Τη βαθιά ιδεολογική, πολιτική και οικονομική διάσταση των Γενοκτονιών των χριστιανικών λαών της Ανατολής αναδεικνύει ο Παντελής Σαββίδης, σε άρθρο του που εστιάζει στον μηχανισμό των Νεοτούρκων, στον ρόλο της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου και στη σημερινή εργαλειοποίηση της ιστορικής μνήμης μέσα από τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες.
Ο αρθρογράφος υπογραμμίζει ότι πίσω από την επιφάνεια του νεοτουρκικού κινήματος βρισκόταν ένας σκληρός οργανωτικός πυρήνας, με πρόσωπα όπως ο Ταλαάτ πασάς, ο Ενβέρ πασάς, ο Τζεμάλ πασάς, ο Μπαχαεντίν Σακίρ, ο δρ. Ναζίμ και ο δρ. Μεχμέτ Ρεσίτ. Δεν επρόκειτο, όπως σημειώνει, απλώς για ανθρώπους που επιδίωξαν να σώσουν μια αυτοκρατορία σε αποσύνθεση, αλλά για μια ηγεσία που ήθελε να την «καθαρίσει» από τους χριστιανικούς λαούς της και να τη μετατρέψει σε τουρκικό-μουσουλμανικό κράτος.
Στο ίδιο περιβάλλον, σύμφωνα με τον Παντελή Σαββίδη, υπήρχαν και ντονμέδες, με χαρακτηριστική περίπτωση τον Μεχμέτ Τζαβίντ Μπέη, υπουργό Οικονομικών των Νεοτούρκων, με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη. Για τον Ταλαάτ πασά, όπως σημειώνει, ακούγεται επίσης ότι ήταν ντονμές, χωρίς όμως να υπάρχουν σαφή στοιχεία. Εκείνο που δεν αμφισβητείται, κατά τον αρθρογράφο, είναι ο ρόλος του ως κεντρικού πολιτικού αρχιτέκτονα της γενοκτονικής πολιτικής του νεοτουρκικού κράτους.
Κεντρική θέση στο άρθρο έχει η άποψη ότι οι Γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ελλήνων της Ανατολής δεν υπήρξαν τυχαίο ξέσπασμα βίας ή αποτέλεσμα ανεξέλεγκτου όχλου. Ήταν σχέδιο. Ένα οργανωμένο σχέδιο με εθνικό, πολιτικό και οικονομικό στόχο.
Οι Έλληνες και οι Αρμένιοι, όπως επισημαίνει ο Σαββίδης, κρατούσαν μεγάλο μέρος του εμπορίου, της βιοτεχνίας, των επαγγελμάτων, της αστικής ζωής και της οικονομικής ισχύος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το νεοτουρκικό καθεστώς δεν επιδίωκε μόνο τον εκτοπισμό τους. Επιδίωκε την εξαφάνισή τους ως ιστορικής παρουσίας και την αρπαγή του πλούτου τους.
Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την ανάλυση, γεννήθηκε η νέα τουρκική αστική τάξη: πάνω στις περιουσίες των δολοφονημένων, των εκτοπισμένων και των ξεριζωμένων. Πίσω από τα συνθήματα περί πατρίδας, επανάστασης και εκσυγχρονισμού, υπήρχε η ψυχρή πραγματικότητα των σπιτιών, των μαγαζιών, των χωραφιών, των εργαστηρίων, των τραπεζών και των εμπορικών δικτύων που άλλαξαν χέρια μέσα από τη βία.
Ο Παντελής Σαββίδης τονίζει ότι η Γενοκτονία υπήρξε ταυτόχρονα πολιτικό έγκλημα, εθνικό έγκλημα και οικονομική λεηλασία. Στο έγκλημα αυτό, όπως αναφέρει, οι Γερμανοί δεν υπήρξαν αθώοι παρατηρητές. Η Γερμανική Αυτοκρατορία, σύμμαχος των Οθωμανών, γνώριζε πολλά, ανέχθηκε πολλά και, σε κρίσιμες περιπτώσεις, βρέθηκε εντός του ίδιου στρατιωτικού μηχανισμού. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται ο Friedrich Bronsart von Schellendorf, στενός συνεργάτης του Ενβέρ πασά, πρόσωπο που αποτυπώνει το βάθος της γερμανο-οθωμανικής στρατιωτικής σχέσης.
Το άρθρο περνά στη σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα, συνδέοντας το παρελθόν με τις εξελίξεις στον Καύκασο. Έναν αιώνα μετά, σημειώνει ο αρθρογράφος, η ιστορία επιστρέφει με άλλες μορφές. Το Ισραήλ, που για δεκαετίες απέφευγε την καθαρή αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας για να μη διαταράξει τις σχέσεις του με την Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν, βρέθηκε ταυτόχρονα να στηρίζει στρατιωτικά το Μπακού.
Κατά τον Σαββίδη, Τουρκία και Ισραήλ, με διαφορετικούς τρόπους και διαφορετικά συμφέροντα, συνέβαλαν στην ισχύ που επέτρεψε στο Αζερμπαϊτζάν να καταλάβει το Ναγκόρνο-Καραμπάχ και να οδηγήσει τους Αρμένιους της περιοχής σε νέο ξεριζωμό.
Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόσφατη ισραηλινή αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας πρέπει, όπως υποστηρίζει, να προσεγγιστεί με ψυχραιμία. Από τακτική πλευρά, τη χαρακτηρίζει θετική, καθώς κάθε αναγνώριση των εγκλημάτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της νεοτουρκικής ηγεσίας εκθέτει την Άγκυρα και δυσκολεύει την ιστορική της προπαγάνδα.
Ωστόσο, από στρατηγική πλευρά, ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι οι Αρμένιοι έχουν κάθε λόγο να παραμένουν επιφυλακτικοί. Διότι όταν η Γενοκτονία αναγνωρίζεται όχι ως πράξη αρχής, αλλά ως εργαλείο πίεσης εναντίον της Τουρκίας, τότε η μνήμη των νεκρών μετατρέπεται σε χαρτί διπλωματικού παιχνιδιού.
Το μήνυμα του άρθρου είναι σαφές: η ιστορική μνήμη δεν μπορεί να χρησιμοποιείται κατά περίπτωση. Οι λαοί που υπέστησαν Γενοκτονία δεν χρειάζονται αναγνώριση μόνο όταν εξυπηρετεί τα συμφέροντα τρίτων. Χρειάζονται αλήθεια, δικαιοσύνη και σεβασμό.
Για τον ποντιακό ελληνισμό, η ανάλυση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Διότι υπενθυμίζει ότι η Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής δεν ήταν παράπλευρη απώλεια της Ιστορίας, αλλά οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης και λεηλασίας. Και όσο η Τουρκία αρνείται αυτό το παρελθόν, τόσο η διεθνής αναγνώριση παραμένει πεδίο ιστορικής, πολιτικής και ηθικής μάχης.
Το Pontosvoice.com (…τ’εμέτερον η λαλία) είναι μια ενημερωτική ιστοσελίδα που σκοπό έχει να ενημερώνει τον Ποντιακό κόσμο για όλα τα νέα που αφορούν τον Ποντιακό Ελληνισμό , δράσεις, εκδηλώσεις, ιστορικά ευρήματα, απόψεις. Είμαστε μια ανοιχτή ομάδα και είμαστε η φωνή όλων , μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας για ότι σας απασχολεί στο info@pontosvoice.com
