Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου Στον Πόντο έβρεχε πολλές φορές και έντονα, όταν έβρεχε πολύ τραγουδούσαν: Ε, ουρανέ μ΄, για πρόσταξον τα λίβε να μη βρέχ΄νε τ΄ ορμία σελοκόφ΄τανε, τα κοτσορύμε τρέχ΄νε . (δημοτικό δίστιχο) (Ουρανέ μου, πρόσταξε, τα σύννεφα να μη βρέχουν, οι χείμαρροι πλημυρίζουνε και οι ξεροπόταμοι τρέχουν) Λέξεις: λίβια, λίβε, = σύννεφα, λ. ομηρ. λιψ = σταγόνα ορμία = χείμαρροι, αρχ. ρύμη σελοκόφκουμαι = πλημμυρίζω, σύνθετη λ. τ. σελ = πλημμύρα + κόφκουμαι κοτσορύμ΄= ξεροπόταμος, σύνθετη κοτσός + ρύμη.
Συντάκτης: Γιώτα Ιωακειμίδου
Σταλίζω – Από την αρχαία λέξη στην ποντιακή ποίηση ” Τον ήλον θα σταλίζω, τα λίβε θα τσουμίζω” Η λέξη «σταλίζω» στην ποντιακή διάλεκτο έχει πλούσια και πολυδιάστατη σημασία. Προέρχεται από το δωρικό στάλιξ, που στα αρχαία ελληνικά σήμαινε «πάσσαλος, ξύλινο στήριγμα», όπου δένονταν δίχτυα ή σχοινιά.Η χρήση του στάλικα ήταν κυρίως πρακτική: για την αγροτική ή ναυτική τεχνική, οι στάλικες στήριζαν δίχτυα, σχοινιά ή άλλα αντικείμενα. Αρχαία παραδείγματα περιλαμβάνουν φράσεις όπως:«τὰ δίχτυα ἐπὶ στάλικος ἔθηκαν» (Τα δίχτυα τα έβαλαν πάνω σε πάσσαλους)«καὶ τοὺς κάβους ἐπὶ στάλικας ἔδεν» (και τα σχοινιά τα έδεσε πάνω σε πάσσαλους).Η έννοια της λέξης ήταν…