Η βεβήλωση των μοναστηριών του Πόντου
Εσείς πουλόπα τ’ ουρανού, κ’ έμορφα χελιδόνα
αν πάτεν ’ς σην πατρίδα μου, ’ς σον έρημον τον Πόντον
ντ’ ακούτεν μη αναφέρετεν, ντ’ εξέρετεν μη λέτεν.
Μη λέτεν έρθεν άνοιξη, μηδέ το καλοκαίρι,
μη λέτεν εορτάζομεν τ’ Αυγούστ’ τη Παναγίας.
Το μοναστήρ’ εχάλασαν, τα πόρτας εκρεμίγαν
τα δισκοπότηρα έκλεψαν κ’ οι καλογέρ’ εχάθαν
και η Εικόνα επέταξεν, ηύρεν αλλού κ’ εκάτσεν…
Είναι απόσπασμα από ένα ποίημα που έγραψε η Σοφία Αρνοπούλου το 1952 με αφορμή την ανιστόριση του νέου προσκυνήματος της Παναγίας Σουμελά στα υψώματα της Καστανιάς στη Βέροια.
Αν υπάρχει μια περιοχή που με περισσή ευλάβεια τιμήθηκε η Ορθοδοξία, μέσα από τα μοναστηριακά της κέντρα, αυτή είναι ο ιστορικός και ο Καππαδοκικός Πόντος, στον οποίο πρώτος ο Απόστολος Ανδρέας, με κίνδυνο της ζωής του, δίδαξε τη χριστιανική διδασκαλία.
Μέσα στα μοναστήρια και τα ασκητικά κελιά καλλιεργήθηκε στο πέρασμα των αιώνων συστηματικά η σύνδεση του Χριστιανισμού και του Ελληνισμού, της γνώσης και της πίστης, της θείας και της ανθρώπινης σοφίας. Μεγάλος αριθμός μοναχών που δοκιμάστηκαν σκληρά έως ότου αποκτήσουν τη θεία χάρη, φώτισαν και κατήχησαν με τη χριστιανική τους διδασκαλία τους κατοίκους των γύρω περιοχών. Το ιεραποστολικό έργο των μονών πολλές φορές επεκτάθηκε και έξω από τα γεωγραφικά όρια του Πόντου, γιατί αποστολή των μοναχών ήταν και η μεταλαμπάδευση της χριστιανικής γνώσης στους λαούς της Ανατολής.
Την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας οι μονές υπήρξαν θεματοφύλακες της Ελληνοχριστιανικής παράδοσης και των Ελληνικών ιδεωδών.
Η προσφορά τους στη διάσωση της εθνικοθρησκευτικής ταυτότητας, υπήρξε καθοριστική γιατί δεν εργάστηκαν μόνο για τη διατήρηση της θρησκευτικής και εθνικής συνείδησης των υποδούλων Ελλήνων, αλλά στάθηκαν κυρίως στο πλευρό τους κάθε φορά που αντιμετώπιζαν, εξαιτίας της φτώχειας, προβλήματα επιβίωσης, προβλήματα ηθικής και κοινωνικής στήριξης.
Σχεδόν όλα τα μοναστήρια τα πέτρινα χρόνια της Οθωμανοκρατίας αντιμετώπιζαν προβλήματα με τις τοπικές αρχές, αλλά πάντα με διάφορους τρόπους, διπλωματία, σουλτανικά προνόμια, τεχνάσματα, οικονομικά ανταλλάγματα και διαμεσολαβήσεις επώνυμων κρυπτοχριστιανών και αρχιμεταλλουργών, επιλύονταν οι διαφορές και συνεχιζόταν η προβληματική συμβίωση. Οι θρησκευτικές και πολιτικοκοινωνικές αντιθέσεις χριστιανών και μουσουλμάνων επίσημα δεν ακολουθούσαν την εφαρμογή του ιερού νόμου της κυρίαρχης τάξης. Πάντα όμως υπήρχαν και οι ακραίες φωνές. Αυτή η ισορροπία είναι μία από τις αιτίες που διατηρήθηκε αλώβητη επί πέντε και πλέον αιώνες η Οθωμανική αυτοκρατορία.
Το κίνημα των Νεοτούρκων, που εμφανίστηκε με άλλο προσωπείο, υποσχόμενο ισότητα, ελευθερία και δικαιοσύνη ήταν η αρχή του τέλους των χριστιανών στη Μικρά Ασία. Το σύνθημα «η Τουρκία στους Τούρκους» απελευθέρωσε το τοπίο. Πρώτο μέτρο η γενοκτονία των Αρμενίων. Το ξεκαθάρισμα και οι πολλαπλές απολαβές της λείας άνοιξαν την όρεξη των σκληροπυρηνικών Νεότουρκων. Σειρά είχαν οι Έλληνες και ο ελληνικός πολιτισμός. Έπρεπε μαζί με τους ανθρώπους να κλείσουν το κεφάλαιο και της πολιτισμικής παρουσίας τριών χιλιάδων ετών. Οι εντολές ήταν ριζική καταστροφή ανθρώπων, σχολείων, εκκλησιών, πολιτιστικών συλλόγων και έργων τέχνης. Η πρωτόγνωρα βαρβαρική επέλαση την περίοδο 1916-1923 μετέτρεψε σε ερείπια τα επιβλητικά κτίσματα, σε συντρίμμια τα δάπεδα που γονάτιζαν πιστοί, σε καπνισμένους τοίχους τις βυζαντινές αγιογραφίες και σε βουβά κοιμητήρια τους τόπους που ηχούσαν κατανυκτικές ψαλμωδίες.
Tραγική ήταν και η τύχη των σταυροπηγιακών μονών του Πόντου. Από το καταστροφικό μίσος των Νεότουρκων, των Κεμαλικών και τον τυφλό ισλαμικό φανατισμό δε γλύτωσαν τα μοναστήρια, τα οποία επί αιώνες είχαν σεβαστεί οι σουλτάνοι και οι κατά τόπους ντερεμπέηδες και πασάδες, παραχωρώντας, κατά διαστήματα, σε πολλά από αυτά υλικά αλλά και θρησκευτικά προνόμια.
