Σταλίζω – Από την αρχαία λέξη στην ποντιακή ποίηση
” Τον ήλον θα σταλίζω, τα λίβε θα τσουμίζω”
Η λέξη «σταλίζω» στην ποντιακή διάλεκτο έχει πλούσια και πολυδιάστατη σημασία. Προέρχεται από το δωρικό στάλιξ, που στα αρχαία ελληνικά σήμαινε «πάσσαλος, ξύλινο στήριγμα», όπου δένονταν δίχτυα ή σχοινιά.
Η χρήση του στάλικα ήταν κυρίως πρακτική: για την αγροτική ή ναυτική τεχνική, οι στάλικες στήριζαν δίχτυα, σχοινιά ή άλλα αντικείμενα. Αρχαία παραδείγματα περιλαμβάνουν φράσεις όπως:
«τὰ δίχτυα ἐπὶ στάλικος ἔθηκαν» (Τα δίχτυα τα έβαλαν πάνω σε πάσσαλους)
«καὶ τοὺς κάβους ἐπὶ στάλικας ἔδεν» (και τα σχοινιά τα έδεσε πάνω σε πάσσαλους).
Η έννοια της λέξης ήταν σαφώς υλική και πρακτική, αλλά στη συνέχεια η ποντιακή διάλεκτος την εξελίσσει σε «σταλίζω», με πιο ευρύ και μεταφορικό νόημα: στηρίζω, στερεώνω, σταματώ, φροντίζω, προστατεύω.
Αυτό φαίνεται καθαρά στα παραδείγματα από την ποντιακή ποίηση:
«Όντες ριγάς θα λες μ’ ατο, τον ήλον να σταλίζω
κι όντες διψάς, μικρόν αρνί μ’,
τα λίβε θα τσουμίζω»
Με άλλα λόγια, όταν κρυώσεις, θα «σταλίσω τον ήλιο», δηλαδή θα τον σταματήσω για να σε προστατεύσω, και όταν διψάς, θα «στύψω τα σύννεφα» για να σου δώσω νερό. Η εικόνα του στύψιμου των σύννεφων είναι εξαιρετικά ποιητική και δημιουργεί ένα συναίσθημα φροντίδας και στοργής.
Η ίδια εικόνα επανέρχεται αργότερα και στον Νίκο Γκάτσο:
«Κι αν θα διψάσεις για νερόθα στύψουμε ένα σύννεφο.»
Η λέξη σταλίζω εμφανίζεται επίσης σε δημοτικά τραγούδια με πρακτικότερο νόημα:
«Ντο δίς με, πρωτομάστορα, σταλίζω το γεφύρι σ’» → στερεώνω το γεφύρι, ενισχύω τη σταθερότητά του.
«Εστάλ’τσα τ’ άλογον» → σταμάτησα το άλογο.
«Δος με Θέ μ’ το γιατρικόν ντο θα σταλίζ’ τα πόνε μ’» → δος μου θεέ μου, γιατρικό που σταματά τους πόνους..
Από τα παραπάνω φαίνεται η διπλή διάσταση της λέξης: από τη μία, η συγκεκριμένη, υλική (πάσσαλος, γεφύρι, άλογο) και από την άλλη η μεταφορική και συναισθηματική (φροντίδα παιδιών, προστασία από τον ήλιο ή τη δίψα).
Εξέλιξη της λέξης «σταλίζω»
Περίοδος / Χρήση
Λέξη
Σημασία / Χρήση
Σχόλια
Αρχαία ελληνικά
στάλιξ
πάσσαλος, ξύλινο στηρίγμα
Χρησιμοποιείται σε αγροτικά και ναυτικά πλαίσια για δέσιμο διχτύων ή σχοινιών.
Ποντιακή διάλεκτος
σταλίζω
στηρίζω, στερεώνω
Η λέξη επεκτείνεται από το πρακτικό στο συμβολικό: προστασία, φροντίδα.
Δημοτικά τραγούδια
σταλίζω
σταμάτησα, φρόντισα, ενίσχυσα
Πρακτική χρήση σε γεφύρια, άλογα, παιδιά
Ποιητική / μεταφορική
σταλίζω
σταματώ τον ήλιο, στύβω σύννεφα
Υπέροχες εικόνες φροντίδας και υπερβατικής προστασίας, όπως στον Ν. Γκάτσο.
Συνολικά, η λέξη «σταλίζω» αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα για το πώς η ποντιακή διάλεκτος συνδέει την καθημερινή πράξη με τη λογοτεχνική φαντασία, μετατρέποντας ένα υλικό στήριγμα σε μέσο προστασίας και στοργής, που μπορεί να «σταματήσει τον ήλιο» ή να «στύψει τα σύννεφα».
Από το υπό έκδοση βιβλίο μου ίσως βάλω τίτλο “Οι λέξεις του Πόντου ανασαίνουν ακόμα”
Γιώτα Ι.


Η Παναγιώτα Ιωακειμίδου είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ερευνήτρια και εκπαιδεύτρια ποντιακής διαλέκτου. Διδάσκει ποντιακά ανά την υφήλιο, μέσω Πλατφόρμας Τηλεδιασκέψεων. Ανήκει στην τρίτη γενιά προσφύγων από τον Πόντο. Γεννήθηκε στο Κλείτος Κοζάνης από αγρότες γονείς και Πόντιους με καταγωγή από το Απέξ. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης και υπηρέτησε τη Μέση εκπαίδευση Φιλολογώντας. Ερευνήτρια της Ποντιακής Μητρικής Γλώσσας, δίδαξε την Ποντιακή Διάλεκτο στο Πανεπιστήμιο “Μακεδονία” Θεσσαλονίκης και αρθρογραφώντας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.