Η 29η Μαΐου 1453 δεν είναι μια απλή ημερομηνία στην ιστορία του Ελληνισμού. Είναι πληγή ανοιχτή. Είναι η μέρα που η Βασιλεύουσα, η Πόλη των πόλεων, η καρδιά της Ρωμανίας, έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Είναι η στιγμή που τελειώνει η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως κρατική υπόσταση, αλλά δεν τελειώνει η μνήμη της. Αντιθέτως, από εκείνη τη μέρα γεννιέται ένας θρήνος που περνά από γενιά σε γενιά, από στόμα σε στόμα, από λύρα σε λύρα.
Στον Πόντο, και ιδιαίτερα στην Τραπεζούντα, η Άλωση της Κωνσταντινούπολης δεν βιώθηκε ως μακρινό γεγονός. Βιώθηκε ως κατάρρευση ενός κόσμου. Η Ρωμανία δεν ήταν μια αφηρημένη αυτοκρατορία. Ήταν η πολιτική, πνευματική και εκκλησιαστική μήτρα του Γένους. Ήταν η συνέχεια της ελληνικής Ανατολής, η μεγάλη οικουμένη των Ρωμιών, από την Πόλη έως τον Πόντο, από τη Μακεδονία έως τη Μικρά Ασία, από την Καππαδοκία έως την Κύπρο.
Γι’ αυτό και ο ποντιακός θρήνος «Πάρθεν η Ρωμανία» δεν είναι απλώς τραγούδι. Είναι ιστορικό μνημείο. Είναι λαϊκό χρονικό. Είναι η στιγμή που ο Πόντος θρηνεί την Πόλη και μαζί της θρηνεί την απώλεια της αυτοκρατορικής στέγης του Ελληνισμού.
«Ν’ αηλί εμάς και βάι εμάς,
’πάρθεν η Ρωμανία».
Με αυτούς τους στίχους δεν θρηνείται μόνο η στρατιωτική ήττα. Θρηνείται η πτώση του «βασιλοσκάμ’», δηλαδή του αυτοκρατορικού θρόνου. Θρηνείται η αλλαγή της αφεντίας. Θρηνείται η στιγμή που οι καμπάνες της Ρωμανίας σιωπούν και η Αγία Σοφία περνά σε ξένη κυριαρχία.
Η Άλωση ήρθε έπειτα από πολιορκία σχεδόν δύο μηνών. Ο νεαρός σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ είχε προετοιμαστεί μεθοδικά. Είχε συγκεντρώσει μεγάλο στρατό, ισχυρό στόλο και κυρίως το νέο όπλο της εποχής: τα βαριά κανόνια. Τα Θεοδοσιανά Τείχη, που επί αιώνες έμοιαζαν απροσπέλαστα, έπρεπε πλέον να αντέξουν την εποχή της πυρίτιδας.
Απέναντί του στεκόταν ο τελευταίος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος. Δεν είχε στη διάθεσή του μια αυτοκρατορία ακμαία. Είχε μια πόλη εξαντλημένη, λίγους μαχητές, περιορισμένα εφόδια και ελάχιστη βοήθεια από τη Δύση. Είχε όμως κάτι που δεν μετριέται με αριθμούς: την απόφαση να μην παραδώσει την Πόλη.
Η απάντησή του στον Μωάμεθ έμεινε ιστορική: η Πόλη δεν ήταν δική του για να την παραδώσει. Ανήκε σε όλους όσοι κατοικούσαν μέσα της. Και όλοι, με κοινή γνώμη, προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να τη δώσουν.
Αυτή η στάση εξηγεί γιατί ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος πέρασε από την ιστορία στον θρύλο. Δεν νίκησε. Αλλά έμεινε. Και σε στιγμές όπου η Ιστορία μετρά όχι μόνο τους νικητές αλλά και το ήθος των ηττημένων, το να μείνεις είναι μερικές φορές μεγαλύτερο από το να σωθείς.
Η πολιορκία άρχισε επίσημα στις 6 Απριλίου 1453. Οι Οθωμανοί περικύκλωσαν την πόλη από ξηρά και θάλασσα. Τα μεγάλα κανόνια χτυπούσαν αδιάκοπα τα τείχη, κυρίως στην περιοχή του Αγίου Ρωμανού, εκεί όπου βρισκόταν το πιο ευάλωτο σημείο. Οι υπερασπιστές έτρεχαν κάθε νύχτα να κλείσουν τα ρήγματα με ξύλα, χώμα, βαρέλια, πέτρες και ό,τι μπορούσαν να βρουν.
Η άμυνα δεν ήταν υπόθεση μόνο στρατιωτών. Ήταν υπόθεση όλων. Άνδρες, γυναίκες, μοναχοί, ιερείς, ξένοι σύμμαχοι, Βενετοί και Γενουάτες, όλοι συμμετείχαν σε μια απελπισμένη προσπάθεια να κρατηθεί η Πόλη όρθια.
