Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
Σαν σήμερα, στις 17 Απριλίου 1922, στο Βερολίνο, γράφτηκε ένα από τα πιο εμβληματικά κεφάλαια της αρμενικής ιστορικής μνήμης, αλλά και ένα από τα πιο ηχηρά επεισόδια μεταπολεμικής τιμωρίας εγκληματιών της Οθωμανικής περιόδου. Οι Αρσαβίρ Σιρακιάν και Αράμ Γιεργκανιάν, δύο από τους εκτελεστές της μυστικής Επιχείρησης «Νέμεσις», εκτέλεσαν τον Τζεμάλ Αζμί, πρώην νομάρχη Τραπεζούντας, έναν άνθρωπο που το όνομά του συνδέθηκε με ειδεχθή εγκλήματα κατά τη διάρκεια της Γενοκτονίας των Αρμενίων.
Δεν επρόκειτο για μια μεμονωμένη πράξη εκδίκησης. Ήταν μέρος μιας οργανωμένης επιχείρησης, σχεδιασμένης από Αρμενίους που επέζησαν του μαζικού εγκλήματος και αποφάσισαν να αναζητήσουν δικαιοσύνη εκεί όπου η διεθνής κοινότητα απέτυχε να την επιβάλει.
Η ημέρα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία και για τον Πόντο. Όχι μόνο επειδή ο Τζεμάλ Αζμί υπήρξε διοικητής της Τραπεζούντας, αλλά και επειδή ο ίδιος ο ποντιακός χώρος γνώρισε από κοντά τον μηχανισμό της βίας, των εκτοπισμών και της εξόντωσης που πρώτα χτύπησε τους Αρμενίους και στη συνέχεια έπληξε ευθέως και τον Ελληνισμό της Ανατολής. Γι’ αυτό και η μνήμη της 17ης Απριλίου 1922 δεν αφορά μόνο έναν αρμενικό ιστορικό σταθμό. Αφορά συνολικά τη μνήμη των χριστιανικών λαών της Ανατολής που βρέθηκαν αντιμέτωποι με το ίδιο οργανωμένο σχέδιο βαρβαρότητας.
Ο Τζεμάλ Αζμί και η Τραπεζούντα του αίματος
Ο Τζεμάλ Αζμί δεν ήταν ένας δευτερεύων τοπικός αξιωματούχος. Ήταν ένας από εκείνους τους κρατικούς μηχανισμούς που μετέτρεψαν την πολιτική εξόντωσης των Νεοτούρκων σε καθημερινή πράξη τρόμου. Ως νομάρχης Τραπεζούντας, το όνομά του συνδέθηκε με ωμότητα που ακόμη και έναν αιώνα μετά σοκάρει.
Σύμφωνα με τις ιστορικές καταγραφές, κατά τη διάρκεια της Γενοκτονίας, ο Αζμί θεωρήθηκε υπεύθυνος για τον πνιγμό περίπου 15.000 αρμενόπουλων. Η Τραπεζούντα μετατράπηκε σε τόπο μαρτυρίου. Η θάλασσα, που για αιώνες σήμαινε εμπορική κίνηση, ζωή και επικοινωνία για τους λαούς της Μαύρης Θάλασσας, μεταβλήθηκε σε τόπο θανάτου. Παιδιά, γυναίκες, άμαχοι, ολόκληρες οικογένειες εξαφανίζονταν κάτω από το βάρος μιας κρατικής πολιτικής που επιδίωκε όχι μόνο την εκτόπιση, αλλά την εξαφάνιση.
Αυτή η εικόνα της Τραπεζούντας δεν είναι θεωρητική. Τη βρίσκουμε και μέσα από την ποντιακή μαρτυρία, μέσα από τα κείμενα και τις καταγραφές που διασώζουν την ιστορική αλήθεια. Και σε αυτό το σημείο αποκτά τεράστια σημασία όσα έγραψε ο Δημήτρης Ψαθάς στη «Γη του Πόντου».
Τι έγραψε ο Δημήτρης Ψαθάς για τη σφαγή των Αρμενίων
Ο Ψαθάς δεν γράφει ψυχρά. Δεν παραθέτει ξερά δεδομένα. Μεταφέρει τη φρίκη μέσα από ντοκουμέντα, μαρτυρίες και επίσημα κείμενα που αποκαλύπτουν όχι μόνο το μέγεθος του εγκλήματος, αλλά και την υποκρισία με την οποία αυτό οργανώθηκε.