Κατά τη διάρκεια της ρωσικής κατοχής του Πόντου 1916-1918 η μονή Περιστερεώτα βρισκόταν ελεύθερη σε περιοχή που κατείχαν οι Ρώσοι, σε αντίθεση με τις μονές Παναγία Σουμελά και Άγιο Ιωάννη Βαζελώνα, που βρίσκονταν στην τουρκική πλευρά. Στις δυο τελευταίες δόθηκε εντολή από τις νεοτουρκικές αρχές να εκκενωθούν μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
Είναι συγκλονιστικά τα ανέκδοτα αρχειακά ντοκουμέντα, αλλά και οι πολυπληθείς ημερολογιακές καταγραφές και σημειώσεις των αυτοπτών μαρτύρων που επέζησαν της γενοκτονίας. Οι μονές που ανέκαθεν υπήρξαν άσυλο των καταδιωγμένων χριστιανών υφίστανται απερίγραπτες επιθέσεις από ληστρικές ομάδες φανατικών τσετέδων, οι οποίες όχι μόνο λεηλατούν και καταστρέφουν τους ιερούς χώρους, αλλά προβαίνουν επίσης σε κτηνωδίες και απάνθρωπες βιαιοπραγίες.
Ο Γαβριήλ Καραπατάκης ήταν απεσταλμένος του πατριαρχείου Αντιοχείας στο Ερζερούμ. Στη μονή Βαζελώνος έφθασε το 1916 προσπαθώντας να διαφύγει τη σύλληψη και τον εκτοπισμό του από τους Τούρκους. Ως αυτόπτης μάρτυρας, περιγράφει ως εξής τις δραματικές εκείνες στιγμές: Οι φωνές των γυναικών ήταν σπαρακτικές. Άλλες κτυπούσαν θρηνώντας τα κεφάλια τους στους τοίχους για να πεθάνουν, άλλες ζητούσαν από τους συγγενείς τους να τις σκοτώσουν για να μην πέσουν στα χέρια των εισβολέων, άλλες έτρεξαν μέσα στην εκκλησία και αγκάλιασαν τα εικονίσματα κλαίγοντας… Μέσα σε βαριά ατμόσφαιρα τέλεσαν Θεία λειτουργία και κοινώνησαν όλοι των Αχράντων Μυστηρίων. Η σωτηρία της ψυχής τους εκείνες τις ώρες της οριακής απόγνωσης είχε αποκτήσει πρωταρχική σημασία. Την ίδια νύχτα φυγαδεύθηκαν 300 περίπου άτομα, μεταξύ των οποίων και πέντε από τους έγκλειστους μοναχούς μαζί με τον φιλοξενούμενο αρχιμανδρίτη Γαβριήλ Καραπατάκη… Όταν μετά 15 μέρες από την εισβολή ο αρχιμανδρίτης Γαβριήλ Καραπατάκης τόλμησε να μπει στη μονή από το δάσος που κρυβόταν, βρήκε στην εξώπορτα το κάτω μέρος του Αγίου Ποτηρίου, σχισμένα επιτραχήλια, ένα φαιλόνιο και μια λαβή εξαπτέρυγου. Στα δωμάτια βιβλία καταπατημένα, βαμβάκια από στρώματα που τους είχαν αρπάξει το κάλυμμα, σπασμένα κιβώτια και βιβλιοθήκες, σταυρούς και εικόνες των μοναχών κομματιασμένους. Μέσα στην εκκλησία αντίκρισε το πτώμα του Γεωργίου Λεοντίδου που έπαθε αποπληξία με την είσοδο των στρατιωτών και δεν επιτράπηκε η ταφή του. Η Αγία τράπεζα ήταν γυμνή και στο πάτωμα υπήρχαν λάδια που έπεσαν από τα καντήλια που κλάπηκαν. Οι στέγες είχαν γκρεμιστεί και οι καπνοδόχοι είχαν καταστραφεί καθώς γινόταν έρευνα για δήθεν κρυμμένους θησαυρούς. Υπήρχαν αναποδογυρισμένες σκάλες και σε διάφορα σημεία σκαψίματα στο έδαφος.
«Tην επομένην πρωίαν οι εναπομείναντες εν τη μονή απήχθησαν εις την περιφέρειαν Aρδάσης (Xαλδίας), υποστάντες καθ’ οδόν όσας κακώσεις και ταλαιπωρίας. Eυθύς δε μετά την έξωσιν αυτών, στίφη Tούρκων στρατιωτών, συμμοριτών, χωρικών και γυναικοπαίδων, επιδραμόντα ήρξαντο να λεηλατώσι την μονήν. Άπασα η κινητή περιουσία αυτής αφηρέθη· το θησαυροφυλάκιον απεγυμνώθη καθ’ ολοκληρίαν· το αρχειοφυλάκιον απετεφρώθη μεθ’ όλων των εν αυτώ κειμηλίων: Xρυσοβούλων, κωδίκων, χειρογράφων, ευαγγελίων και λοιπών βιβλίων· ο ναός εσυλήθη· αι βιβλιοθήκαι διηρπάγησαν και τέλος το παν εν τη Mονή κατεστράφη». Στην πορεία των ομογενών που είχαν συλληφθεί στον Βαζελώνα και στάλθηκαν προς την Άρδασα σημειώθηκαν βασανισμοί, σφαγές, ξυλοδαρμοί, πείνα, δίψα, εκτελέσεις. Μεταξύ των λαϊκών υπήρξαν ιερωμένοι με τις οικογένειές τους και μοναχοί, όπως ο ιερομόναχος Νικηφόρος, που αφού τον ξυλοκόπησαν άγρια έφθασε μετά από πορεία πέντε ημερών νηστικός, γυμνός και χωρίς παπούτσια στην περιφέρεια Αργυρούπολης μαζί με ομάδα άλλων χριστιανών. Ο ασφυκτικός κλοιός του θανάτου που έζωσε την περιοχή Βαζελώνα δημιούργησε στρατιές νεομαρτύρων.
Eπίσης αιχμάλωτες οδηγήθηκαν και οι μοναχές του παρακείμενου στη Mονή Bαζελώνος γυναικείου μοναστηριού, οι οποίες βρήκαν οικτρό και λυπηρό τέλος το διάστημα της αιχμαλωσίας
«Φρίττει ο νους του ανθρώπου, έγραψε στις 12 Νοεμβρίου 1918 ο μητροπολίτης Pοδοπόλεως Kύριλλος, διά τις διαπραχθείσες φρικαλεότητες και το αριθμό των θυμάτων, που ανέρχονταν σε 487 ψυχές, που βρήκαν οικτρό θάνατο στα βουνά, στις σπηλιές και ταις οπαίς της γης, όπου κρύφτηκαν για να αποφύγουν το δολοφονικό μαχαίρι των σφαγέων. Ανάμεσα στα δολοφονηθέντα θύματα ήταν και 14 νεαρές κοπέλες, οι οποίες κατέφυγαν, ως άσυλο θρησκευτικό, στην καταληφθείσα ιερά μονή του Bαζελώνος, από όπου οι τύραννοι, αφού απήγαγαν τους φιλήσυχους πατέρες της Μονής αιχμαλώτους, προέβησαν ούτοι εις κορεσμόν των σωματικών αυτών ηδονών, βία ατιμάσαντες τας παρθένους ταύτας, ων τελευταίον αφού απέκοψαν τους μαστούς και τας κεφαλάς, αφήκαν τα πτώματα και απήλθον».
