εγκαταστάσεις χορεύοντας ομαδικά τον χορό της περιοχής.
Στο ίδιο μέρος τελείται μουσουλμανική προσευχή. Χιλιάδες πιστοί παρατάσσονται πάνω στο χορτάρι, στο περίφημο υπαίθριο τέμενος του Κατήρκαγια, ενώ η επίσημη τουρκική αφήγηση παρουσιάζει το πανηγύρι ως παράδοση που συνδέεται με τον Μωάμεθ Β΄ και την οθωμανική κατάκτηση της Τραπεζούντας (σ.σ. η παράδοση της πόλης έγινε στις 15 Αυγούστου του 1461).
Πίσω, όμως, από τη σύγχρονη μουσουλμανική μορφή του πανηγυριού διακρίνεται ένα πολύ παλαιότερο στρώμα μνήμης. Η ημερομηνία, ο ορεινός τόπος και οι μαρτυρίες των ίδιων των κατοίκων παραπέμπουν στη χριστιανική εορτή του Προφήτη Ηλία, στις 20 Ιουλίου.
Αυτόν τον κρυμμένο κρίκο εντόπισε και μετέτρεψε σε τραγούδι ο αείμνηστος Χρύσανθος Θεοδωρίδης. Το «Κατήρκαγια» δεν είναι απλώς ένα ποντιακό άσμα για ένα μεγάλο παρχαρίσιο πανηγύρι. Είναι μία συμπυκνωμένη αφήγηση για τον βίαιο εξισλαμισμό, την επιβίωση της ελληνικής γλώσσας, τους κρυπτοχριστιανούς και τη μνήμη που αρνήθηκε να πεθάνει.
Ένα παρχάρι στα σύνορα τριών περιοχών
Το Κατήρκαγια βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 2.200 μέτρων, κοντά στα σημερινά όρια Τραπεζούντας, Αργυρούπολης και Κερασούντας. Διοικητικά υπάγεται σήμερα στην περιοχή του Κιουρτούν της Αργυρούπολης, βρίσκεται όμως μόλις περίπου 25 χιλιόμετρα από την Τόνγια και αποτελεί σημείο συνάντησης πληθυσμών από πολλές γύρω περιοχές.
Στο πανηγύρι ανεβαίνουν άνθρωποι από την Τόνγια, το Σαλπαζαρί, το Ακτσάαμπατ – τα Πλάτανα δηλαδή -, το Μπεσίκντουζου, το Ντούζκιοϊ, το Κιουρτούν και άλλες κοινότητες. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μία περιορισμένη τοπική εκδήλωση, αλλά για μία από τις μεγαλύτερες παραδοσιακές συνάξεις των ορεινών περιοχών του ανατολικού Πόντου.
Το ίδιο το τραγούδι περιγράφει το Κατήρκαγια ως έναν απέραντο θερινό βοσκότοπο, με το χορτάρι να φτάνει περίπου στο μισό μέτρο και ολόκληρες οικογένειες να συγκεντρώνονται εκεί για το μεγάλο πανηγύρι.
Οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι της Τόνγιας
Στην ευρύτερη περιοχή της Τόνγιας παρέμειναν μετά την Ανταλλαγή των Πληθυσμών ελληνόφωνοι μουσουλμανικοί πληθυσμοί. Επειδή η Ανταλλαγή στηρίχθηκε στο θρήσκευμα και όχι στη γλώσσα ή στην εθνική καταγωγή, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι δεν υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους.
Έτσι, χωριά της περιοχής συνέχισαν να μιλούν μία μορφή της ποντιακής ελληνικής, τα λεγόμενα rümçe, τα ρωμαίικα. Το γλωσσικό ιδίωμα της Τόνγιας παρουσιάζει διαφορές από εκείνο που διατηρήθηκε στις περιοχές του Όφεως, της Τσαϊκάρας και των Σουρμένων. Σε αρκετά σημεία ακούγεται πιο οικείο στους Ποντίους της Ελλάδας, παρότι έχει δεχθεί ισχυρές επιδράσεις από την τουρκική γλώσσα και αναπτύχθηκε για δεκαετίες απομονωμένο από τον υπόλοιπο ελληνόφωνο κόσμο.