Στη «Γη του Πόντου», ο Ψαθάς περιγράφει πώς οι Νεότουρκοι, το 1915, βρήκαν ως πρόσχημα ένα κίνημα των Αρμενίων στο Βαν και αποφάσισαν τη γενική σφαγή. Δεν προχώρησαν όμως απροκάλυπτα. Ενήργησαν «με σύστημα, σοφά, μελετημένα», όπως γράφει. Πρώτα δημοσίευσαν επίσημη «δήλωση» που υποσχόταν προστασία, προσωρινή μετεγκατάσταση, ασφάλεια, τάξη και κρατική μέριμνα για τους Αρμενίους. Στη γλώσσα του κράτους, όλα έμοιαζαν διοικητικά, προσωρινά, σχεδόν πολιτισμένα. Στην πράξη, επρόκειτο για οργανωμένο σχέδιο αφανισμού.
Ο Ψαθάς παραθέτει αποσπάσματα αυτής της διαβόητης δήλωσης της 13ης Ιουνίου 1915, όπου το οθωμανικό κράτος διαβεβαίωνε ότι οι Αρμένιοι θα μετακινούνταν σε εσωτερικές περιοχές, ότι οι περιουσίες τους θα διαφυλάσσονταν και ότι όποιος τους πείραζε στον δρόμο θα τιμωρούνταν ακόμη και με θάνατο. Ήταν, στην ουσία, το προσωπείο του εγκλήματος.
Και αμέσως μετά, ο Ψαθάς φέρνει την πραγματικότητα.
Με βάση τη μαρτυρία του τότε μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθου, περιγράφει ότι την ίδια κιόλας ημέρα της επίσημης δήλωσης, 300 από τους ζωηρότερους νέους Αρμενίους συνελήφθησαν, φορτώθηκαν σε πλοιάριο, μεταφέρθηκαν στ’ ανοιχτά, απέναντι από τα Πλάτανα, και εκεί σφαγιάστηκαν από τσέτες, με τα πτώματά τους να ρίχνονται στη θάλασσα.
Η περιγραφή γίνεται ακόμη πιο σπαρακτική όταν αναφέρεται ότι Αρμένιες μητέρες, έξαλλες από τον φόβο και την απόγνωση, παρέδιδαν τις κόρες τους στη μητρόπολη για να σωθούν από τη βία που ερχόταν. Και όταν άρχισε η έξωση, η «βαθμιαία σφαγή» ξεκίνησε αμέσως μετά την έξοδο από την πόλη.
Ο Ψαθάς είναι αμείλικτος στις λεπτομέρειες. Ο Πυξίτης ποταμός, ο Δαφνοπόταμος, «επληρώθη πτωμάτων». Παιδιά επιβιβάζονταν σε λέμβους και φορτηγίδες και ρίχνονταν στη θάλασσα για να πνιγούν. Στην περιοχή του Χαμσίκιοϊ, Αρμένιοι στρατευμένοι στα εργατικά τάγματα αναγκάστηκαν να ανοίξουν οι ίδιοι τους λάκκους τους και έπειτα εκτελέστηκαν. Τα οροπέδια γέμισαν πτώματα.
Εκεί ακριβώς καταλαβαίνει κανείς γιατί η μορφή του Τζεμάλ Αζμί έμεινε χαραγμένη ως σύμβολο φρίκης. Γιατί η εκτέλεσή του το 1922 δεν λειτούργησε μόνο ως πράξη τιμωρίας. Λειτούργησε και ως ιστορική καταγγελία.
Η πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα
Η Γενοκτονία των Αρμενίων δεν ήταν περιφερειακή τραγωδία. Ήταν η πρώτη μεγάλη γενοκτονία του 20ού αιώνα, προάγγελος του Ολοκαυτώματος και υπόδειγμα για επόμενες μαζικές εξοντώσεις. Από τον περίπου 2 εκατομμυρίων αρμενικό πληθυσμό, επιβίωσαν περίπου 500.000. Οι υπόλοιποι εξοντώθηκαν μέσα από εκτελέσεις, απελάσεις, πορείες θανάτου, πείνα, δίψα, βιασμούς, λεηλασίες και συστηματική βία.