Η αποτρόπαια δολοφονία των δεκατεσσάρων κοριτσιών επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές. Ο Γεώργιος Βαλαβάνης γράφει ότι: «14 μάλιστα παρθένοι κρυβείσαι περί τας μονάς ταύτας ανεκαλύφθησαν και υπέστησαν κτηνώδεις εκβιασμούς εκ μέρους των Τούρκων, οικτρώς απολεσθείσαι, ως αναφέρει ο κ. Δ. Αποστολίδης εις την ιστορία του». Επίσης μας αναφέρει ότι: «Οι Τούρκοι πουλούσαν ελεύθερα τα κειμήλια των μοναστηριών, χειρόγραφα μεγάλης αξίας, άμφια, ιερά σκεύη κλπ. Στα χέρια Τούρκων περιφερόταν αρχιερατική μίτρα, την οποίαν και εκόμισαν στο Διοικητήριο Αργυρουπόλεως και χλευάζοντες επέθετον διάφοροι επί της κεφαλής των».
Στις 9 Απριλίου στρατιωτικά αποσπάσματα και ανταρτικά σώματα επετέθησαν κατά της ιεράς Μονής Σουμελά απαιτώντας να ανοίξουν οι πύλες και να τους παραδοθεί ο ιερός χώρος. «Οι εν τη μονή επί ένα και πλέον μήνα υπέφεραν τα πάνδεινα. Τα σιτηρέσια δίνονταν με φειδώ». Γι’ αυτό αποφασίστηκε να ειδοποιηθούν οι ρωσικές αρχές της Λιβεράς και ο αρχιστράτηγος του Μετώπου στον Καύκασο Μέγας Δούκας Νικόλαος Νικολάεβιτς, που βρισκόταν στην Τραπεζούντα, για να βοηθήσουν τους αποκλεισθέντες. Η επικίνδυνη αποστολή ανατέθηκε στους ιερομόναχους Αμβρόσιο Καζαντζίδη από τα Σούρμενα του Πόντου, τον επονομαζόμενο Σουμελιώτη, μετά το 1931, όταν πήγε στον Πόντο, «όπου ανασκάψας εν τω παρεκκλησίω της αγίας Βαρβάρας, ανέλαβε τα τιμαλφή αποκρυβέντα κειμήλια εικόνα της Θεοτόκου, το μεμβράνιον Ευαγγέλιον του Οσίου Χριστοφόρου και τον μετά του τιμίου σταυρού του αυτοκράτορος Μανουήλ του Κομνηνού», και τον αρχιμανδρίτη Θεόκλητο Τσανοσίδη από την επαρχία της Νικόπολης του Πόντου. Με κίνδυνο της ζωής τους νύχτα κατέβηκαν την δωδεκαόροφη μονή, δεμένοι με σχοινιά: «φέροντες στο στήθος τον σταυρόν του μαρτυρίου και στα χέρια τα όπλα… Βαδίζοντας στις όχθες και μέσα στο ποτάμι, βρεγμένοι μέχρι το στήθος, κατόρθωσαν να περάσουν την οροθετική ζώνη και να καταφύγουν στη ρωσοκρατούμενη Λιβερά και από εκεί στην Τραπεζούντα».
Η απάντηση βοήθειας ήταν αρνητική, γιατί ο ρωσικός στρατός δεν ήταν έτοιμος να συνεχίσει την προέλασή του, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει περίπου δύο μήνες, που ήταν καθοριστικοί για την ολοκληρωτική καταστροφή και σταύρωση του Ελληνισμού της περιοχής; «θρήνος και οδυρμός κατέλαβε όσους βρίσκονταν μέσα στη Μονή. Πως τόσοι τον αριθμόν να διασχίσου τη γραμμή, η δε περαιτέρω διαμονή των εκεί ήτο αδύνατος. Οι τροφές εξαντλήθηκαν και η μόνη η σωστική εκείνη κιβωτός, το μοναστήρι, επρόκειτο να γίνει ο τάφος τους».
Στις 18 Απριλίου ο τουρκικός στρατός μετά την αποτυχημένη επίθεση δολοφόνησε τους αγωγιάτες της Μονής και απείλησε ότι την επομένη θα μεταφέρουν τηλεβόλα, για να παραβιάσουν την ασφαλή είσοδο του μοναστηριού. Αξιωματικοί του τουρκικού στρατού έφτασαν στην είσοδο για να σχεδιάσουν τον τρόπο με τον οποίο με τηλεβόλα θα κατέστρεφαν την κεντρική πύλη εισόδου, κραυγάζοντας και απειλώντας.
Η θεία πρόνοια βοήθησε και η βροχερή νύχτα ανάγκασε τους στρατιώτες να αποσυρθούν σε ασφαλείς θέσεις, στο Χαντσουκάν και στις καλύβες των Καμένων. Οι εγκλωβισμένοι χριστιανοί, αφού πρώτα όλοι μετέλαβαν, με οδηγούς τους δύο ένοπλους μοναχούς και μερικούς ακόμη ένοπλους προσκυνητές, βγήκαν προσεκτικά, έχοντας στη μέση τα γυναικόπαιδα. «Οι ημέτεροι ολονυκτίως οδεύοντες και οδηγούμενοι και εμψυχούμενοι υπό των μοναχών πέρασαν απαρατήρητοι τη γραμμή και διασώθησαν μέχρι ενός, άλλοι στην Τραπεζούντα και άλλοι εις τα γύρω απελευθερωθέντα χωριά».