Αυτούς ακριβώς τους ανθρώπους συνάντησε το καλοκαίρι του 1989 ο Χρύσανθος Θεοδωρίδης.
Το ταξίδι ζωής του Χρύσανθου
Ο Χρύσανθος πραγματοποίησε το 1989 ένα από τα σημαντικότερα ταξίδια της ζωής του. Επισκέφθηκε τον Πόντο μαζί με φίλους και γνωστές προσωπικότητες του ποντιακού χώρου, μεταξύ των οποίων ο αείμνηστος ιατρός, νευρολόγος και στιχουργός Χρήστος Αντωνιάδης, ο αείμνηστος Αχιλλέας Βασιλειάδης, ο συγγραφέας και οδοντίατρος Κώστας Διαμαντίδης και ο λυράρης Κώστας Σιαμίδης.
Δεν επρόκειτο για ένα συνηθισμένο τουριστικό ταξίδι. Ήταν μία επιστροφή στη γη των προγόνων, σε μία εποχή κατά την οποία οι επισκέψεις Ελλήνων Ποντίων στις πατρογονικές εστίες δεν είχαν ακόμη αποκτήσει τη συχνότητα των επόμενων δεκαετιών.
Ο Χρύσανθος άκουσε ανθρώπους της Τόνγιας να μιλούν ποντιακά. Παρακολούθησε το πανηγύρι στο Κατήρκαγια, είδε τους κατοίκους να μπαίνουν στον χορό και κατέγραψε το πάτημά τους πάνω στη γη, τόσο δυνατό ώστε σήκωνε σύννεφα σκόνης. «Έμπαινανε ‘ς σον χορόν και εσκώνανε πολλά τοζ».
Η επίσκεψη του 1989 πέρασε απευθείας μέσα στους στίχους. Ο ίδιος αναφέρει το έτος, τους φίλους που τον συνόδευσαν και την εικόνα των ανθρώπων που αντίκρισε στο παρχάρι. Η συγκίνηση ήταν τόσο έντονη, ώστε στο τέλος του τραγουδιού εκφράζει την επιθυμία να μπορέσει να επιστρέψει εκεί.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1991, κυκλοφόρησε τον δίσκο «Χρυσή Παράδοση». Ανάμεσα στα τραγούδια του δίσκου βρισκόταν και το «Κατήρκαγια», σε στίχους και μουσική του ίδιου του Χρύσανθου.
Ο εξισλαμισμός μέσα από την προφορική μνήμη
Το τραγούδι ξεκινά με μία ευθεία αναφορά στον εξισλαμισμό των κατοίκων. Ο Χρύσανθος μεταφέρει την τοπική μνήμη για γεγονότα που τοποθετούνται περισσότερα από τετρακόσια χρόνια πριν. Η αφήγηση μιλά για μία μεγάλη συμφορά και για το δίλημμα που επέβαλε η οθωμανική εξουσία, αλλαγή θρησκείας ή θάνατος.
«Πολλά χρόνεα εμπροστά, τετρακόσια παραπάν, έρθεν ένας τρανόν γατάν και ε’έντανε Τουρκάντ. Ο σουλτάνον έλεγεν “δεν κί λογαριαζόμεν, ή θα ίνουστουν Τουρκάντ ή εσάς θα σπάζωμε”.
Δεν πρόκειται για μία χρονολογημένη ιστορική έκθεση ούτε για κρατικό έγγραφο. Πρόκειται για την προφορική μνήμη ενός πληθυσμού που διατήρησε μέσα στους αιώνες την ανάμνηση του εξαναγκασμού. Και αυτή ακριβώς είναι η σημασία της: η παράδοση δεν παρουσιάζει τη μεταστροφή ως μία αυθόρμητη και ειρηνική διαδικασία, αλλά ως αποτέλεσμα φόβου, απειλής και πίεσης.
