Συντάκτης: Γιώτα Ιωακειμίδου

Η Παναγιώτα Ιωακειμίδου είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ερευνήτρια και εκπαιδεύτρια ποντιακής διαλέκτου. Διδάσκει ποντιακά ανά την υφήλιο, μέσω Πλατφόρμας Τηλεδιασκέψεων. Ανήκει στην τρίτη γενιά προσφύγων από τον Πόντο. Γεννήθηκε στο Κλείτος Κοζάνης από αγρότες γονείς και Πόντιους με καταγωγή από το Απέξ. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης και υπηρέτησε τη Μέση εκπαίδευση Φιλολογώντας. Ερευνήτρια της Ποντιακής Μητρικής Γλώσσας, δίδαξε την Ποντιακή Διάλεκτο στο Πανεπιστήμιο “Μακεδονία” Θεσσαλονίκης και αρθρογραφώντας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.

Υπέροχη παροιμία — κι από τις πιο βαθιές της ποντιακής σοφίας. «Τα άγρια τα μουχτερά, το χιόνι τα ημερώνει» λένε, κι εννοούν κάτι πολύ περισσότερο από το κυριολεκτικό. Στο γράμμα της, δείχνει τη φύση να επιβάλλει όρια: όσο άγριο κι αν είναι το γουρούνι, όταν πέσει χιόνι, γυρεύει ζέστη, φαγητό και καταφύγιο,· μαλακώνει, ηρεμεί, υποτάσσεται. Στο πνεύμα της όμως, η παροιμία μιλά για τους ανθρώπους που τους “ημερώνει” η ανάγκη. Όπως το χιόνι ισοπεδώνει τα βουνά και τους δρόμους, έτσι και οι δυσκολίες ισιώνουν τις αλαζονείες. Ο πλούσιος, ο περήφανος, ο «μουχτερός» άνθρωπος — όταν βρεθεί μπροστά στην ανάγκη, στην παγωνιά…

Read More

Στα παραθαλάσσια κέντρα του Πόντου, η γλώσσα έμπλεκε με τη θάλασσα, διατηρώντας έναν αρχαίο πλούτο ναυτικών λέξεων όπως «αθίβολος» και «ἀμφιβάλλω», που αποτυπώνουν την τεχνική και πολιτισμική συνέχεια από την αρχαιότητα έως σήμερα. Αυτές οι λέξεις, άγνωστες στα Μεσόγεια όπου η αλιεία δεν ήταν καθημερινή πρακτική, αναδεικνύουν πώς η γλώσσα ακολουθεί το επάγγελμα και τον τόπο, φωτίζοντας τη ζωντανή σχέση ανάμεσα στη θάλασσα, την κοινότητα και την ελληνική γλωσσική παράδοση. Το πολύτιμο Λεξικόν Ἡσυχίου, ως αρχαία πηγή, επιβεβαιώνει τη βαθιά ετυμολογική και σημασιολογική συνέχεια που ενσωματώνουν τα ποντιακά παράλια, καθιστώντας αυτή τη γλωσσική κληρονομιά μοναδική και ζωντανή.

Read More

ΤΟ «ΤΣΙΜΙΔ’» ΣΤΗΝ ΠΟΝΤΙΑΚΗ: ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ Η ποντιακή λέξη τσιμίδ’ σημαίνει «νους, μυαλό, εγκέφαλος». Ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, στο μνημειώδες λεξικό του, την ετυμολογεί από το λατινικό cimedia = «μάζα του εγκεφάλου». Ωστόσο, η λέξη cimedia είναι σπάνια και δεν επιβεβαιώνεται εύκολα σε λατινικά κείμενα, ενώ και η φωνητική προσαρμογή της στην ποντιακή διάλεκτο δεν είναι αυτονόητη. Αντίθετα, μια πιθανή εσωτερική, ελληνική ετυμολογία είναι πιο πειστική. Στον Όμηρο απαντά το ρήμα μήδομαι = «σκέπτομαι, μελετώ, μηχανεύομαι» και το ουσιαστικό μῆδος = «σκέψη, σχέδιο, βουλή»· συχνότερα στον πληθυντικό μήδεα. Από αυτή τη ρίζα μπορεί να σχηματίστηκε το σύνθετο συν+μήδος → συμμήδος =…

