Στον Πόντο, η νηστεία της Σαρακοστής δεν στηριζόταν μόνο στην εγκράτεια. Είχε και μηχανισμούς επιβολής. Ένας από τους πιο γνωστούς ήταν ο «Κουκαράς», ένα αυτοσχέδιο σκιάχτρο που οι μανάδες κρεμούσαν από το ταβάνι και το κρατούσαν εκεί μέχρι το Πάσχα, για να κόβει την όρεξη στα παιδιά για κάθε “παρασπονδία”.
Με σώμα ένα κρεμμύδι ή μια πατάτα, ζωγραφισμένα μάτια για να δείχνει αυστηρός, ο κουκαράς εμφανιζόταν στα ποντιακά σπίτια από την Καθαρά Δευτέρα. Πάνω στο “σώμα” του καρφώνονταν επτά φτερά από κότα ή κόκορα – όσες και οι εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής – για να λειτουργεί και σαν μετρητής του χρόνου.
Σε μια κοινωνία όπου η νηστεία τηρούνταν, στη συντριπτική πλειοψηφία, με αυστηρότητα, ο κουκαράς είχε καθαρό ρόλο: να θυμίζει στα παιδιά ότι η Σαρακοστή δεν είναι περίοδος για «τυρί και βούτυρα». Οι μητέρες τον έφτιαχναν όσο πιο τρομακτικό γινόταν και τον κρεμούσαν ψηλά, ώστε να δίνει την αίσθηση ότι επιβλέπει το σπίτι και “βλέπει τα πάντα”. Κι όταν κουνιόταν – από ρεύμα αέρα ή επειδή τον πείραζαν επίτηδες – στη παιδική φαντασία μεγάλωνε και γινόταν απειλή.
Το μήνυμα ήταν απλό και ωμό: όποιος δεν τηρεί τη νηστεία, θα έχει συνέπειες. Ο κουκαράς παρουσιαζόταν ως το «σκιάχτρο» της Σαρακοστής, ο φόβος που κρατάει τα παιδιά στο σωστό δρόμο. Κάθε εβδομάδα αφαιρούσαν κι ένα φτερό, ώστε όλοι – κυρίως οι μικροί – να ξέρουν πόσο απέμενε μέχρι την Ανάσταση.
Γύρω από το έθιμο κυκλοφορούσε και ποντιακό ρητό, με τη λογική της “κατσάδας” προς τα παιδιά:
«Ρίζα μ’, ωρία παίρετεν τυρίν για βούτερον και τρώτεν, αμάν θα χολιάσκεται και θα σείεται ο κουκαράς!»
δηλαδή: “Πάλι πάτε να πάρετε τυρί και βούτυρο και να τρώτε; Θα θυμώσει και θα κουνιέται ο κουκαράς!”