Ο ίδιος ο Χίτλερ, όπως συχνά αναφέρεται στην ιστοριογραφία, φέρεται να είχε επικαλεστεί την ατιμωρησία για τον αφανισμό των Αρμενίων ως απόδειξη ότι τέτοια εγκλήματα ξεχνιούνται. Αυτή είναι ίσως η πιο σκοτεινή δικαίωση της φράσης ότι η ατιμωρησία ενός εγκλήματος γίνεται πρότυπο για το επόμενο.
Ο Ψαθάς, στο ίδιο έργο, ενσωματώνει και την επιστολή του Γερμανού Αρμίντ Βέγκνερ προς τον Ουίλσον, μια από τις πιο ανατριχιαστικές μαρτυρίες εκείνης της εποχής. Ο Βέγκνερ περιγράφει πορείες θανάτου, μωρά που θάβονταν πρόχειρα στις αυλές των χανιών, κομμένα κεφάλια παιδιών, γυναίκες που πέθαιναν στον δρόμο χτυπημένες με ρόπαλα, ομάδες εξόριστων που από χιλιάδες έφταναν στο Χαλέπι ως λίγες εκατοντάδες, και δρόμους γεμάτους γυμνά, πρησμένα πτώματα.
Δεν πρόκειται για εικόνες που ανήκουν μόνο στην αρμενική μνήμη. Ανήκουν συνολικά στη μνήμη της καθ’ ημάς Ανατολής. Ανήκουν και στην ποντιακή αυτογνωσία.
Πώς γεννήθηκε η Επιχείρηση Νέμεσις
Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1918, πολλοί από τους βασικούς υπαίτιους διέφυγαν στο εξωτερικό. Τα στρατιωτικά δικαστήρια στην Κωνσταντινούπολη καταδίκασαν αρκετούς ερήμην, αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Οι θύτες ζούσαν στο Βερολίνο, στη Ρώμη, στην Τιφλίδα και αλλού, συχνά ανενόχλητοι.
Αυτή η εικόνα ατιμωρησίας υπήρξε το έδαφος πάνω στο οποίο γεννήθηκε η Επιχείρηση «Νέμεσις».
Στο 9ο συνέδριο της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας (ARF), το φθινόπωρο του 1919 στο Ερεβάν, το ζήτημα της τιμωρίας των υπευθύνων τέθηκε ως κορυφαία εθνική προτεραιότητα. Καταρτίστηκε λίστα στόχων, στην οποία περιλαμβάνονταν όχι μόνο Τούρκοι και Αζέροι αξιωματούχοι, αλλά και Αρμένιοι που θεωρήθηκαν προδότες.
Το σχέδιο ονομάστηκε αρχικά «Χαντούκ Κορτζ» – ειδική επιχείρηση. Η υλοποίησή του ανατέθηκε σε στενό και απόλυτα μυστικό δίκτυο. Επικεφαλής ήταν ο Καρεκίν Παστερματζιάν, ενώ βασικό ρόλο στην οργάνωση και τη χρηματοδότηση είχαν οι Αγκόπ ντερ Αγκοπιάν και Ααρόν Σατσακλιάν. Στην τελική της μορφή, η επιχείρηση έλαβε το όνομα «Νέμεσις», από τη θεότητα της θείας δίκης.
Οι εντολές προς τους εκτελεστές ήταν σαφείς: μυστικότητα, ακρίβεια, αποφυγή άσκοπων θυμάτων, αποφυγή σύλληψης αν ήταν δυνατόν. Δεν επρόκειτο για τυφλή τρομοκρατία. Ήταν στοχευμένη εκτέλεση συγκεκριμένων προσώπων που θεωρούνταν αρχιτέκτονες ή εκτελεστές της Γενοκτονίας.
Οι τιμωροί και οι εκτελέσεις
Η αρχή έγινε στις 19 Ιουνίου 1920 στην Τιφλίδα, όταν ο Αράμ Γιεργκανιάν εκτέλεσε τον πρωθυπουργό του Αζερμπαϊτζάν Φαταλί Χαν Χοϊσκί, που θεωρήθηκε υπεύθυνος για τη σφαγή των Αρμενίων στο Μπακού το 1918.
