Συντάκτης: Γιώτα Ιωακειμίδου
Η Παναγιώτα Ιωακειμίδου είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ερευνήτρια και εκπαιδεύτρια ποντιακής διαλέκτου. Διδάσκει ποντιακά ανά την υφήλιο, μέσω Πλατφόρμας Τηλεδιασκέψεων. Ανήκει στην τρίτη γενιά προσφύγων από τον Πόντο. Γεννήθηκε στο Κλείτος Κοζάνης από αγρότες γονείς και Πόντιους με καταγωγή από το Απέξ. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης και υπηρέτησε τη Μέση εκπαίδευση Φιλολογώντας. Ερευνήτρια της Ποντιακής Μητρικής Γλώσσας, δίδαξε την Ποντιακή Διάλεκτο στο Πανεπιστήμιο “Μακεδονία” Θεσσαλονίκης και αρθρογραφώντας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.
«Τσούνα και μιαντή» – δυο λέξεις βαριές σαν αρχαία κατάρα Στα ποντιακά, αν άκουγες μια γυναίκα να φωνάζει σε άλλη «τσούνα και μιαντή!», ήξερες πως είχε ανάψει ο καυγάς. Δυο λέξεις σύντομες, φαρμακερές, κι όμως με ρίζες τόσο βαθιές που φτάνουν ως την αρχαιότητα. Η τσούνα Σημαίνει «σκύλα», αλλά όχι απλώς το ζώο, είναι ύβρις, όπως και το σημερινό «σκύλα» της κοινής ελληνικής. Προέρχεται, φαίνεται, από το αρχαίο κύων – κυνός, και πιο συγκεκριμένα από την αιτιατική κύνα. Στην ποντιακή, όπου ο τσιτακισμός (η μετατροπή του /κ/ σε /τσ/) είναι συχνό φωνητικό φαινόμενο, το «κύνα» εύκολα γίνεται τσούνα – όπως…
Η φράση «εκαβάλκεψεν τα πουλούλε» δηλαδή καβάλησε τα πιθάρια, λέγεται για γυναίκα που πέτυχε απίθανο συνοικέσιο, κάτι σχεδόν υπερφυσικό. Η εικόνα της γυναίκας πάνω σε πιθάρι δεν είναι τυχαία, αντλεί από μια πανάρχαια λαϊκή παράδοση, κοινή σε Ελλάδα, Μικρασία και Βαλκάνια: τις μάγισσες που πετούν πάνω σε πιθάρια, γουδιά ή ραβδιά, μεταμορφωμένες σε στοιχειά της νύχτας. Στον ελληνικό χώρο υπάρχουν παραλλαγές:Στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία οι γριές-μάγισσες «καβαλάν το πιθάρι κι απουλούνε», δηλαδή πετούν. Το ίδιο και στα παραμύθια της Σμύρνης: «Η γιαγιά επήρεν το πιθάρι τ’ και φώναξεν: σύρε, σύρε στου Τσεσμέ!» — και το πιθάρι πετούσε, όπως η σκούπα των ευρωπαϊκών μαγισσών.Στον Πόντο…
Ήρθε η ώρα να γεμίσουμε ξανά την ψυχή μας —με λόγο ποντιακό
Υπέροχη παροιμία — κι από τις πιο βαθιές της ποντιακής σοφίας. «Τα άγρια τα μουχτερά, το χιόνι τα ημερώνει» λένε, κι εννοούν κάτι πολύ περισσότερο από το κυριολεκτικό. Στο γράμμα της, δείχνει τη φύση να επιβάλλει όρια: όσο άγριο κι αν είναι το γουρούνι, όταν πέσει χιόνι, γυρεύει ζέστη, φαγητό και καταφύγιο,· μαλακώνει, ηρεμεί, υποτάσσεται. Στο πνεύμα της όμως, η παροιμία μιλά για τους ανθρώπους που τους “ημερώνει” η ανάγκη. Όπως το χιόνι ισοπεδώνει τα βουνά και τους δρόμους, έτσι και οι δυσκολίες ισιώνουν τις αλαζονείες. Ο πλούσιος, ο περήφανος, ο «μουχτερός» άνθρωπος — όταν βρεθεί μπροστά στην ανάγκη, στην παγωνιά…
