«Τσούνα και μιαντή» – δυο λέξεις βαριές σαν αρχαία κατάρα
Στα ποντιακά, αν άκουγες μια γυναίκα να φωνάζει σε άλλη «τσούνα και μιαντή!», ήξερες πως είχε ανάψει ο καυγάς. Δυο λέξεις σύντομες, φαρμακερές, κι όμως με ρίζες τόσο βαθιές που φτάνουν ως την αρχαιότητα.
Η τσούνα
Σημαίνει «σκύλα», αλλά όχι απλώς το ζώο, είναι ύβρις, όπως και το σημερινό «σκύλα» της κοινής ελληνικής. Προέρχεται, φαίνεται, από το αρχαίο κύων – κυνός, και πιο συγκεκριμένα από την αιτιατική κύνα.
Στην ποντιακή, όπου ο τσιτακισμός (η μετατροπή του /κ/ σε /τσ/) είναι συχνό φωνητικό φαινόμενο, το «κύνα» εύκολα γίνεται τσούνα – όπως κείνος → τσείνος, κείνα → τσείνα.
Αλλά δεν είναι τυχαίο ότι η κύνα ήταν από τις πιο κοινές βρισιές των ίδιων των θεών στην αρχαιότητα. Στην Ιλιάδα, η Ήρα αποκαλεί τον εαυτό της «κύνα» από ντροπή για την πανουργία της:
«αἰδέομαι Διὸς ἄλοχος κυνοῦσα» (Ιλ. Δ 35) — «ντρέπομαι, σκύλα γυναίκα του Δία που είμαι».
Και η ίδια λέξη εκτοξεύεται ξανά και ξανά με οργή μεταξύ θεοτήτων ή θνητών και θεών:
Ο Ἀχιλλεύς αποκαλεί κύνα την Ελένη (Ιλ. Γ 180) και την Ανδρομάχη την ίδια λέξη χρησιμοποιεί για τον εαυτό της όταν ικετεύει (Ιλ. Ζ 407).
Ο Αγαμέμνων λέει στη Χρυσηίδα «κύνα δολόμητι» – δόλια σκύλα.
Ο Αίας, στον Σοφοκλή (Αίας 376), μιλά για «κύνες Αχαιούς» — μια γενική βρισιά για δειλούς και άτιμους.
Η κύνα, λοιπόν, ήταν συνώνυμη του αναιδούς, της προδοτικής, της ασυγκράτητης γυναίκας. Ο τύπος επιβίωσε στα λαϊκά στρώματα και στη γλώσσα των απογόνων, ο Πόντιος τον φύλαξε με φωνητική μεταμόρφωση, αλλά με το ίδιο δηλητήριο.
Η μιαντή
Η δεύτερη λέξη της φράσης, μιαντή, πάει ακόμη πιο βαθιά. Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα μιαίνω = μολύνω, βεβηλώνω. Από εκεί και οι λέξεις μίασμα, μιαρός, μιασμένος.
Η μιαντή είναι «η μολυσμένη, η μιασμένη» — στην παλιά κοινωνία, όχι απλώς βρώμικη, αλλά ηθικά ακάθαρτη.
Στην Παλαιά Διαθήκη στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, λέγεται «μή μιάνης τὸν ναόν Κυρίου»· στην τραγωδία του Ευριπίδη ο Ορέστης ονομάζεται «μιαρός», γιατί φόνευσε τη μητέρα του· στην κοινή γλώσσα το επίθετο μιαρός άνθρωπος σημαίνει πάντα τον ανήθικο, τον ακάθαρτο.
Στην ποντιακή, η λέξη κράτησε όλη αυτή τη βαρύτητα.
Καμιά σχέση με τουρκικά. Οι τουρκικές λέξεις για την ακαθαρσία είναι necâset και nâpâk, μιαντή δεν υπάρχει. Είναι ελληνική λέξη, βγαλμένη από τον ίδιο πυρήνα που έπλασε τα μιαίνω και μίασμα.
Η φράση ως καθρέφτης ήθους
Όταν, λοιπόν, μια Πόντια έλεγε σε άλλη «τσούνα και μιαντή», δεν εκτόξευε απλώς μια βρισιά, αναπαρήγαγε, χωρίς να το ξέρει, δύο αρχαίες ελληνικές λέξεις που σέρνουν πίσω τους χιλιάδες χρόνια γλωσσικής μνήμης:
την κύνα, που κουβαλά την ύβρη των θεών,
και τη μιαντή, που φέρει τη σκιά της βεβήλωσης.
Σαν να έλεγε:
«Είσαι σκύλα και μιασμένη· ούτε οι θεές δεν μιλούν με τέτοια».
Η συνέχεια της γλώσσας δεν είναι γραμμική, είναι φωτιά που αλλάζει σχήμα, όχι ουσία. Και λίγες λέξεις καίνε τόσο βαθιά όσο αυτές που πέρασαν ατόφιες από τα έπη στα στόματα των γιαγιάδων του Πόντου.

Η Παναγιώτα Ιωακειμίδου είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ερευνήτρια και εκπαιδεύτρια ποντιακής διαλέκτου. Διδάσκει ποντιακά ανά την υφήλιο, μέσω Πλατφόρμας Τηλεδιασκέψεων. Ανήκει στην τρίτη γενιά προσφύγων από τον Πόντο. Γεννήθηκε στο Κλείτος Κοζάνης από αγρότες γονείς και Πόντιους με καταγωγή από το Απέξ. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης και υπηρέτησε τη Μέση εκπαίδευση Φιλολογώντας. Ερευνήτρια της Ποντιακής Μητρικής Γλώσσας, δίδαξε την Ποντιακή Διάλεκτο στο Πανεπιστήμιο “Μακεδονία” Θεσσαλονίκης και αρθρογραφώντας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.