Η πιο γνωστή πράξη της Νέμεσις σημειώθηκε στις 15 Μαρτίου 1921, όταν ο Σογομών Τεχλιριάν εκτέλεσε τον Ταλαάτ Πασά στο Βερολίνο. Η δίκη που ακολούθησε μετατράπηκε σε παγκόσμιο κατηγορητήριο για τη Γενοκτονία. Ο Τεχλιριάν αθωώθηκε και η υπόθεσή του έγινε σύμβολο ηθικής καταδίκης των ενόχων.
Ακολούθησε στις 18 Ιουλίου 1921 η εκτέλεση του Μπεχμπούτ Χαν Τζιβανσίρ στην Κωνσταντινούπολη από τον Μισάκ Τορλακιάν, ως υπεύθυνου της σφαγής 20.000 Αρμενίων στο Μπακού.
Στις 5 Δεκεμβρίου 1921, στη Ρώμη, ο Αρσαβίρ Σιρακιάν εκτέλεσε τον Σαϊτ Χαλίμ Πασά, πρώην μεγάλο βεζίρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Και έπειτα ήρθε η 17η Απριλίου 1922.
Στο Βερολίνο, ο Αρσαβίρ Σιρακιάν μαζί με τον Αράμ Γιεργκανιάν εκτέλεσαν τον δρ. Μπεχαεντίν Σακίρ, έναν από τους βασικούς οργανωτές της γενοκτονικής πολιτικής, και τον Τζεμάλ Αζμί, τον «δήμιο της Τραπεζούντας». Η πράξη αυτή είχε ιδιαίτερο βάρος, καθώς αφορούσε έναν άνθρωπο που είχε συνδέσει το όνομά του με φρίκη στην περιοχή του Πόντου.
Το καλοκαίρι του 1922 ακολούθησε και η εκτέλεση του Τζεμάλ Πασά στην Τιφλίδα, ενός εκ των τριών κορυφαίων μορφών της νεοτουρκικής τριανδρίας.
Συνολικά, μέσα σε δύο χρόνια, η Νέμεσις εκτέλεσε οκτώ υψηλόβαθμους Τούρκους ή Αζέρους αξιωματούχους και τρεις Αρμένιους προδότες. Γι’ αυτό και ο Σιμόν Βρατσιάν τη χαρακτήρισε «Νυρεμβέργη των Αρμενίων».
Η αρμενική Νέμεσις και η ποντιακή μνήμη
Για έναν χώρο όπως το Pontos Voice, η μνήμη της Νέμεσις δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από τη μοίρα του Πόντου. Η Τραπεζούντα, η Σαμψούντα, η Αμάσεια, η Μερζιφούντα, τα χωριά και οι πόλεις του μικρασιατικού και ποντιακού χώρου γνώρισαν τον ίδιο μηχανισμό: διοικητικές διαταγές, ψευδείς διαβεβαιώσεις, τάγματα εργασίας, εκτοπίσεις, πείνα, πορείες θανάτου, σφαγές, εξαφανίσεις.
Ο Ψαθάς το δείχνει καθαρά. Το ίδιο κράτος που οργάνωσε τον αφανισμό των Αρμενίων στην Ανατολία και στον Πόντο, στράφηκε αργότερα με την ίδια λογική και κατά των Ελλήνων. Οι μέθοδοι μοιάζουν ανατριχιαστικά ίδιες, επίσημη γλώσσα «ασφάλειας», πρακτική εξόντωσης. Στην πραγματικότητα, η σφαγή των Αρμενίων αποτέλεσε το πρόπλασμα για όσα θα ακολουθούσαν.
Ακριβώς γι’ αυτό, το «σαν σήμερα» της 17ης Απριλίου δεν είναι απλώς αρμενικό. Είναι μια μέρα μνήμης για όλους όσοι γνωρίζουν τι σήμαινε ο νεοτουρκικός μηχανισμός στην πράξη.
Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης είναι δημοσιογράφος ποντιακής καταγωγής. Οι πρόγονοί του προέρχονται από το Κοιλάδι Τραπεζούντας, το Χαμσίκιοϊ Ματσούκας και τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ).