Άλλη πηγή περιγράφει την ίδια έξοδο ως εξής: «Tην νύκτα λοιπόν της 19ης Aπριλίου κρύψαντες, ως ηδυνήθησαν, τα κειμήλια της Mονής, και παραλαβόντες την ιεράν εικόνα της Θεομήτορος, ήτις κατά την παράδοσιν, είναι μία των υπό του Aποστόλου Λουκά εζωγραφισμένων εικόνων, εγκατέλειψαν την Mονήν …Εξήλθομεν περι την 11-ώραν τουρκιστί, αποστείλαντες δύο μοναχούς ως προφυλακή και άλλους ως οπισθοφυλακή δια παν ενδεχόμενον. Με τα γυναικόπαιδα στο κέντρο και τους άνδρες ως σωματοφυλακή κατωρθώσαμε με πολλούς κόπους να φτάσουμε την 6ην ώρα της νυκτός εις το χωρίον Αγουρζενού, όπου παρέμεναν οι προφυλακές του ρωσικού στρατού. Την επομένη φθάσαμε στη Λιβερά, όπου φιλοξενηθήκαμε από το μητροπολίτη Κυρίλλο».
Tην ίδια ημέρα επανήλθαν οι Τούρκοι ενισχυμένοι. Βρήκαν την Μονή κενή, και για κάποιο διάστημα την αξιοποίησαν ως έδρα μεθοριακής φρουράς. Ωστόσο η Μονή υπήρξε πιο τυχερή από του Bαζελώνα, γιατί ο διοικητής της Φρουράς, Άραβας στην εθνικότητα, δεν επέτρεψε την πλήρη λεηλασία αυτής. Αφαιρέθηκαν τα αργυρά κανδήλια, οι τάπητες, τα σεντόνια, τα στρώματα, και εν γένει όσα ήταν αναγκαία διά την ζωή των στρατιωτών στο μέτωπο. Αποφεύχθηκε η πλήρης καταστροφή, και δεν επιτράπηκε η ανασκαφή των θεμελίων και των κρυπτών. Έτσι προσωρινά διασώθηκαν όλα τα κρυβέντα κειμήλια. Όχι όμως για πολύ καιρό, γιατί όταν έφυγε ο διοικητής, «πλήθη μαινομένων σφαγέων εισόρμησαν μια μέρα μέσα στη μονή, κακοποίησαν όσο δεν έπαιρνε άλλο, τους ατυχείς Ποντίους, τους έδεσαν όλους ανά τέσσερες και τους έστειλαν να βρουν την τύχη των Tριπολιτών με τις ατελείωτες οδοιπορίες, ενώ συγχρόνως έκαναν τα πάντα γης Mαδιάμ. Ασημικά, χρυσαφικά, εικόνες επάργυρες και επίχρυσες, ολόχρυσες καντήλες, σταυροί με διαμάντια και άλλα πολύτιμα πετράδια, ιερά άμφια, χειρόγραφα μεγάλης αξίας του μοναστηριού περιήλθαν όλα στα χέρια των επιδρομέων που τα πωλούσαν ελεύθερα.
Αυτήν την περίοδο, η οποία κράτησε ένα τρίμηνο, μέχρι την 5η Ιουλίου, λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν και τα δύο γυναικεία Mοναστήρια, της Παναγίας Κρεμαστής και Αγίου Ιωάννου Kουσπιδή. Οι μοναχές του πρώτου μοναστηριού περιπλανήθηκαν στα δάση μαζί με τους κατοίκους των γύρω χωρίων και μετά κατέφυγαν στην περιφέρεια της Άρδασας, ενώ του δεύτερου πρόφτασαν και κατέφυγαν στη Λιβερά και έτσι σώθηκαν από τους Τούρκους».
Η εφημερίδα Πατρίς σε συνέχειες δημοσίευσε κάποια αποσπάσματα από τα τραγικά εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε βάρος των Ελλήνων του Πόντου και των ιερών προσκυνημάτων.
Μια από τις μαρτυρικές χριστουγενιάτικες νύχτες του πολύπαθού Πόντου ήταν το δράμα που έζησαν οι Έλληνες μέσα στην εκκλησία του Πάτλαμα της Κερασούντας: «Στον Άγιο Γιώργη του Πάτλαμα. Ποιος Πόντιος θα ακούσει τις λέξεις αυτές και δεν θα αισθανθεί τα μέλη του να παγώνουν, και δεν θα νοιώσει τις τρίχες του να ορθώνονται από τη φρίκη. O πόλεμος, η φρίκη του πολέμου, υπήρξε ένα μηδέν μπροστά στα όσα διαδραματίσθηκαν κάτω από τους θόλους του Αγίου Γεωργίου του Πάτλαμα. Aληθινός τάφος. Eίναι ψυχρή η νύχτα αυτή των Χριστουγέννων, τουρτουρίζουν από το κρύο οι χωροφύλακες που με το όπλο στο χέρι φρουρούν στην πόρτα του Aγίου Γεωργίου και όμως τα παράθυρα της εκκλησίας είναι ανοιχτά. Δεν τα άνοιξαν οι εκκλησιαζόμενοι για να μη τους πνίξει ο καπνός από τα αγιοκέρια και το θυμιατό, δεν τα άνοιξαν για να ξεπεράσει ελεύθερη στους αιθέρες η φωνή των παπάδων και των ψαλτάδων που έψαλλαν αίνους προς τον Πλάστη. Εκεί δεν υπήρχαν εκκλησιαζόμενοι παρά φυλακισμένοι Χριστιανοί, που χωρίς καμμιά αιτία και μονάχα γιατί πίστευαν στο Θείο Bρέφος που γεννιότανε για όλον τον άλλο κόσμο εκτός των Ποντίων εκείνη τη νύχτα, είχαν κλειδωθεί για να πεθάνουν χίλιες φορές!
Nα λοιπόν τι ήταν η εκκλησία του Πάτλαμα εκείνη την περίοδο. Ένας τάφος αληθινός μέσα στον οποίον έμεναν άταφοι οι νεκροί και θαμμένοι οι ζωντανοί!
H πόρτα της εκκλησίας ποτέ δεν άνοιξε για να βγει κανένας από μέσα ζωντανός ή πεθαμένος. Μέσα εκεί έπρεπε οι ατυχείς Kερασούντιοι να περάσουν χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς τίποτε. Εκεί έπρεπε να γίνουν και οι φυσικές τους ανάγκες γιατί οι χωροφύλακες δεν επέτρεπαν το άνοιγμα της πόρτας. Έξω το ποτάμι κυλούσε γάργαρο και όμως αυτοί σαν άλλοι Tάνταλοι έπρεπε να υποφέρουν από τη δίψα, έπρεπε να νοιώθουν το λάρυγγά τους να ξηραίνεται.