Ο Χρύσανθος δεν σταματά, όμως, στην αλλαγή της πίστης. Το ισχυρότερο στοιχείο είναι η επιβίωση της γλώσσας. Οι κάτοικοι έγιναν μουσουλμάνοι, αλλά δεν ξέχασαν τα ποντιακά. Συνέχισαν να συνομιλούν στη γλώσσα των προγόνων τους, χρησιμοποιώντας παράλληλα και τα τουρκικά.
«Την πίστην αν έλλαξαν τη γλώσσαν κ’ενέσπαλλαν! Συντζαίνε ποντιακά, ξέρ’νε και τα τουρκικά».
Η θρησκευτική ταυτότητα μεταβλήθηκε. Η γλωσσική μνήμη άντεξε.
Ο σταυρός πάνω στο ψωμί
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η αναφορά του τραγουδιού στους κρυπτοχριστιανούς. Ο Χρύσανθος περιγράφει ανθρώπους οι οποίοι εξωτερικά εμφανίζονταν ως μουσουλμάνοι, αλλά διατηρούσαν κρυφά στοιχεία της παλαιάς χριστιανικής τους πίστης.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει τη συνήθεια να χαράσσουν το σημείο του σταυρού πάνω στο ψωμί ή στην πίτα πριν τη μοιράσουν στο τραπέζι.
«Κάθουν λόερα στο στολ, την πίταν ατείν να τρων’. Πριν να κομματιάζ΄νε ατό, ευτάν απάν έναν σταυρόν».
Μία τέτοια αναφορά δεν μπορεί από μόνη της να αποδείξει ότι ολόκληρος ο πληθυσμός της Τόνγιας ήταν κρυπτοχριστιανικός. Αποτελεί, όμως, μία σημαντική προφορική μαρτυρία για οικογενειακές πρακτικές που επιβίωσαν πίσω από κλειστές πόρτες. Μικρές κινήσεις, φαινομενικά ασήμαντες, που λειτουργούσαν ως κρυφά σημάδια συνέχειας.
Το Pontos Voice είχε αναδείξει το ζήτημα των ανθρώπων που βρέθηκαν παγιδευμένοι ανάμεσα στο Ισλάμ και στον Σταυρό, εξετάζοντας ακριβώς αυτήν την αναφορά του Χρύσανθου στους κρυπτοχριστιανούς του Πόντου.
Έπεϊ απέσ’ σ’ ατείντς είναι κρυφοχριστιανοί! “Παγιδευμένοι” ανάμεσα στο Ισλάμ και τον Σταυρό
Η «χαλαρδία» και η παράδοση που δεν έφυγε
Στις μαγνητοσκοπημένες συνομιλίες της αποστολής του 1989, ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι κάτοικοι φέρονται να εξηγούν στους επισκέπτες ότι το έθιμο του Κατήρκαγια το παρέλαβαν από τους χριστιανούς που έφυγαν μετά τη «χαλαρδία».
Η «χαλαρδία» ήταν η καταστροφή, ο μεγάλος χαλασμός. Έτσι περιέγραφαν πολλοί Πόντιοι τον ξεριζωμό και την οριστική διάλυση του κόσμου τους.
Οι χριστιανοί έφυγαν. Οι εκκλησίες ερήμωσαν ή άλλαξαν χρήση. Τα χωριά απέκτησαν άλλες θρησκευτικές αναφορές. Το πανηγύρι, όμως, παρέμεινε.
Άλλαξε το θρησκευτικό του περίβλημα, όχι όμως ο τόπος και ο χρόνος της συνάντησης.
Η 20ή Ιουλίου και ο Προφήτης Ηλίας
Η 20ή Ιουλίου, στην οποία παραπέμπει το τραγούδι, είναι η ημέρα κατά την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τον Προφήτη Ηλία. Σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο, τα ξωκλήσια του Αγίου βρίσκονται συνήθως σε κορυφές, υψώματα και ορεινά σημεία.
Η σύνδεση δεν είναι τυχαία. Ο Προφήτης Ηλίας συνδέθηκε στη λαϊκή παράδοση με τα βουνά, τον ουρανό, τη βροχή και την ανάληψή του. Γι’ αυτό και τα πανηγύρια του τελούνται σε ψηλά σημεία, εκεί όπου ο ορίζοντας ανοίγει και το ανθρώπινο βλέμμα πλησιάζει τον ουρανό.
