Με ένα αιχμηρό άρθρο στο Geopolitico.gr, ο Ταμέρ Τσιλινγκίρ παρεμβαίνει στη δημόσια συζήτηση που άνοιξε μετά την ανάρτηση του Νίκου Μιχαηλίδη για τη φωτογραφία του προέδρου της ΚΕΔΕ, Λάζαρου Κυρίζογλου, μπροστά από την προσωπογραφία του Μουσταφά Κεμάλ.
Η φωτογραφία ελήφθη κατά τη συνάντηση του κ. Κυρίζογλου με τον δήμαρχο Ματσούκας, Koray Koçhan, στο πλαίσιο της προσκυνηματικής επίσκεψης στον ιστορικό Πόντο. Η δημοσιοποίησή της προκάλεσε αντιδράσεις, ιδιαίτερα μεταξύ μελών και εκπροσώπων της ποντιακής κοινότητας.
Ο Νίκος Μιχαηλίδης είχε χαρακτηρίσει τη φωτογραφία προσβολή στη μνήμη των θυμάτων της Γενοκτονίας, γράφοντας:
«Διάφοροι αυτοδιοικητικοί της ΝΔ διακατέχονται από μια ελαφρότητα στον τρόπο που επιτρέπουν να φωτογραφίζονται μπροστά στον σφαγέα των προγόνων τους. Γιατί, κύριε Κυρίζογλου; Το θέμα πλέον έχει ξεφύγει. Είναι προσβολή για τα θύματα της Γενοκτονίας. Ντροπή».
Η απάντηση Κυρίζογλου
Ο Λάζαρος Κυρίζογλου απάντησε με σκληρή γλώσσα, κάνοντας λόγο για «λαϊκιστική και απρόκλητη επίθεση». Υποστήριξε ότι ο Νίκος Μιχαηλίδης δεν αναφέρθηκε στις ουσιαστικές παρεμβάσεις που πραγματοποίησε για τη συντήρηση και την ανακαίνιση των Μονών Αγίου Ιωάννου Βαζελώνος και Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα.
Ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ επικαλέστηκε επίσης την καταγωγή του από τη γενοκτονημένη Έρπαγα του δυτικού Πόντου και την οικογενειακή του μνήμη, τονίζοντας ότι προέρχεται από οικογένεια με θύματα.
Για τη φωτογραφία ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Σε τουρκικό κράτος ήμασταν, τι φωτογραφία θέλατε να έχουν; Σοβαρευτείτε και μη λαϊκίζετε».
Η απάντησή του προκάλεσε νέο κύκλο αντιδράσεων, με τη συζήτηση να επεκτείνεται από τον συμβολισμό της φωτογραφίας στο ποιος συνέβαλε στην προώθηση της αποκατάστασης των δύο ιστορικών Μονών.
«Τα μοναστήρια δεν είναι σκηνικό πολιτικής προβολής»
Ο Ταμέρ Τσιλινγκίρ προειδοποιεί ότι, εάν η συζήτηση περιοριστεί στο ποιος ανέλαβε πρώτος κάποια πρωτοβουλία, ποιος φωτογραφήθηκε με ποιον και ποιος θα αποκομίσει πολιτικά οφέλη, τότε θα χαθεί το πραγματικό ζήτημα.
Όπως υπογραμμίζει, ο Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας και ο Άγιος Ιωάννης Βαζελώνας δεν αποτελούν απλώς δύο ιστορικά κτίσματα. Είναι αναπόσπαστα τμήματα της πίστης, της μακραίωνης παρουσίας και της συλλογικής μνήμης των Ελλήνων του Πόντου.
Ο αρθρογράφος θέτει τα θεμελιώδη ερωτήματα που, όπως τονίζει, πρέπει να συνοδεύουν οποιοδήποτε έργο αποκατάστασης:
«Γιατί τα μοναστήρια αυτά αποκόπηκαν από τις κοινότητες που τα δημιούργησαν; Γιατί έμειναν χωρίς τους ανθρώπους τους; Γιατί εγκαταλείφθηκαν επί έναν αιώνα στη φθορά, στη λεηλασία και στην καταστροφή;».
Ο Τσιλινγκίρ αναγνωρίζει ως σημαντική την ένταξη των δύο Μονών σε επενδυτικό πρόγραμμα του τουρκικού κράτους. Ξεκαθαρίζει, όμως, ότι η επισκευή των κτισμάτων δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.
Κατά την άποψή του, οι εργασίες δεν πρέπει να καταλήξουν σε μία τουριστική διαμόρφωση που θα αποκρύπτει τη Γενοκτονία, τον εκτοπισμό και την αποστέρηση των περιουσιών των Ελλήνων του Πόντου.
«Εάν αποκαθίστανται οι πέτρες των μοναστηριών, αλλά αποσιωπάται η μνήμη των ανθρώπων που τα δημιούργησαν, αυτό δεν μπορεί να ονομαστεί ιστορική δικαιοσύνη», σημειώνει.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα προσωπικών πρωτοβουλιών. «Τα μοναστήρια του Πόντου δεν αποτελούν σκηνικό για την προσωπική σταδιοδρομία κανενός», αναφέρει, απορρίπτοντας κάθε απόπειρα πολιτικής ή επικοινωνιακής αξιοποίησής τους.
Το παράδειγμα της Δέσποινας Βανδή
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η σύγκριση που κάνει ο Ταμέρ Τσιλινγκίρ με τη στάση της Δέσποινας Βανδή στο Τσεσμέ της Σμύρνης, τον Ιούλιο του 2024.