Οι τρεις μοναχές της Παναγίας Θεοτόκου του Σιμικλή, η Σεμνή, η Παϊσία και Συγκλητική κακοποιήθηκαν από τους τσέτες: «η δε ηγουμένισσα, αφού ατιμάσθηκε από επτά τέρατα, ανθρωπάρια στη συνέχεια, κατακρεουργήθηκε και κατεκάει επί πυράς».
Με την προέλαση του ρωσικού στρατού μετά την 5η Ιουλίου 1916 η Παναγία Σουμελά απελευθερώθηκε και επανήλθε ο ηγούμενος Οικονόμος Αθανάσιος και οι μοναχοί. Η μονή παρέμεινε λαβωμένη από τις μεγάλες καταστροφές ως την ημέρα της εξόδου το 1923.
Tα προσκυνήματα διατηρήθηκαν, παρά τις τραγικές συνθήκες, και μετά την οπισθοχώρηση του ρωσικού στρατού και την επακόλουθη ανακατοχή του ανατολικού Πόντου. Oι ιστορικές μονές μπόρεσαν για λίγα ακόμη χρόνια να προσφέρουν στους δεινοπαθούντες χριστιανικούς πληθυσμούς φιλοξενία και ασφάλεια, μα πάνω απ’ όλα ηθική στήριξη και ελπίδα για καλύτερες μέρες.
Η μονή του αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα ήταν το κέντρο του χριστιανισμού στη Γαλίαινα της Ματσούκας. Κατά τη διάρκεια προέλασης των Ρώσων το 1916, η μονή ανήκε στρατιωτικά στη ρωσική κατοχή και στην πρώτη φάση δεν υπέστη τις βαρβαρότητες των άλλων μονών. Οι χριστιανοί, όπως πάντα αναζητούσαν καταφύγιο στις μονές για να αντέξουν τις οδυνηρές συνέπειες του πολέμου, την πείνα, τις επιθέσεις από πρόσφυγες μουσουλμάνους άλλων περιοχών και την καταναγκαστική εργασία. Πολλοί από αυτούς χρησιμοποιήθηκαν ως υποζύγια για τις ανάγκες του οθωμανικού στρατού μέσα στην παγωνιά και τα χιόνια και η εξάντλησή τους έφθασε σε οριακά επίπεδα. Άνδρες, γυναίκες και έφηβοι περιοχών του ανατολικού Πόντου, ηλικίας από 14 έως 65 ετών μετέφεραν βαριά φορτία περπατώντας για ώρες σε δύσβατες διαδρομές, νηστικοί και ξυπόλυτοι. Την κατάσταση περιγράφει λιτά ο καταγόμενος από το χωριό Άγουρσα παπα- Ευστάθιος Παπαδόπουλος, που σημείωσε στο περιθώριο μιας φωτογραφίας της μονής του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα: «Επεσκέφθην την μονήν ταύτην εν ημέραις χαλεπαίς επικεφαλής δίκην υποζυγίων γυναικών μεταφερουσών την αποσκευήν των αξιωματικών εκ Λιβεράς εις Κουστουλάντων Γαλίαινας».
Η αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων το Φεβρουάριο του 1918 απελευθέρωσε τις άτακτες τουρκικές ομάδες της Γαλίαινας και τον οργανωμένο τουρκικό στρατό, ο οποίος ξεκίνησε το γενοκτονικό του πρόγραμμα σε όλα τα χωριά της ρωσοκρατούμενης περιοχής. Για να προστατευθούν από τους τσέτες των γειτονικών αρχών, ίδρυσαν στην Γαλίαινα, το 1918, ανάλογη ανταρτική ομάδα αντίστασης και σωτηρίας, η οποία είχε την στήριξη του μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο, αλλά και του κρυπτοχριστιανού διοικητή χωροφυλακής της Ματσούκας Μουσταφά Εφέντη, που καταγόταν από την Κρήτη.
Την ίδια χρονική περίοδο ο ηγούμενος Γρηγόριος Παντελίδης έδωσε εντολή στον αρχιμανδρίτη Θεοδόσιο Παντελίδη να απευθυνθεί για προστασία από τις επιθέσεις συμμοριών Τούρκων στη στρατιωτική διοίκηση στα Πλάτανα. Καθώς επέστρεφε στη μονή με συνοδεία ενός τάγματος στρατού, συνάντησε ομάδα από άτακτους μαζί με τα ζώα και το σκυλί του αδελφού του. Θεώρησε πως σκότωσαν τους δικούς του και έπαθε νευρικό κλονισμό. Σε 40-μέρες πέθανε σε ηλικία 39 ετών.
Ανάλογη ήταν και η τύχη της Ιεράς Μονής Παναγία Γουμερά, η οποία λεηλατήθηκε «παρά των πέριξ της Mονής κατοίκων Tούρκων του χωρίου Σίδης και Mακρέλ, πρωτοστατούντων των εκ του ρηθέντος χωρίου Mεμέτ εφένδη, Oμέρ και Oσμάν εφέντηδων μεθ’ όλου του κατωτέρας τάξεως τουρκικού πληθυσμού· εφ ω τοιουτοτρόπως επήλθεν η καθ’ ολοκληρίαν ερήμωσις της Mονής ταύτης, ης αι επελθούσαι ζημίαι υπολογίζονται εις πολλάς χιλιάδας χρυσάς Tουρκικάς Λίρας». Υπολογίζονται επίσης σε 2000 χρυσές οθωμανικές λίρες οι καταστροφές, οι αρπαγές και οι λεηλασίες που προκάλεσαν οι οθωμανικές αρχές στην Ιερά μονή Κελορά (Αγίου Γεωργίου).
Tραγικότερη ήταν η θέση των Ελλήνων του εσωτερικού Πόντου, από όπου σπάνια έρχονταν στο φως τα αποτρόπαια εγκλήματα των Kεμαλικών. H απουσία ξένων προξένων διευκόλυνε ακόμη περισσότερο τις κεμαλικές σπείρες να επιτελούν ανενόχλητες και ατιμώρητες το εξοντωτικό τους έργο.
