Ο Ισραηλινός αναλυτής δεν αντιμετωπίζει τη 19η Μαΐου ως μια απλή ημέρα μνήμης των Ελλήνων του Πόντου, αλλά ως «τη μέρα που δικάζεται ο ίδιος ο χάρτης της Άγκυρας».
Με μια ιδιαίτερα σκληρή, πολιτικά φορτισμένη και ιστορικά αιχμηρή ανάρτηση για τη 19η Μαΐου, ο Ισραηλινός αναλυτής Σάι Γκαλ αναφέρεται στην ημέρα μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, συνδέοντάς τη ευθέως με το ίδιο το ιδεολογικό θεμέλιο του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Η ανάρτησή του συνοδεύεται από φωτογραφία της καταστροφής της Σμύρνης.

Ο Γκαλ δεν αντιμετωπίζει τη 19η Μαΐου ως μια απλή ημέρα μνήμης των Ελλήνων του Πόντου, αλλά ως «τη μέρα που δικάζεται ο ίδιος ο χάρτης της Άγκυρας». Με μια σειρά ιστορικών και συμβολικών αναφορών, υποστηρίζει ότι πίσω από τα σημερινά τουρκικά τοπωνύμια εξακολουθούν να «αναπνέουν» οι ιστορικές ελληνικές, αρμενικές και ασσυριακές ταυτότητες της Μικράς Ασίας.
«Η Σμύρνη δεν εξαφανίστηκε από τη λέξη Ιζμίρ. Η Τραπεζούντα εξακολουθεί να αναπνέει κάτω από την Τραπζόν της Άγκυρας. Η Αμισός κάτω από τη Σαμψούντα. Η Κερασούντα κάτω από το Γκιρεσούν», αναφέρει χαρακτηριστικά, επιμένοντας πως τα παλιά ονόματα δεν αποτελούν νοσταλγία αλλά «αποδεικτικά στοιχεία».
Στην ανάρτησή του, ο Σάι Γκαλ επιτίθεται ανοιχτά στο αφήγημα του παντουρκισμού και της λεγόμενης «τουρανικής καθαρότητας», υποστηρίζοντας ότι για να οικοδομηθεί η εθνική μυθολογία της σύγχρονης Τουρκίας έπρεπε να εξαφανιστεί η ίδια η Ανατολία που αποδείκνυε το αντίθετο.
Κατά τον ίδιο, το τουρκικό κράτος δεν εξόντωσε μόνο «ξένους», αλλά «κατάπιε τους ίδιους τους λαούς που συγκροτούσαν την κοινωνία της Ανατολίας»: Έλληνες, Αρμένιους, Ασσυρίους, Κούρδους, Λαζούς, Γεωργιανούς, Κιρκάσιους, Εβραίους και Άραβες.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η αναφορά του στην αλλοίωση της ιστορικής μνήμης μέσω της μετονομασίας πόλεων, χωριών και ανθρώπων. «Οι γιαγιάδες έγιναν φήμες. Οι παππούδες έγιναν παραλείψεις. Οι εκκλησίες έγιναν τρόπαια. Οι γλώσσες περιορίστηκαν σε ψιθύρους μέσα στις κουζίνες», γράφει, περιγράφοντας μια διαδικασία ιστορικής και πολιτισμικής εξάλειψης.
Ο Γκαλ χαρακτηρίζει τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου όχι μόνο ως φυσική εξόντωση πληθυσμών, αλλά ως καταστροφή ολόκληρου πολιτισμού. Αναφέρεται στον Πόντο, την Ιωνία, την Καππαδοκία, την Ανατολική Θράκη και τη Σμύρνη, τονίζοντας ότι η μέθοδος ήταν συγκεκριμένη: «σκότωσαν τους ανθρώπους, άδειασαν τα χωριά, κατέλαβαν τις εκκλησίες, έκλεισαν τα σχολεία, πήραν τα σπίτια και μετά άλλαξαν τον χάρτη».
Σύμφωνα με τον ίδιο, γι’ αυτό η Άγκυρα «πανικοβάλλεται» όταν επανέρχονται τα παλιά ονόματα. «Ένα όνομα ξανανοίγει τον φάκελο. Ένα όνομα διαλύει το άλλοθι», σημειώνει.