Read More

Η ποντιακή δεν ανήκει σε κανέναν μόνο! Ανήκει σε όλους μας. Κάθε λέξη είναι μια κλωστή και όλες μαζί υφαίνουν το ύφασμα της γλώσσας μας. Ας τις σεβόμαστε όλες.

Read More

Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου Ο Νασρ Εντίν Χότζας έχτισεν μίαν έναν φουρνίν. Έναν ημέραν εδέβεν απ΄ εκέσ΄ είνας χωρέτες, είδεν το φουρνίν και ΄κ΄ ερέχτεν το τίκεμάν ατ΄. -Καλόν και έμορφον εποί΄κες ατο, Χότζα, άμαν η πόρτα τ΄ το τερεί εκεί μερέαν καλόν ΄κ΄ έν΄. -Πού έξερ΄ ατο; είπεν ο Χότζας κι επίασεν εχάλασεν το φουρνίν κι έχτισεν α΄, όπως έδειξεν ατον ο χωρέτες. Δυο ημέρας κι επεκεί εδέβεν απεκέσ΄ είνας άλλος. -΄Ε, Χότζα, πολλά έμορφον το φουρνί σ΄, άμαν το στόμαν ατ΄ καλά ΄κί τερεί. Εκέσ΄ αν ετέρ΄νεν, κι άλλο καλλίον θα έτον. Επίασεν και ο Χότζας κι έχτισεν…

Read More

Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου Στον Πόντο έβρεχε πολλές φορές και έντονα, όταν έβρεχε πολύ τραγουδούσαν: Ε, ουρανέ μ΄, για πρόσταξον τα λίβε να μη βρέχ΄νε τ΄ ορμία σελοκόφ΄τανε, τα κοτσορύμε τρέχ΄νε . (δημοτικό δίστιχο) (Ουρανέ μου, πρόσταξε, τα σύννεφα να μη βρέχουν, οι χείμαρροι πλημυρίζουνε και οι ξεροπόταμοι τρέχουν) Λέξεις: λίβια, λίβε, = σύννεφα, λ. ομηρ. λιψ = σταγόνα ορμία = χείμαρροι, αρχ. ρύμη σελοκόφκουμαι = πλημμυρίζω, σύνθετη λ. τ. σελ = πλημμύρα + κόφκουμαι κοτσορύμ΄= ξεροπόταμος, σύνθετη κοτσός + ρύμη.

Read More

Σταλίζω – Από την αρχαία λέξη στην ποντιακή ποίηση ” Τον ήλον θα σταλίζω, τα λίβε θα τσουμίζω” Η λέξη «σταλίζω» στην ποντιακή διάλεκτο έχει πλούσια και πολυδιάστατη σημασία. Προέρχεται από το δωρικό στάλιξ, που στα αρχαία ελληνικά σήμαινε «πάσσαλος, ξύλινο στήριγμα», όπου δένονταν δίχτυα ή σχοινιά.Η χρήση του στάλικα ήταν κυρίως πρακτική: για την αγροτική ή ναυτική τεχνική, οι στάλικες στήριζαν δίχτυα, σχοινιά ή άλλα αντικείμενα. Αρχαία παραδείγματα περιλαμβάνουν φράσεις όπως:«τὰ δίχτυα ἐπὶ στάλικος ἔθηκαν» (Τα δίχτυα τα έβαλαν πάνω σε πάσσαλους)«καὶ τοὺς κάβους ἐπὶ στάλικας ἔδεν» (και τα σχοινιά τα έδεσε πάνω σε πάσσαλους).Η έννοια της λέξης ήταν…

Read More