Για λίγο φάνηκε πως η ελπίδα δεν είχε χαθεί. Στις 20 Απριλίου τέσσερα χριστιανικά πλοία κατάφεραν να σπάσουν τον οθωμανικό αποκλεισμό και να μπουν στον Κεράτιο. Ήταν μια ανάσα για τους πολιορκημένους. Όμως η απάντηση του Μωάμεθ ήρθε γρήγορα και ήταν εντυπωσιακή: τα οθωμανικά πλοία μεταφέρθηκαν από την ξηρά, πάνω από τον Γαλατά, και ρίχτηκαν στον Κεράτιο, παρακάμπτοντας την αλυσίδα που προστάτευε το λιμάνι.
Η Πόλη βρέθηκε πλέον σε ακόμη πιο δύσκολη θέση. Ο εχθρός πίεζε από παντού. Τα τρόφιμα λιγόστευαν. Τα τείχη υπέφεραν. Οι μαχητές εξαντλούνταν. Και όμως, η Κωνσταντινούπολη κρατούσε.
Στις 28 Μαΐου τελέστηκε η τελευταία χριστιανική λειτουργία στην Αγία Σοφία. Εκείνη τη νύχτα, μέσα στον μεγάλο ναό, οι διαιρέσεις σιώπησαν. Ενωτικοί και ανθενωτικοί, Έλληνες και Λατίνοι, άρχοντες και απλοί άνθρωποι, στάθηκαν μπροστά στο τέλος. Ήξεραν ότι η επόμενη μέρα θα ήταν η τελευταία.
Λίγες ώρες αργότερα, μέσα στη νύχτα της 29ης Μαΐου, άρχισε η γενική επίθεση. Ο Μωάμεθ έριξε κύματα στρατιωτών πάνω στα τείχη. Οι πρώτες επιθέσεις αποκρούστηκαν. Οι υπερασπιστές πολέμησαν με απίστευτη γενναιότητα. Όμως η αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών και η φθορά των τειχών άρχισαν να γέρνουν την πλάστιγγα.
Ο τραυματισμός του Ιωάννη Ιουστινιάνη, ενός από τους σημαντικότερους υπερασπιστές της Πόλης, προκάλεσε σύγχυση. Η αποχώρησή του από το πεδίο της μάχης έριξε το ηθικό. Την ίδια ώρα οι γενίτσαροι πίεζαν με μανία. Τα ρήγματα άνοιγαν. Οι άμυνες λύγιζαν.
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έμεινε μέχρι το τέλος. Σύμφωνα με την παράδοση, πέταξε τα αυτοκρατορικά διακριτικά και πολέμησε ως απλός στρατιώτης. Οι τελευταίες του στιγμές χάθηκαν μέσα στη σκόνη, στο αίμα και στον θόρυβο της μάχης. Το σώμα του δεν αναγνωρίστηκε ποτέ με βεβαιότητα. Έτσι γεννήθηκε ο θρύλος του Μαρμαρωμένου Βασιλιά.
Η Πόλη είχε πέσει.
Ακολούθησαν λεηλασίες, σφαγές, αιχμαλωσίες. Πλήθος κόσμου κατέφυγε στην Αγία Σοφία, πιστεύοντας ότι εκεί θα βρει σωτηρία. Οι θύρες όμως παραβιάστηκαν. Ο μεγάλος ναός, το σύμβολο της Ορθοδοξίας και της Ρωμανίας, βεβηλώθηκε. Ο Μωάμεθ μπήκε αργότερα στην πόλη ως κατακτητής και η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε τζαμί.
Εκεί τελειώνει η αυτοκρατορία. Αλλά δεν τελειώνει η Ρωμανία.
Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα του ποντιακού θρήνου. Το «Πάρθεν η Ρωμανία» δεν είναι μόνο μοιρολόι ήττας. Είναι και δήλωση συνέχειας. Ο τελευταίος στίχος του τραγουδιού είναι από τους πιο δυνατούς στην ελληνική λαϊκή παράδοση:
«Η Ρωμανία κι αν ’πέρασεν,
ανθεί και φέρει κι άλλο».
Εδώ βρίσκεται όλη η ψυχή του Πόντου. Ο θρήνος δεν τελειώνει στην απελπισία. Η Ρωμανία πάρθηκε, αλλά δεν ξεριζώθηκε. Πέρασε ως κράτος, αλλά έμεινε ως μνήμη. Έπεσε ως αυτοκρατορία, αλλά άνθισε ως ταυτότητα. Έγινε τραγούδι, προσευχή, γλώσσα, παράδοση, πίστη.