Σε ένα από τα πιο αιχμηρά σημεία της ανάρτησης, ο Ισραηλινός αναλυτής κάνει λόγο για «ιστορικό κανιβαλισμό», υποστηρίζοντας ότι το σύγχρονο τουρκικό κράτος «έφαγε το ίδιο του το παρελθόν και βάφτισε τη χώνεψη nation-building».
Παράλληλα, συνδέει τις γενοκτονίες των αρχών του 20ού αιώνα με μεταγενέστερες πολιτικές της Άγκυρας, αναφέροντας την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, αλλά και την πολιτική απέναντι στους Κούρδους, με κατεστραμμένα χωριά, εκτοπισμούς και ποινικοποίηση της κουρδικής ταυτότητας.
Το κείμενο κορυφώνεται με αναφορά στη γνωστή φράση που αποδίδεται στον Αδόλφο Χίτλερ πριν από την εισβολή στην Πολωνία: «Ποιος μιλά σήμερα για την εξόντωση των Αρμενίων;». Ο Σάι Γκαλ απαντά: «Εμείς μιλάμε».
«Δεν θυμόμαστε για τους νεκρούς. Θυμόμαστε για τους ζωντανούς και για όσους θα επαναλάμβαναν τα ίδια εγκλήματα αν ο κόσμος τους μάθει ότι η αμνησία σημαίνει ατιμωρησία», καταλήγει στην ανάρτησή του.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο Σάι Γκαλ είχε μιλήσει για το ζήτημα σε συνέντευξή του στον διευθυντή σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστο Κωνσταντινίδη.
Επίσης την ίδια εποχή ο Γκαλ είχε γράψει ένα συγκλονιστικό άρθρο στο Geopolitico.gr , στο οποίο έγραφε ότι η Τουρκία δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τη λέξη «γενοκτονία» ως πολιτικό όπλο, όταν η ίδια κουβαλά βαρύ ιστορικό φορτίο: Αρμένιοι, Πόντιοι Έλληνες, Ασσύριοι, Κύπριοι και Κούρδοι στέκονται, κατά την ανάλυσή του, ως «κατήγοροι» απέναντι στην Άγκυρα.
Η βασική του θέση ήταν ότι η γενοκτονία δεν είναι ρητορικό εργαλείο στα χέρια του Ερντογάν. Υπενθύμιζε τις πορείες θανάτου των Ποντίων, τις σφαγές των Αρμενίων και των Ασσυρίων, αλλά και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, ως συνέχεια μιας κρατικής λογικής εκτοπισμού, βίας και ατιμωρησίας.
Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στον Νίκο Καπετανίδη και στους Πόντιους, τους οποίους παρουσίαζε ως λαό που υπέστη ξεριζωμό και εξόντωση, αλλά διατήρησε την ανθρωπιά του. Το παράδειγμα της ποντιακής οικογένειας Γρηγοριάδη στη Βέροια, που έσωσε ένα εβραιόπουλο από τους Ναζί, λειτουργούσε ως ηθικός αντίποδας στη βία των γενοκτόνων.
Ο Γκαλ υποστήριζε επίσης ότι η άρνηση ή η εργαλειοποίηση της γενοκτονίας αποτελεί «δεύτερο έγκλημα», γιατί σβήνει ξανά τα θύματα και αδειάζει τη λέξη από το ιστορικό και νομικό της βάρος. Γι’ αυτό ζητούσε η αναγνώριση των γενοκτονιών Αρμενίων, Ποντίων και Ασσυρίων να γίνει θεμέλιο εξωτερικής πολιτικής για την Ελλάδα και το Ισραήλ.
Το συμπέρασμά του ήταν αιχμηρό: η μνήμη δεν φυλάσσεται μόνο για να τιμηθούν οι νεκροί, αλλά για να ντροπιαστούν οι ζωντανοί που θα επιχειρούσαν να επαναλάβουν τα ίδια εγκλήματα.
Πηγή : geopolitico.gr