Η Ελληνίδα τραγουδίστρια είχε αρνηθεί να εμφανιστεί σε φιλανθρωπική συναυλία, όταν έκρινε ότι ο χαρακτήρας της εκδήλωσης είχε αλλοιωθεί μονομερώς και είχε αποκτήσει πολιτικό περιεχόμενο που δεν είχε συμφωνηθεί εκ των προτέρων.
Ο Τσιλινγκίρ στέκεται στη διαφορά των ρόλων:
«Ήταν μια καλλιτέχνιδα που είχε πάει εκεί για να τραγουδήσει. Δεν ισχυριζόταν ότι εκπροσωπεί τον ποντιακό λαό. Δεν είχε πάει εκεί στο όνομα της ιστορικής μνήμης του Πόντου».
Και συνεχίζει:
«Κι όμως, όταν θεώρησε ότι η παρουσία της θα εντασσόταν σε ένα πολιτικό σκηνικό που δεν είχε συμφωνήσει, πήρε θέση και δεν ανέβηκε στη σκηνή».
Απευθυνόμενος σε εκείνους που συμμετείχαν στην αποστολή και εμφανίζονταν ως εκπρόσωποι του Ποντιακού Ελληνισμού, θέτει το κεντρικό ερώτημα του άρθρου:
«Η Δέσποινα Βανδή ήταν μια καλλιτέχνιδα και πήρε θέση. Εσείς εκπροσωπούσατε τον Πόντο. Ποια θέση πήρατε;».
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, η φωτογράφιση μπροστά στην προσωπογραφία του Μουσταφά Κεμάλ δεν μπορεί να υποβαθμιστεί ως μία ασήμαντη λεπτομέρεια του πρωτοκόλλου ούτε να δικαιολογηθεί με τη φράση «δεν γνωρίζαμε».
Για όσους ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν τον Πόντο, η στάση απέναντι στα πολιτικά σύμβολα που συνδέονται με την εξόντωση και τον εκτοπισμό του ποντιακού λαού αποτελεί, όπως γράφει, «μέτρο της ευθύνης τους απέναντι στην ιστορική μνήμη».
«Ο ποντιακός αγώνας δεν χρειάζεται αντισημιτικούς υπαινιγμούς»
Ο Ταμέρ Τσιλινγκίρ παίρνει σαφή θέση και απέναντι στη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε σε ορισμένες από τις αντιδράσεις κατά του Νίκου Μιχαηλίδη.
Αναφέρεται ειδικότερα σε υποθετικές διατυπώσεις περί της παραμονής του Μιχαηλίδη στο Ισραήλ, της σχέσης του με τη «Σιών», του ενδεχομένου να αποτελεί «Δούρειο Ίππο» και των «σχέσεών του με τους Εβραίους».
Παρότι οι συγκεκριμένες αναφορές παρουσιάστηκαν ως υποθετικά παραδείγματα και όχι ως αποδεδειγμένες κατηγορίες, ο Τσιλινγκίρ χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ανησυχητική την επιλογή τους.
Διαχωρίζει την αυστηρή πολιτική κριτική στο κράτος του Ισραήλ ή στον Σιωνισμό ως πολιτική ιδεολογία από τη χρήση της αόριστης φράσης «σχέσεις με τους Εβραίους» ως μέσου δημιουργίας υποψιών και σπίλωσης ενός προσώπου.
«Ο αγώνας του ποντιακού λαού για ιστορική δικαιοσύνη δεν έχει ανάγκη από μια τέτοια γλώσσα. Δεν μπορούμε, ενώ μιλάμε για τις διώξεις και την εξόντωση που υπέστη ένας λαός, να αναπαράγουμε υπαινιγμούς και προκαταλήψεις εναντίον ενός άλλου λαού», επισημαίνει.
«Δεν αρκεί να αποκατασταθούν οι πέτρες»
Το άρθρο καταλήγει επαναφέροντας τη συζήτηση στην ουσία: σε ποιον ανήκει η ιστορική και θρησκευτική κληρονομιά του Πόντου και με ποιον τρόπο θα αποκατασταθεί.
Ο Ταμέρ Τσιλινγκίρ υπογραμμίζει ότι τα μοναστήρια δεν ανήκουν αποκλειστικά σε κράτη, εκκλησιαστικές αρχές, οικογένειες ή διοικήσεις συλλόγων. Ανήκουν πρωτίστως στον λαό που τα δημιούργησε, τα διατήρησε επί αιώνες και πλήρωσε το βαρύτερο τίμημα για την απώλειά τους.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι ποιος «σώζει» τα μοναστήρια, αλλά εάν θα ειπωθεί ολόκληρη η ιστορία τους: ποιος λαός τα δημιούργησε, τι συνέβη στις κοινότητές του και γιατί τα μνημεία έμειναν χωρίς τους ανθρώπους τους.
Η καταληκτική φράση του άρθρου συμπυκνώνει το μήνυμα της παρέμβασης:
«Είναι δυνατόν να αποκαταστήσετε τις πέτρες. Εάν, όμως, δεν απελευθερώσετε και τη μνήμη, δεν θα έχετε σώσει τα μοναστήρια του Πόντου».
Το Pontosvoice.com (…τ’εμέτερον η λαλία) είναι μια ενημερωτική ιστοσελίδα που σκοπό έχει να ενημερώνει τον Ποντιακό κόσμο για όλα τα νέα που αφορούν τον Ποντιακό Ελληνισμό , δράσεις, εκδηλώσεις, ιστορικά ευρήματα, απόψεις. Είμαστε μια ανοιχτή ομάδα και είμαστε η φωνή όλων , μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας για ότι σας απασχολεί στο info@pontosvoice.com