Στα παραθαλάσσια κέντρα του Πόντου, η γλώσσα έμπλεκε με τη θάλασσα, διατηρώντας έναν αρχαίο πλούτο ναυτικών λέξεων όπως «αθίβολος» και «ἀμφιβάλλω», που αποτυπώνουν την τεχνική και πολιτισμική συνέχεια από την αρχαιότητα έως σήμερα. Αυτές οι λέξεις, άγνωστες στα Μεσόγεια όπου η αλιεία δεν ήταν καθημερινή πρακτική, αναδεικνύουν πώς η γλώσσα ακολουθεί το επάγγελμα και τον τόπο, φωτίζοντας τη ζωντανή σχέση ανάμεσα στη θάλασσα, την κοινότητα και την ελληνική γλωσσική παράδοση. Το πολύτιμο Λεξικόν Ἡσυχίου, ως αρχαία πηγή, επιβεβαιώνει τη βαθιά ετυμολογική και σημασιολογική συνέχεια που ενσωματώνουν τα ποντιακά παράλια, καθιστώντας αυτή τη γλωσσική κληρονομιά μοναδική και ζωντανή.
ΤΟ «ΤΣΙΜΙΔ’» ΣΤΗΝ ΠΟΝΤΙΑΚΗ: ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ Η ποντιακή λέξη τσιμίδ’ σημαίνει «νους, μυαλό, εγκέφαλος». Ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, στο μνημειώδες λεξικό του, την ετυμολογεί από το λατινικό cimedia = «μάζα του εγκεφάλου». Ωστόσο, η λέξη cimedia είναι σπάνια και δεν επιβεβαιώνεται εύκολα σε λατινικά κείμενα, ενώ και η φωνητική προσαρμογή της στην ποντιακή διάλεκτο δεν είναι αυτονόητη. Αντίθετα, μια πιθανή εσωτερική, ελληνική ετυμολογία είναι πιο πειστική. Στον Όμηρο απαντά το ρήμα μήδομαι = «σκέπτομαι, μελετώ, μηχανεύομαι» και το ουσιαστικό μῆδος = «σκέψη, σχέδιο, βουλή»· συχνότερα στον πληθυντικό μήδεα. Από αυτή τη ρίζα μπορεί να σχηματίστηκε το σύνθετο συν+μήδος → συμμήδος =…
Η ποντιακή δεν ανήκει σε κανέναν μόνο! Ανήκει σε όλους μας. Κάθε λέξη είναι μια κλωστή και όλες μαζί υφαίνουν το ύφασμα της γλώσσας μας. Ας τις σεβόμαστε όλες.
Στην ποντιακή διάλεκτο επιβίωσαν λέξεις φυλάχθηκαν αρχαϊκά σύνθετα σαν σπόροι στο κελάρι της γλώσσας
Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου Ο Νασρ Εντίν Χότζας έχτισεν μίαν έναν φουρνίν. Έναν ημέραν εδέβεν απ΄ εκέσ΄ είνας χωρέτες, είδεν το φουρνίν και ΄κ΄ ερέχτεν το τίκεμάν ατ΄. -Καλόν και έμορφον εποί΄κες ατο, Χότζα, άμαν η πόρτα τ΄ το τερεί εκεί μερέαν καλόν ΄κ΄ έν΄. -Πού έξερ΄ ατο; είπεν ο Χότζας κι επίασεν εχάλασεν το φουρνίν κι έχτισεν α΄, όπως έδειξεν ατον ο χωρέτες. Δυο ημέρας κι επεκεί εδέβεν απεκέσ΄ είνας άλλος. -΄Ε, Χότζα, πολλά έμορφον το φουρνί σ΄, άμαν το στόμαν ατ΄ καλά ΄κί τερεί. Εκέσ΄ αν ετέρ΄νεν, κι άλλο καλλίον θα έτον. Επίασεν και ο Χότζας κι έχτισεν…
Από τη ρωμαϊκή αθυροστομία στην ποντιακή καθημερινότητα και κατέληξε στο στόμα της παρέας