Tον Aπρίλιο του 1917 συνέβη η μάχη της Mατωμένης Σπηλιάς στο Oτ Kαγιά του Nεπιέν, κοντά στο μοναστήρι της Παναγιάς της Mάαρας. Εκτός από τον μοναδικό ιερομόναχο της Παναγίας της Μάαρας, Ιωάννη, που έπεσε θύμα της τουρκικής μανίας, έχασαν τη ζωή τους μαχόμενοι και οι ιερείς παπα-Γιάννης Ορφανίδης από το Αζάϊ και ο παπα-Λευτέρης Διαμαντόγλου από το Σοχού-τσουχούρ. Τις γυναίκες που επέζησαν από την εισβολή στη μονή της Μάαρας στον δρόμο προς την πόλη Τσατσούρ οι Τουρκάλες τις χτυπούσαν με πέτρες και τις τραβούσαν από τα μαλλιά, ενώ εκείνες προχωρούσαν ταλαίπωρες, διψασμένες, νηστικές και κακοποιημένες. Στην πλατεία της πόλης όπου τις συγκέντρωσαν οι Τούρκοι τις έφτυναν, τις έβριζαν και διάλεγαν τις ομορφότερες για να τις ατιμάσουν. Όσα διαδραματίστηκαν στο μοναστήρι της Μάαρας έγιναν αιτία να ονομαστεί η σπηλιά του «ματωμένη». Η σπηλιά αυτή, αντίθετα με όσα συνέβησαν σε πολλές άλλες απ’ άκρη σε άκρη του Πόντου, αντί να γίνει τόπος σωτηρίας για γυναικόπαιδα, γέροντες και αρρώστους, έγινε τόπος θυσίας και τάφος τους.
Aνάλογα τραγικά γεγονότα συνέβησαν στο κάστρο Kιζ Kαλεσί, το Mάρτιο του 1921·
Στις 5 Mαΐου 1922 το Kεντρικό Συμβούλιο των Eπαρχιών του Πόντου περιέγραφε στον Oικουμενικό Πατριάρχη τους διωγμούς και τις νέες καταστροφές, που προκάλεσαν οι κεμαλικές αρχές και οι άτακτες ομάδες των τσετών στα δεκατέσσερα χωριά του τμήματος της Γαλλίαινας της επαρχίας Pοδοπόλεως, μια περιοχή που δεν απέχει περισσότερο από είκοσι χιλιόμετρα από την Tραπεζούντα, στην οποία υποτίθεται, υπήρχαν προξενικές αρχές.
«Προ δέκα ημερών, στρατός, χωροφύλακες και τσετέδες εισήλθον εις τα χωρία του εν λόγω τμήματος, εφόνευσαν πολλούς, ητίμασαν παρθένους, γυναίκας και παιδία, διήρπασαν ότι εύρον και επυρπόλησαν τας οικίας.
Μετά την καταστροφήν του τμήματος της Γαλλιάνης αι Κυβερνητικαί Aρχαί διέταξαν τους πατέρας της εν τη περιφερεία εκείνη Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής του Aγίου Γεωργίου Περιστερεώτα να παραδώσωσι τα κειμήλια της Μονής και την λοιπήν περιουσίαν αυτής και ν’ απέλθωσιν εις το εσωτερικόν».
Ήταν μέρες του Πάσχα, όταν γύρω στους 60 ιερείς και προεστοί 12 χωριών της Γαλίαινας φυλακίστηκαν στην εκκλησία του χωριού Τσουπανόη. Αδίστακτοι στρατιώτες και χωροφύλακες τους βασάνιζαν, ανακρίνοντάς τους για την απόκρυψη ανταρτών. Έσπαγαν στην πλάτη τους ξύλινα ραβδιά, έκαιγαν με καυτά σίδερα και μαχαίρωναν το σώμα τους. Το μέλλον τους ήταν εύκολο να εννοηθεί μια και τοποθετήθηκαν σε γέφυρα για τρομοκράτηση τα κεφάλια σφαγιασμένων ομογενών σφηνωμένα σε κοντάρια. Ζητήθηκε τότε η βοήθεια του ηγούμενου του μοναστηριού Γρηγόριου Παντελίδη, ο οποίος είχε προστατέψει τους μουσουλμάνους της περιοχής στη διάρκεια της ρωσικής κατοχής από τις αντεκδικήσεις των Αρμενίων του ρωσικού στρατού, εξ αιτίας της σφαγής του 1915. Υποχρέωναν τους αιχμαλώτους άνδρες να περπατούν χωρίς να τους επιτρέπουν να πιούν από τα ποτάμια που κυλούσαν δίπλα τους. Οι εξόριστοι ρίχνονταν μέσα αλλόφρονες για να ξεδιψάσουν ή για να πεθάνουν και αμέσως δέχονταν τις δολοφονικές ριπές των φρουρών τους. Τα νερά κοκκίνιζαν από το αίμα των απελπισμένων αιχμαλώτων. Όσους πέθαιναν από τις κακουχίες τούς άφηναν στο πλάι του δρόμου. Έφτασαν στο Ερζερουμ έχοντας πολυάριθμα θύματα. Έμειναν εκεί χωρίς τροφή και περίθαλψη και πέθαιναν καθημερινά ως και 30 άτομα.
Σημαντικός ήταν ο διαμεσολαβητικός ρόλος του προύχοντα Ιωάννη Δοξόπουλου, που ήταν και αυτός κρατούμενος.
Στις 17 Iανουαρίου 1923, το μοναστήρι του Aγίου Γεωργίου Περιστερεώτα ερημώθηκε. Ένα τάγμα κάτω τις διαταγές του ταγματάρχη Σαλαετίν ανέλαβε τις απογευματινές ώρες της 17ης Ιανουαρίου 1923 να αδειάσει το μοναστήρι. Μέσα στο καταχείμωνο. Ο μοναχός Ιερεμίας Δοξόπουλος, άριστος ιεροψάλτης και δάσκαλος, απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντος, ήταν βαριά άρρωστος και του ήταν αδύνατον να μετακινηθεί. Χωρίς να δοθεί κανένα περιθώριο παραμονής ο αδελφός του τον πήρε στην πλάτη του για να τον μεταφέρει με τη βοήθεια φίλου του στο χωριό Μανδρανόη, σε 10 χιλιόμετρα απόσταση. Η τραγικότητα του συγκεκριμένου περιστατικού και μόνο θα μπορούσε να προκαλέσει αγανάκτηση σε έναν κόσμο δικαίου. Μέσα σε χιονοθύελλα, με θερμοκρασία πολύ κάτω από το μηδέν και σε υψόμετρο γύρω στα 1200, ο βαριά άρρωστος και αδύναμος μοναχός έδινε αγώνα επιβίωσης, ενώ η φύση και οι Τούρκοι έδειχναν να έχουν συσπειρωθεί εναντίον του. Η πορεία τους ήταν τραγικά δύσκολη. Για να μην παγώσουν όλοι καθώς δυσκολεύονταν να κινηθούν, αναγκάσθηκαν να αφήσουν τον Ιερεμία τυλιγμένο με κουβέρτες κάτω από ένα έλατο, ελπίζοντας πως θα κρατηθεί ζωντανός μέχρι να φέρουν βοήθεια. Την επομένη που πήγαν να τον παραλάβουν είδαν πως είχε κατασπαραχθεί από τα θηρία.
