Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου
Στις 5 Ιανουαρίου, παραμονή των Φώτων στον Πόντο, γινόταν ο αγιασμός των υδάτων μόνο μέσα στην εκκλησία και πάνω σε μια εξέδρα στολισμένη με κλαδιά. Κατόπιν ο παπάς γυρνούσε στα σπίτια και τ’ αγνίαζε με την αγιαστούρα του, ψάλλοντας το τροπάριο «Εν Ιορδάνη…», ενώ οι πιστοί έριχναν κέρματα «απές σο παρχάτσ’», το οποίο κρατούσε ένας μικρός που συνόδευε τον παπά.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα των ποντιακών Φώτων ήταν το μνημόσυνο των νεκρών που γινόταν την Παραμονή της γιορτής των Θεοφανείων.
Για να μην ξεχνούν οι νεότεροι το χρέος τους στους παλιότερους, έγκαιρα τους μάθαιναν ένα τετράστιχο:
Τα Φώτα θέλω το κερί μ’
και Των Ψυχών κοκκία (κόλυβα)
και την Μεγάλ’ Παρασκευήν
έναν μαντήλιν δάκρυα !
Έστρωναν τραπέζι όχι για φαγητό, αλλά για να κάνουν το «λημόνεμαν», το μνημόσυνο. Τοποθετούσαν το εικονοστάσι πάνω στο τραπέζι, έβαζαν ένα ταψί γεμάτο με σιτάρι και στη μέση τοποθετούσαν την καντήλα. Γύρω από την καντήλα έβαζαν σταυρωτά τέσσερα κεριά. Όλα τα μέλη της οικογένειας κάθονταν γονατιστά γύρω από το τραπέζι. Δίπλα στους μεγάλους έπαιρναν θέση και τα παιδιά για να βιώνουν και να συνεχίσουν την παράδοση. Ο αρχηγός της οικογένειας μοίραζε τα κεριά σε όλους. Με απόλυτη σιωπή και κατάνυξη άναβαν ένα κερί για κάθε πεθαμένο. Το συγκινητικό είναι ότι στο τέλος άναβαν και ένα κερί για αυτόν που δεν είχε κανέναν στον κόσμο να του ανάψει κερί, να τους θυμηθεί «για τοι καρίπ΄ς και τ΄ έρημους» (για τους ξένους, τους φτωχούς και τους έρημους, τους μόνους). Άναβαν και ένα κερί στην μέση του τραπεζιού λέγοντας: «όλ΄ οι αποθαμέν΄αδά να τερούν». Άναβαν και ένα κερί στο εικονοστάσι, ένα στην πόρτα του σπιτιού και ένα στην πόρτα του στάβλου.
Τα κεριά τα άναβε ένα- ένα η καλομάνα, δηλαδή η γιαγιά ή η οικοδέσποινα. Κανείς δεν έφευγε από την θέση του μέχρι να καούν όλα τα κεριά. Ακολουθούσε το «λημόνεμαν», το μνημόσυνο. Η γιαγιά ή η νοικοκυρά άρχιζε να εκφωνεί τα ονόματα των νεκρών, «πάππων προς πάππων και γονέων προς γονέων». Για τον κάθε νεκρό ανέφεραν στοιχεία από την ζωή του. Πόσα χρόνια έζησε, τι δουλειά έκανε και ό,τι άλλο θυμόταν από τη ζωή και τη δράση του. Άρχιζαν με τα ονόματα των αντρών της οικογένειας, μετά με τους συγγενείς της γυναίκας και τέλος πάντα αναφέρονταν και τα ονόματα του δεξάμενου και της δεξαμέντζας (του νονού και της νονάς). Αν γνώριζαν πεθαμένους κρυπτοχριστιανούς της περιοχής τους έκαναν και για αυτούς το λημόνεμαν αναφέροντας τα χριστιανικά τους ονόματα. Μετά από κάθε όνομα έλεγαν όλοι μαζί: Ο Θεόν να σχωρνά τον.
Τα αποκέρια τα πήγαιναν στην εκκλησία, ενώ το σιτάρι ή το ψωμί με τα οποία είχαν στηρίξει τα κεριά, δεν τα έτρωγαν ποτέ, τα έδιναν στις κότες ή σε ζητιάνους. Μετά το τέλος του δρώμενου αποχωρούσαν, χωρίς να ξεστρώσουν όμως το τραπέζι. Το άφηναν «αρματωμένο», στρωμένο δηλαδή για να «τρώγνε οι αποθαμέν» όπως έλεγαν ενώ στο κέντρο του τοποθετούσαν μία φέτα ψωμί με τέσσερα κεριά αναμμένα σε σχήμα σταυρού.
Το Λημόνεμαν το θεωρούσαν κάτι πολύ σπουδαίο, ένα χρέος στους πεθαμένους που περνούσε από γενιά σε γενιά. Οι γιαγιάδες έλεγαν στα εγγόνια «πουλίμ απ΄εσέν τιδέν κι θέλω,τα Φώτα μαναχόν να μη ανασπάλτς με, να αφ΄ς με κερίν»(παιδί μου δεν θέλω τίποτα από σένα, να μην με ξεχάσεις μόνον τα Φώτα, να με ανάψεις κεριά).

Η Παναγιώτα Ιωακειμίδου είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ερευνήτρια και εκπαιδεύτρια ποντιακής διαλέκτου. Διδάσκει ποντιακά ανά την υφήλιο, μέσω Πλατφόρμας Τηλεδιασκέψεων. Ανήκει στην τρίτη γενιά προσφύγων από τον Πόντο. Γεννήθηκε στο Κλείτος Κοζάνης από αγρότες γονείς και Πόντιους με καταγωγή από το Απέξ. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης και υπηρέτησε τη Μέση εκπαίδευση Φιλολογώντας. Ερευνήτρια της Ποντιακής Μητρικής Γλώσσας, δίδαξε την Ποντιακή Διάλεκτο στο Πανεπιστήμιο “Μακεδονία” Θεσσαλονίκης και αρθρογραφώντας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.
