Η ποντιακή λέξη τσιμίδ’ σημαίνει «νους, μυαλό, εγκέφαλος». Ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, στο μνημειώδες λεξικό του, την ετυμολογεί από το λατινικό cimedia = «μάζα του εγκεφάλου». Ωστόσο, η λέξη cimedia είναι σπάνια και δεν επιβεβαιώνεται εύκολα σε λατινικά κείμενα, ενώ και η φωνητική προσαρμογή της στην ποντιακή διάλεκτο δεν είναι αυτονόητη.
Αντίθετα, μια πιθανή εσωτερική, ελληνική ετυμολογία είναι πιο πειστική. Στον Όμηρο απαντά το ρήμα μήδομαι = «σκέπτομαι, μελετώ, μηχανεύομαι» και το ουσιαστικό μῆδος = «σκέψη, σχέδιο, βουλή»· συχνότερα στον πληθυντικό μήδεα. Από αυτή τη ρίζα μπορεί να σχηματίστηκε το σύνθετο συν+μήδος → συμμήδος = «κοινή σκέψη, συλλογισμός».
Στη συνέχεια, μέσα από τα φωνητικά χαρακτηριστικά της ποντιακής:
το συμ- μπορεί να εξελιχθεί σε τσι- (μέσω τσιτακισμού),
το τελικό -ος συχνά χάνεται, αφήνοντας κατάληξη σε -δ’,
έτσι να προκύψει η μορφή τσιμίδ’.
Η σημασιολογική διαδρομή είναι επίσης διαφανής: από το «συλλογισμός, κοινή σκέψη» στο «νους, εγκέφαλος».
Έγινε αναζήτηση σε βασικές λεξικογραφικές πηγές (Κριαράς, Σούδα, Ετυμολογικόν Μέγα, Lexikon zur byzantinischen Gräzität). Μέχρι στιγμής δεν εντοπίζεται καταγεγραμμένος τύπος συμμήδος ή συνμήδος στα βυζαντινά ή μεσαιωνικά λεξικά. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε γραπτή μαρτυρία για το σύνθετο, αν και η απουσία καταγραφής δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ανυπαρξία στη ζωντανή γλώσσα.
Συνοψίζοντας:
Η ετυμολόγηση από το λατινικό cimedia είναι αδύναμα τεκμηριωμένη.
Η ετυμολόγηση από το ομηρικό μήδομαι / μῆδος είναι γλωσσολογικά και σημασιολογικά εύλογη, αν και στερείται άμεσων γραπτών αποδείξεων.
Το τσιμίδ’ πιθανότατα διασώζει, έστω και έμμεσα, μια πανάρχαια ελληνική ρίζα που σχετίζεται με τη «σκέψη» και τη «βουλή».