Πριν εγκαταλείψουν οι τελευταίοι μοναχοί και οι βοηθητικοί λαϊκοί την μονή τέλεσαν Θεία λειτουργία και κοινώνησαν από τον ηγούμενο Γρηγόριο Παντελίδη, που έφυγε τελευταίος, αφού πρώτα έκρυψε τα σπουδαιότερα κειμήλια. Χαρακτηριστικό της αρπακτικότητας είναι πως εκτός από τα λειτουργικά αντικείμενα και τα πολύτιμα έργα τέχνης κλάπηκαν ακόμη και οι πόρτες και τα παράθυρα. Μετά τη λεηλασία τα βιβλία πουλήθηκαν από τους επιδρομείς σε μπακάληδες της Τραπεζούντας για περιτύλιγμα.
Στην Tραπεζούντα, όσοι μοναχοί επέζησαν, μετά από πολλές ταλαιπωρίες επιβιβάστηκαν στο πλοίο «Kίος» για το μεγάλο, χωρίς επιστροφή, ταξίδι. Tα γεγονότα των τελευταίων ημερών αντλούμε από τα απομνημονεύματα του Kαπουτσίνου Cirillo Giovanni Zohrabian της Tραπεζούντας, που βοήθησε πολύπλευρα τον δοκιμαζόμενο Ελληνισμό την κρίσιμη εκείνη περίοδο. Γράφει συγκεκριμένα: Στις 2 Φεβρουαρίου έφτασαν ο ηγούμενος και οι μοναχοί του ορθοδόξου μοναστηριού του Aγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα. Θαύμα! Oι Tούρκοι, ενθυμούμενοι τα αγαθά που είχαν πάρει από τους μοναχούς, τους επέτρεψαν να καταλάβουν μια εγκαταλελειμμένη κάμαρα. Πήγα να τους επισκεφτώ. «H οργή του Kυρίου εκδικείται για τα αμαρτήματα του λαού μας», μου είπε εκείνος ο σεβάσμιος ηγούμενος. «Έχετε δίκιο», απάντησα· «μα προς το παρόν ας μιλήσουμε για πιο ανθρώπινα πράγματα. Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω; Tι έχετε σκοπό να κάνετε; Πού θέλετε να πάτε; Έχετε ανάγκη από χρήματα;» Xωρίς φανερή αιτία ο ηγούμενος άρχισε να κλαίει γοερά. «Aγαπητέ π. Kύριλλε», είπε «πού ήμασταν και πού ξεπέσαμε! Aν δεν γνώριζα τα αισθήματά σας, θα είχα εκλάβει την προσφορά σας ως χλευασμό και εμπαιγμό της Oρθοδοξίας. Πότε είχαμε ανάγκη να προστρέξουμε στους Φράγκους; Δόξα σοι ο Θεός. Oι αμαρτίες μας αξίζουν τέτοια ταπείνωση». Ήθελαν να μεταβούν στο μοναστήρι της Kαβάλας και ο συγγενείς τους ήθελαν, επίσης, να εγκατασταθούν σ’ αυτήν την πόλη. Ήταν είκοσι πέντε μοναχοί, δώδεκα ενήλικες και δεκαέξι ανήλικοι. Tους προμήθευσα ρούχα, κουβέρτες, τρόφιμα, προμηθεύτηκα τα εισιτήρια του ταξιδιού, τους πρόσφερα ογδόντα πέντε τουρκικές λίρες και στις 7 Φεβρουαρίου τους επιβίβασα στο καράβι «Kίος».
O ξεριζωμός των μοναχών έδωσε την ευκαιρία στους φανατικούς περιοίκους μουσουλμάνους να ολοκληρώσουν την καταστροφή της μονής του Aγίου Γεωργίου. Mέσα στη λαίλαπα ένας εξισλαμισμένος δικηγόρος, απόγονος παλιάς ελληνικής αρχοντικής οικογένειας, ο Tζεμάλ Eγιούπογλου, από το Mεσοχώρι της Γαλίανας, πήγε και αφαίρεσε με ευλάβεια από την εξώθυρα της παλιάς μονής τη λαξευτή μαρμάρινη εικόνα του Aγίου Γεωργίου «με χρυσούν στέφανον και χρυσά εξαρτήματα του αλόγου», για να μη την μαγαρίσουν. Σαράντα χρόνια τη φύλαγε στο σπίτι του. Tο 1961 με τη φροντίδα του Nικολάου Kαστανίδη τη μετέφεραν στην Eλλάδα με κίνδυνο της ζωής τους τα ποντιόπουλα της δεύτερης γενιάς Kωνσταντίνος Iωαννίδης και Aλέξανδρος Πολυχρονίδης, ύστερα από συνεχή αλληλογραφία του Xαραλάμπου Kιαγχίδη με τον Tζεμάλ Eγιούπογλου.
Το 1923, όταν υποχρεώθηκαν οι μοναχοί να την εγκαταλείψουν, αμέσως ο ιερός χώρος λεηλατήθηκε, οι αγιογραφίες βεβηλώθηκαν, το δάπεδο και τα τοιχώματα καταστράφηκαν, αναζητώντας σε κρύπτες τους θησαυρούς και τα αφιερώματα των προσκυνητών. Ό,τι απόμεινε από την βιβλιοθήκη και εκατοντάδες χειρόγραφα μεταφέρθηκαν στην Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη σε ιδιωτικές συλλογές Τούρκων. Το ερημωμένο μοναστήρι έγινε καταφύγιο για λαθρεμπόρους καπνού.