Σήμερα το πανηγύρι του Κατήρκαγια πραγματοποιείται την τρίτη Παρασκευή του Ιουλίου και όχι υποχρεωτικά στις 20 του μήνα. Η μετακίνηση προς την Παρασκευή εξυπηρετεί τη μουσουλμανική προσευχή, που τελείται στο υπαίθριο τέμενος.
Η σύμπτωση, όμως, παραμένει εντυπωσιακή! Το πανηγύρι συνεχίζει να τελείται στο ίδιο παρχάρι και μέσα στην ίδια περίοδο του Ιουλίου. Η χριστιανική εορτή έδωσε τη θέση της στη μουσουλμανική Παρασκευή, αλλά ο κύκλος της παράδοσης δεν έσπασε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σημερινός συμμετέχων γνωρίζει ή αποδέχεται τη χριστιανική προέλευση. Η επίσημη τουρκική εκδοχή συνδέει πλέον τη γιορτή με τον Μωάμεθ τον Πορθητή και ισχυρίζεται ότι ο σουλτάνος προσευχήθηκε εκεί μαζί με τον στρατό του. Πρόκειται για την κυρίαρχη τοπική αφήγηση, πάνω στην οποία χτίστηκε το μουσουλμανικό περιεχόμενο της εκδήλωσης.
Κάτω, όμως, από αυτό το περιεχόμενο παραμένει το παλαιότερο τελετουργικό ίχνος.
Χιλιάδες άνθρωποι και το 2026
Η παράδοση δεν αποτελεί ανάμνηση ενός μακρινού παρελθόντος. Στις 17 Ιουλίου 2026, το Κατήρκαγια γέμισε ξανά από χιλιάδες ανθρώπους για το λεγόμενο «Otçu Şenliği», το πανηγύρι των θεριστών και των ανθρώπων των παρχαριών.
Οι συμμετέχοντες ξεκίνησαν από τις γύρω ορεινές εγκαταστάσεις με λύρες, νταούλια και ζουρνάδες, κατεβαίνοντας προς τον χώρο του πανηγυριού μέσα σε μεγάλους χορευτικούς κύκλους. Ακολούθησαν η υπαίθρια αγορά, οι τοπικές ενδυμασίες και η μαζική προσευχή στο χορτάρι.
Οι τοπικές αρχές κάνουν λόγο για παράδοση 565 ετών. Κάτοικοι από την Τουρκία και το εξωτερικό προγραμματίζουν ακόμη και τις άδειές τους ώστε να βρίσκονται κάθε Ιούλιο στο Κατήρκαγια, όπως διαβάζουμε σε ρεπορτάζ του πρακτορείου ειδήσεων ΙΗΑ.
Η εικόνα του 2026 μοιάζει εκπληκτικά με εκείνη που κατέγραψε ο Χρύσανθος το 1989. οικογένειες, χορός, λύρα, δυνατά πατήματα και άνθρωποι που ανεβαίνουν στο παρχάρι επειδή έτσι έκαναν οι παππούδες και οι προπάπποι τους.
Ένα τραγούδι ως ιστορικό τεκμήριο
Το «Κατήρκαγια» δεν μπορεί να διαβαστεί ως μία απλή περιγραφή ενός πανηγυριού. Μέσα σε λίγα λεπτά ο Χρύσανθος Θεοδωρίδης αφηγείται αιώνες ιστορίας, τον εξισλαμισμό, την επιβίωση της ποντιακής γλώσσας, την κρυφή διατήρηση χριστιανικών συνηθειών, τον ξεριζωμό και τη συνάντηση των Ποντίων της Ελλάδας με ανθρώπους που έμειναν πίσω.