Ο Πόντος κράτησε αυτή τη μνήμη με μοναδικό τρόπο. Η Τραπεζούντα, που θα πέσει οριστικά στους Οθωμανούς λίγα χρόνια αργότερα, το 1461, ένιωσε την Άλωση της Κωνσταντινούπολης ως προμήνυμα και ως προσωπικό πένθος. Ο θρήνος της Ρωμανίας έγινε μέρος της ποντιακής συνείδησης. Τραγουδήθηκε σε σπίτια, σε πανηγύρια μνήμης, σε εκκλησιαστικούς και κοινοτικούς κύκλους. Πέρασε από τους παππούδες στα εγγόνια. Έφτασε μέχρι τον ξεριζωμό και μετά τον ξεριζωμό.
Η λέξη «Ρωμανία» για τον Ποντιακό Ελληνισμό δεν σήμαινε μόνο το Βυζάντιο. Σήμαινε τον κόσμο των Ρωμιών. Σήμαινε την πατρίδα πριν από την πατρίδα. Σήμαινε την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού στην Ανατολή. Γι’ αυτό και ο στίχος «ανθεί και φέρει κι άλλο» έγινε υπόσχεση επιβίωσης.
Ο τραπεζούντιος θρήνος λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στην Άλωση του 1453 και στις μεταγενέστερες τραγωδίες του Ελληνισμού της Ανατολής. Ο Πόντος γνώρισε αργότερα διωγμούς, γενοκτονία, ξεριζωμό. Όμως ο τρόπος που θρήνησε την Πόλη δείχνει και τον τρόπο που θα σταθεί απέναντι στις δικές του καταστροφές: με μνήμη, αξιοπρέπεια και πείσμα συνέχειας.
Η Άλωση της Πόλης, επομένως, για το Pontos Voice δεν μπορεί να είναι απλώς ιστορικό αφιέρωμα. Είναι υπόθεση ταυτότητας. Είναι η στιγμή που ο Πόντος ακούει το μαντάτο από την Πόλη και απαντά με τραγούδι. Όχι με λησμονιά. Όχι με παραίτηση. Με θρήνο που γίνεται όρκος.
Ο ποντιακός λαός δεν έγραψε απλώς «χάθηκε η Ρωμανία». Έγραψε: «Η Ρωμανία αν ’πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο». Δηλαδή, η ιστορία μας μπορεί να τραυματιστεί, αλλά δεν τελειώνει. Μπορεί να χάσει κράτη, πόλεις, θρόνους, αλλά δεν χάνει την ψυχή της.
Και αυτή είναι η μεγάλη δύναμη της παράδοσης. Εκεί που τα αρχεία μιλούν με ημερομηνίες, τα τραγούδια μιλούν με αίμα. Εκεί που η ιστοριογραφία καταγράφει πολιορκίες, αριθμούς και στρατηγικές κινήσεις, ο λαϊκός θρήνος διασώζει το βίωμα. Το πώς ένιωσε ο Ελληνισμός την πτώση. Το πώς την πένθησε. Το πώς την κράτησε μέσα του.
Η Κωνσταντινούπολη έπεσε στις 29 Μαΐου 1453. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία καταλύθηκε. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έκανε την Πόλη πρωτεύουσά της. Η Ευρώπη συγκλονίστηκε. Η Αναγέννηση τροφοδοτήθηκε από Έλληνες λογίους που κατέφυγαν στη Δύση. Ο κόσμος άλλαξε.
Αλλά για τον Πόντο, η Άλωση δεν έγινε ποτέ μόνο παγκόσμιο γεγονός. Έγινε τραγούδι.
«Ν’ αηλί εμάς και βάι εμάς…»
Δεν υπάρχει πιο λιτή και πιο δυνατή φράση για να περιγράψει το άκουσμα της καταστροφής. Και δεν υπάρχει πιο πεισματάρης στίχος από το τέλος:
«Η Ρωμανία αν ’πέρασεν,
ανθεί και φέρει κι άλλο».
Αυτό είναι το μήνυμα του θρήνου. Η Ρωμανία πάρθηκε, αλλά δεν χάθηκε. Ζει στη μνήμη, στη γλώσσα, στην πίστη, στη λύρα, στο τραγούδι, στον Πόντο, στην Κύπρο, στη Μακεδονία, στη Θράκη, όπου υπάρχει Ελληνισμός που θυμάται.
Και όσο υπάρχει μνήμη, η Ρωμανία ανθεί.
Το Pontosvoice.com (…τ’εμέτερον η λαλία) είναι μια ενημερωτική ιστοσελίδα που σκοπό έχει να ενημερώνει τον Ποντιακό κόσμο για όλα τα νέα που αφορούν τον Ποντιακό Ελληνισμό , δράσεις, εκδηλώσεις, ιστορικά ευρήματα, απόψεις. Είμαστε μια ανοιχτή ομάδα και είμαστε η φωνή όλων , μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας για ότι σας απασχολεί στο info@pontosvoice.com