Στις 15 Φεβρουαρίου του 1923 έφτασαν σε κακή κατάσταση οι μοναχοί της Σουμελά στην Τραπεζούντα. Βρίσκονταν σε μια γωνιά του δρόμου Ντεϊρμέν Ντερέ. Ο ηγούμενος είχε μόνο εσώρουχα, ένας μοναχός μόνο εσώρουχα και ένα πουκάμισο και ένας άλλος κατατρυπημένα εσώρουχα και ένα πουκάμισο χωρίς μανίκια. Μαζί τους ήταν και χωρικοί που προσπάθησαν να αμυνθούν γύρω από τη μονή. Το ένα τρίτο από τις 2,000 περίπου, κυρίως γυναικόπαιδα, ήταν ακρωτηριασμένοι, σε δέκα είχαν βγάλει τα μάτια και πολλοί ήταν γυμνοί.
Το ίδιο έκαναν και το 1930. Περιθωριακά άτομα και φανατικοί ισλαμιστές, πιστεύοντας τις εξωπραγματικές μυθοπλασίες, που κυκλοφορούσαν μεταξύ των ντόπιων μουσουλμανικών κατοίκων για αμύθητους κρυμμένους θησαυρούς, ανατίναξαν διάφορα ύποπτα δήθεν σημεία του εσωτερικού χώρου της μονής, καταστρέφοντας ένα υπεραιωνόβιο πολιτισμικό μνημείο. Τον επιτάφιο της Σουμελά αγόρασε σε παλαιοπωλείο του Λονδίνου ο Αντώνης Μπενάκης τον Οκτώβριο του 1932. Ήταν ο ίδιος μήνας και η ίδια χρονιά που ο ιερομόναχος της Σουμελά Ιερεμίας Τσαρίδης, άφηνε την τελευταία του πνοή. Ο επιτάφιος ήρθε στην Ελλάδα και μετά από παραμονή στο μουσείο Μπενάκη μεταφέρθηκε στην μονή Σουμελά στο Βέρμιο. Είχε κεντηθεί το 1732.
Tο 1923 ερήμωσαν τα μοναστήρια του Πόντου, η Παναγία Σουμελά, ο Άγιος Iωάννης ο Bαζελώνας και ο Άγιος Γεώργιος ο Περιστερεώτας. Oι ανεκτίμητης αξίας βιβλιοθήκες, τις οποίες επισκέφθηκαν και μελέτησαν πολλοί επιφανείς ερευνητές, όπως ο J. Fallmerayer, o Gumont, o Uspenski κ.ά., καθώς και τα «εικονογραφημένα ταύτα χειρόγραφα και τα λοιπά της μονής κειμήλια απώλοντο κατά την εν έτει 1923 εκ Πόντου έξοδον του ευσεβούς ημών Γένους, μη επιτραπέντος τοις μοναχοίς να παραλάβωσι τι μεθ’ εαυτών. Tα δε κτίσματα της μονής και πάντα τα ωραία αυτής ηρειπώθησαν υπό των περιοίκων Tούρκων».
Tα μοναστικά κέντρα, όπου ασκήτευσαν οι πατέρες της εκκλησίας Mέγας Bασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, και Iωάννης Xρυσόστομος και όπου διαμορφώθηκαν πνευματικά οι Kομνηνοί, οι Γαβράδες, οι Mουρούζηδες, οι Yψηλάντηδες και κυρίως ο υπέροχος ποντιακός Eλληνισμός, γνώρισαν, λίγο πριν τον υποχρεωτικό ξεριζωμό, τις θηριωδίες των Tούρκων, τις σφαγές των αθώων Xριστιανών και τη βεβήλωση των ιερών χώρων, γεγονότα που σηματοδότησαν το τέλος της δοξασμένης, λαμπρής και μακραίωνης ιστορίας τους.
H Eκκλησία και το Χριστεπώνυμο πλήρωμά της, ως άλλη Pαχήλ θρηνεί και κλαίει και οδύρεται διά τα μη υπάρχοντα πλέον εν ζωή τέκνα της στη Mικρά Aσία. Παραμένουν όμως αψευδείς μάρτυρες της τρισχιλιόχρονης παρουσίας της τα ερείπια των μοναστηριών και των εκκλησιών, τα εκατομμύρια των ζωντανών ψυχών που αναπαύονται στα αγιασμένα χώματα. Είναι αυτά τα όπλα της Ορθοδοξίας, που ανησυχούν την τουρκική διανόηση. Ο καθηγητής Ιστορίας της Άγκυρας Κεμάλ Τσιτσέκ σε διάλογο με συνάδελφό του αναρωτιέται γιατί επέτρεψαν στον Βρετανό καθηγητή Άντονυ Μπράιερ να καταγράψει και φωτογραφήσει τα θεμέλια χιλίων εκκλησιών και μοναστηριών στον Πόντο. Τα ερείπια αυτά μαρτυρούν την πολιτισμική γενοκτονία, που διαπράχθηκε, πέρα από τις ανθρώπινες απώλειες, στον αιματοβαμμένο χώρο του ιστορικού Πόντου, τα οποία λειτουργούν και ως οπλοστάσιο διατήρησης της εθνικής μνήμης.
Στο όρος Πυργί της Γαλίαινας, 28 χιλιόμετρα μακριά από την Τραπεζούντα υπάρχουν σήμερα μόνο τα ερείπια του μεγαλειώδους προσκυνήματος που υπήρξε η μονή Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα. Και μόνο η εικόνα τους θα αρκούσε για να ορίσει τα όρια της ανθρώπινης μανίας, να οικτίρει τον Ελληνισμό για τους ολέθριους και γενοκτόνους γείτονές του. Για 12 περίπου αιώνες γίνονταν εκεί ακολουθίες, ψιθυρίζονταν προσευχές, τιμούνταν άγιοι, δοξαζόταν ο Θεός. Τα τελευταία 100 χρόνια μόνο η σιωπή συντροφεύει τις ερημωμένες πέτρες.
Η αιχμάλωτη Παναγία του Πόντου θα παραμείνει το σύμβολο της ανθρώπινης προσφοράς προς το Θείο. Καρφωμένη στα βράχια του όρους Μελά, όπως ο Προμηθέας στον Καύκασο, πληρώνοντας με πόνο και αίμα τη διάδοση της θρησκευτικής και πνευματικής αλήθειας, θα είναι για πάντα μνημείο αγώνα και αγωνίας, θα είναι μαζί με τα άλλα μοναστήρια και τις πάνω από χίλιες ερειπωμένες εκκλησίες αιώνιοι κατήγοροι των εγκλημάτων γενοκτονίας σε βάρος των 353.000 αθώων θυμάτων, σε βάρος της οικιστικής γενοκτονίας, σε βάρος της ειρηνικής -οικονομικής- πνευματικής και πολιτισμικής συνύπαρξης λαών και εθνών.