Το τραγούδι δεν στήνει τείχος ανάμεσα στους ανθρώπους. Αντιθέτως, αναγνωρίζει επάνω τους τα σημάδια μιας κοινής και βασανισμένης ιστορίας. Ο Χρύσανθος δεν είδε στο Κατήρκαγια έναν ξένο κόσμο. Είδε ανθρώπους που χόρευαν στον ίδιο ρυθμό, μιλούσαν τη γλώσσα του και διατηρούσαν έθιμα των προγόνων τους, ακόμη και αν τα ονόμαζαν διαφορετικά.
Αυτό είναι και το μεγάλο μήνυμα του τραγουδιού. Η πίστη μπορεί να αλλάξει με τη βία. Τα ονόματα μπορεί να αντικατασταθούν. Η επίσημη ιστορία μπορεί να ξαναγραφτεί. Όταν, όμως, η γλώσσα, ο χορός και η μνήμη περνούν από γενιά σε γενιά, η αλήθεια βρίσκει τρόπο να επιβιώσει.
Κάθε Ιούλιο, όταν οι λυράρηδες ανεβαίνουν ξανά στο Κατήρκαγια, ο κύκλος του χορού ανοίγει πάνω στο παρχάρι και “τα ποδάρε αμόν κοτάν ‘ς ση γην ανοίγ’νε χαρκόν” ένα κομμάτι του παλιού Πόντου επιστρέφει. Και μαζί του επιστρέφει, έστω χωρίς να ακούγεται το όνομά του, η μνήμη του Προφήτη Ηλία.
Το αρχείο που κρατά ζωντανή τη μνήμη
Το πολύτιμο αυτό οπτικοακουστικό υλικό διασώθηκε χάρη στον Ευθύμιο Παπαδόπουλο. Το αρχείο του δεν αποτελεί απλώς μία συλλογή παλαιών καταγραφών, αλλά μία ζωντανή κιβωτό μνήμης, η οποία μας επιτρέπει να επιστρέφουμε στον Πόντο, να φωτίζουμε άγνωστες πτυχές της ιστορίας μας και να αναδεικνύουμε μαρτυρίες που διαφορετικά θα χάνονταν μέσα στον χρόνο.
Χάρη σε ανθρώπους όπως ο Ευθύμιος Παπαδόπουλος, μπορούμε σήμερα να ακούμε τη γλώσσα, να βλέπουμε τα πρόσωπα και να αναγνωρίζουμε τις παραδόσεις που επέζησαν στην πατρίδα. Καταγραφές σαν κι αυτές μάς φέρνουν πιο κοντά στα αδέλφια μας που έμειναν πίσω, στους ανθρώπους που διατήρησαν μέσα τους —φανερά ή κρυφά— τη γλώσσα, τη μνήμη και τα σημάδια της κοινής μας καταγωγής. Γιατί όσο υπάρχουν αυτά τα τεκμήρια, ο δεσμός δεν κόβεται και η πατρίδα δεν μετατρέπεται ποτέ σε μία μακρινή, σβησμένη ανάμνηση.
Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης είναι δημοσιογράφος ποντιακής καταγωγής. Οι πρόγονοί του προέρχονται από το Κοιλάδι Τραπεζούντας, το Χαμσίκιοϊ Ματσούκας και τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ).
Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου και διαθέτει μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Διοίκηση Επιχειρήσεων με ειδικότητα στο “Ηλεκτρονικό Επιχειρείν” από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής. Παράλληλα έχει πιστοποιηθεί ως αμυντικός και αστυνομικός συντάκτης από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Έχει δημοσιεύσει άρθρα, αφιερώματα και συνεντεύξεις για την ιστορία, την παράδοση και τη λαογραφία γύρω από τον ποντιακό πολιτισμό, αλλά και την ανάδειξη του ζητήματος τη γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Έχει διοργανώσει, συμμετάσχει σε εκδηλώσεις ποντιακών συλλόγων και φορέων, αναλαμβάνοντας παράλληλα την επικοινωνιακή προβολή τους. Είναι δημιουργός και παραγωγός του ντοκιμαντέρ “Αργυρουπολιτών… πορεία” της Ένωσης Ποντίων Αργυρούπολης. Γνωρίζει αγγλικά, γερμανικά και τουρκικά.
